Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24 Νοεμβρίου 2010

Κώστας Μπαλαχούτης: "Βαγγέλης Περπινιάδης"


ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠΕΡΠΙΝΙΑΔΗΣ

του Κώστα Μπαλαχούτη
(ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ, τ. 2, 2001)
Ο Βαγγέλης Περπινιάδης είναι μία από τις κορυφαίες προσωπικότητες στον χώρο του ελληνικού τραγουδιού. Πολύπλευρος χαρακτήρας (ερμηνευτής, συνθέτης, στιχουργός και δεξιοτέχνης του μπουζουκιού), με χιλιάδες τραγούδια και ανεπανάληπτες επιτυχίες, χαράζει εδώ και 53 χρόνια τη δική του ξεχωριστή ιστορία στο μουσικό στερέωμα του τόπου μας. Τον επισκέφτηκα στο «ησυχαστήριό» του – όπως ο ίδιος αποκαλεί χαρακτηριστικά το κατάλληλα διαμορφωμένο υπόγειο του σπιτιού του σε γραφείο και στούντιο, όπου λίγοι έχουν πρόσβαση – και μαγεύτηκα για μια ακόμη φορά από την απλότητα και το μεγαλείο του. Σε έναν χώρο πλημμυρισμένο από αναμνήσεις, νότες, βραβεία και διακρίσεις, ξανάζησα μιαν άλλη εποχή όπου το λαϊκό τραγούδι κυριαρχούσε και άγγιζε τις ευαίσθητες χορδές των απλών ανθρώπων.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ
Ο Βαγγέλης Περπινιάδης γεννήθηκε την 1η Σεπτέμβρη του 1927 στην Κοκκινιά Πειραιώς. Πατέρας του ήταν ο θρυλικός τραγουδιστής Στελλάκης Περπινιάδης, τον οποίο όμως αντίκρισε για πρώτη φορά σε ηλικία 7 ετών, αφού είχαν ουσιαστικά χωρίσει με τη μητέρα του λίγο μετά τη γέννηση του. Λέει ο ίδιος : «Η μητέρα μου με ανέθρεψε σαν πριγκιπόπουλο με τίμιο αγώνα, κόπο και στερήσεις. Με μεγάλωσε, με έμαθε γράμματα και μέχρι που πήγαινα στο γυμνάσιο με καθοδηγούσε πάντα με εκκλησίες και κατηχητικά για να γίνω άνθρωπος σωστός και χρήσιμος στην κοινωνία». Από μικρό παιδί ψέλνει στην Οσία Ξένη της Κοκκινιάς και το 1943 χειροτονείται αναγνώστης στους Αγίους Αναργύρους, Μητρόπολη της Νέας Ιωνίας, όπου η μαζί με την μητέρα και την γιαγιά περνούσαν, στο σπίτι του θείου του, τα δύσκολα κατοχικά χρόνια. Πίσω ακριβώς από τον ναό της Οσίας Ξένης υπήρχε το ταβερνάκι των αδελφών Τομπούλογλου. Εκεί ο νεαρός Περπινιάδης, μαζί με φίλους του, τραγουδούσε ερασιτεχνικά σκαλίζοντας την κιθαρίτσα του. Το 1947 με προτροπή των φίλων του πηγαίνει στα «ταλέντα» του Τραϊφόρου, στο Άλσος, στο Πεδίο του Άρεως. Όταν πλησίασε στο μικρόφωνο, ο Μίμης Τραϊφόρος τον ρώτησε ποιό τραγούδι θα ερμήνευε κι εκείνος απάντησε το «Λίγες καρδιές αγαπούνε». Το κοινό μαγεύτηκε από την φωνή του και ο τόπος σείστηκε από το χειροκρότημα. Ο λόγος στον Βαγγέλη Περπινιάδη: «Έτσι ενώ όλα τα παιδιά που συμμετείχαν στο διαγωνισμό έλεγαν από ένα τραγούδι και έφευγαν, ο Τραϊφόρος μου πρότεινε να πω ένα ακόμα. Διάλεξα το «Σβήσε το φως κι έλα γύρε κοντά μου», που είχε γράψει ο ίδιος και το τραγουδούσε η Βέμπο. Πρέπει να σου πω ότι αγαπώ πολύ το ελαφρό τραγούδι. Φαίνεται ότι άρεσε η ερμηνεία μου γιατί στα παρασκήνια ήρθε να με βρει ο Νικήτας Πλατής, θιασάρχης στην Αύρα του Κορυδαλλού και μου πρότεινε να λέω 3-4 τραγούδια ενδιάμεσα στα νούμερα της παράστασης. Βρέθηκα μαζί με το Νίκο Ρίζο, το Νίκο Φέρμα και με το καλό, για τα χρόνια εκείνα, μεροκάματο των 30 δραχμών».

ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΣΤΟ ΛΑΪΚΟ ΠΑΛΚΟ
Τα όνειρα για να γίνει παπάς μπαίνουν στο περιθώριο και σύντομα ξεκινά τις εμφανίσεις του στα ιστορικά κέντρα Περιβόλας και Κεφάλας, που βρίσκονταν αντικριστά στην Παναγή Τσαλδάρη στη Νίκαια. Εκεί ο Βαγγέλης Περπινιάδης θα αφήσει εποχή, αφού θα τραγουδήσει για περισσότερο από δύο δεκαετίες στα πάλκα τους. Ο ίδιος τονίζει χαρακτηριστικά: «Έγινα κουμπάρος και με τους δύο ιδιοκτήτες για να μπορώ να τραγουδάω και στα δύο κέντρα χωρίς να παρεξηγούμαι». Ο λαϊκός κόσμος της Κοκκινιάς αγκαλιάζει ζεστά το νεαρό καλλιτέχνη. Το ίδιο συμβαίνει και με όλα τα Μεσόγεια (Ασπρόπυργο, Κορωπί, Σπάτα, Μαρκόπουλο, Κερατέα, Μαραθώνα), την Αργοναυπλία και άλλες περιοχές της χώρας, όπου ο Περπινιάδης τραγουδά στα πανηγύρια τους, στους γάμους και τις χάρες τους και γνωρίζει μεγάλες δόξες, πλάι στο μεγάλο δημοτικό τραγουδιστή Γιώργο Παπασιδέρη, το Γιάννη Παπαϊωάννου και τη Ρένα Ντάλια και αργότερα μόνος του σαν απόλυτος πρωταγωνιστής: «Ακόμα και σήμερα στον Ασπρόπυργο, αν δεν πάω εγώ πανηγύρι δεν γίνεται. Μια φορά είπα στο διοργανωτή ότι δεν μπορώ να εμφανιστώ κι εκείνος λιποθύμησε και τον πήγαν στο νοσοκομείο». Το 1953 κάνει τα πρώτα του σεκόντα στην Οντεόν – Παρλοφών του Μίνωος Μάτσα, στο τραγούδι των Κώστα Καπλάνη – Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου «Σουρουπώνει», πλάι στην Άννα Χρυσάφη. Τρία χρόνια αργότερα ερμηνεύει για πρώτη φορά μία δική του σύνθεση το «Κλάψτε με φίλοι, κλάψτε με» σε δίσκο 78 στροφών, όπου μπουζούκι παίζει ο κορυφαίος δεξιοτέχνης Δημήτρης Στεργίου ή Μπέμπης, και ο δίσκος γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Ακολουθούν κι άλλες συνθέσεις που τον κάνουν γνωστό σε όλη την Ελλάδα: «Είμαι μάγκας με καρδιά», «Άδικα Άδικα», «Να μου ζήσεις Κατινάκι», «Ασ' τα νάζια βρε Μαρίτσα», «Βρε Μαριώ μου είσαι γλύκα» κ.ά. Τα δύο τελευταία είναι αφιερωμένα στην σύζυγό του Μαρίτσα, με την οποία είναι παντρεμένος από το 1953 μέχρι και σήμερα και έχουν αποκτήσει πέντε παιδιά (Σουλτάνα, Δέσποινα, Στέλιο, Χρήστο και Βαρβάρα). Τραγουδά στου Βλάχου στο Αιγάλεω με τους Μάρκο Βαμβακάρη, Στράτο Παγιουμτζή, Σωτηρία Μπέλλου, Γιώργο Ζαμπέτα, Γιώργο Λαύκα, Μιχάλη Γενίτσαρη, στου Στελλάκη, στην Ιερά Οδό στα Κουνέλια Χαϊδαρίου –το μαγαζί του πατέρα του– με τους Στελλάκη και Λουκά Νταράλα (μπουζουξής και συνθέτης, πατέρας του Γιώργου Νταλάρα), στου Κολοκοτρώνη στην Ιερά Οδό με την νεαρή Ρίτα Σακελλαρίου και πάλι στου Περιβόλα, στου Κεφάλα... Ήδη οι λεζάντες των κέντρων τον αναφέρουν ως τον «Βετεράνο του λαϊκού τραγουδιού με το συγκρότημά του»...

Η ΚΑΤΑΞΙΩΣΗ
Στις αρχές της δεκαετία του '60 έρχεται η καταξίωση και η καθολική αποδοχή για το Βαγγέλη Περπινιάδη, αφού τα τραγούδια γίνονται μεγάλα σουξέ και εκείνος στέκεται επάξια στην ίδια θέση με τους μεγάλους του λαϊκού τραγουδιού, Καζαντζίδη, Αγγελόπουλο, Γκρέυ, Γαβαλά κ.ά., στηρίζοντας στις πλάτες του τη μικρή ακόμα Οντεόν, αφού αυτός είναι ουσιαστικά το βαρύ πυροβολικό της. Ερμηνεύει τις δικές του δημιουργίες: «Το τάβλι», «Μαχαρανή», «Θέλεις να πεθάνω», «Γύρισε κοντά μου», «Τα νέα της Αλεξάνδρας» του Κώστα Γιαννίδη, «Ένας κούκλος και μιά κούκλα» του Δημήτρη Γκούτη, «Σε ένα βουνό στην ερημιά» του Θεόδωρου Δερβενιώτη και τραγούδια των Απόστολου Καλδάρα, Βασίλη Καραπατάκη, Γιώργου Ζαμπέτα, Κώστα Βίρβου, Παπαϊωάννου κ.ά. Η φιλική του σχέση με τον συνθέτη Μπάμπη Μπακάλη, ο οποίος τον πήγε στην Οντεόν στα πρώτα του βήματα, θα έχει σαν αποτέλεσμα μια σειρά μεγάλων επιτυχιών: «Δεν είμαι βράχος ούτε βουνό», «Το μεροκάματο του πόνου», «Να ‘μουνα το σεντονάκι», «Με πικραμένη την καρδιά», «Ούτε τα λεφτά σου ούτε τα καλά σου», «Ο Βαγγέλης ο γιε-γιες», «Η γαλιάντρα» κ.ά. Ο Περπινιάδης, χάρη στις απεριόριστες φωνητικές του ικανότητες, έχει το χάρισμα να σφραγίζει με την ερμηνεία του επανεκτελέσεις κατά τέτοιο μοναδικό τρόπο, ώστε συχνά να θεωρούνται κλασικές και καλύτερες από τις πρωτότυπες. Έτσι με τη φωνή του μεγάλα σουξέ γίνονται τα: «Αν μ' αξιώσει ο θεός», «Τα δυο σου χέρια» (Οι βεργούλες) και «Μαύρα μάτια μαύρα φρύδια» του Βαμβακάρη, «Αρχόντισσα» και «Αχάριστη» του Βασίλη Τσιτσάνη, «Ο Αντώνης ο Βαρκάρης» των Σπύρου Περιστέρη – Μ. Μάτσα, «Γιατί γλυκιά μου κλαις» και «Ανεβαίνω σκαλοπάτια» του Καλδάρα κ.ά. Ο Περπινιάδης λέει για αυτό το ζήτημα: «Περιμέναμε με τον Μάτσα και μόλις βλέπαμε να κάνουν επιτυχία οι Μενιδιάτης, Ρεπάνης κ.α από την Κολούμπια αμέσως μπαίναμε κι εμείς στο στούντιο και ηχογραφούσαμε τα τραγούδια. Η επανεκτέλεση όμως θέλει τέχνη, μαστοριά, πρέπει να βάλεις τη δική σου προσωπικότητα και σφραγίδα για να ξεπεράσεις την πρώτη ερμηνεία». Το ταλέντο και η δημοτικότητά τον φέρνουν να πρωταγωνιστεί και στον ελληνικό κινηματογράφο όπου η συμμετοχή του δεν περιορίζεται στην ερμηνεία τραγουδιών όπως γινόταν συνήθως αλλά και στο παίξιμο συμπρωταγωνιστικών ρόλων (Συγχώρεσέ με αγάπη μου 1964 με τον Χριστόφορο Νέζερ και την Κάκια Αναλυτή , Άγγελοι του πεζοδρομίου 1962 με τους Διονύση Παπαγιαννόπουλο, Δέσπω Διαμαντίδου και Ντίνα Τριάντη). Πολύπλευρος τραγουδιστής γράφει και ερμηνεύει με επιτυχία δημοτικά τραγούδια, δυνατά ορχηστρικά κομμάτια και κλέβει την παράσταση στους αμανέδες: «Ο αμανές είναι κάτι το διαφορετικό, δε διδάσκεται. Εκτός από υψηλή τεχνική απαιτεί και γνώση των παραδοσιακών βυζαντινών μουσικών δρόμων. Στο «Καρδιά μου μην πικραίνεσαι» η ερμηνεία μου είναι τέτοια που δεν μπορεί να γίνει από άλλον τραγουδιστή. Φέρει την υπογραφή Βαγγέλης Περπινιάδης». Μια άλλη μεγάλη στιγμή είναι και οι ύμνοι για την αγαπημένη του ομάδα, τον Ολυμπιακό Πειραιώς: «Τον πρώτο ύμνο τον έγραψα για την ΑΕΚ που συμπαθούσα γιατί τα κατοχικά χρόνια τα πέρασα κοντά στη Φιλαδέλφεια. Ύστερα έγραψα έναν άλλον για τον Παναθηναικό που τραγούδησε ο Ζαγοραίος. Τον Ολυμπιακό τον αγαπούσα γιατί ήμουνα Κοκκινιώτης. Όταν ένα βράδυ του 1963 ήρθαν στο σπίτι μου ο Στράτος Διονυσίου με τον φίλο μου Τάκη Λαζόπουλο, μου είπαν ότι γύρναγαν από το αεροδρόμιο όπου είχαν πάει για να υποδεχθούν την ομάδα του Ολυμπιακού, που είχε κατακτήσει το Βαλκανικό κύπελλο νικώντας την Βουλγαρική Λέφσκι με 1-0 στην Κωνσταντινούπολη. Ο Διονυσίου που ήταν Παοκτζής αλλά συμπαθούσε την ομάδα του Πειραιά (για άλλους λόγους κατέληξε να υποστηρίζει τον ΠΑΟ) μου είπε ότι περισσότεροι από 5.000 φίλαθλοι είχαν μαζευτεί στο Ελληνικό και ζητωκραύγαζαν τους παίκτες. Το μυαλό μου πήρε αμέσως στροφές. Ρώτησα το Λαζόπουλο, που ήταν διαιτητής, να μου πει τα ονόματα των ομάδων που είχε κερδίσει ο Ολυμπιακός. Έτσι έφτιαξα το ρεφρέν Ολυμπί- Ολυμπί- Ολυμπιακέ/ Φλαμένγκο Λέφσκι νίκησες/ Σάντος και Ζαγκλεμπιέ. Οταν είδα τις πωλήσει των ύμνων ΑΕΚ 25.000, ΠΑΟ 15.000 και Ολυμπιακός 350.000 δίσκοι έβαλα το χέρι μου πάνω στο Ευαγγέλιο και ορκίστηκα αιώνια πίστη στην ομάδα του Πειραιά. Ανάλογη επιτυχία είχε τρία χρόνια αργότερα κι ο επόμενος ύμνος του θρύλου με τίτλο Του Μπούκοβι την ομαδάρα».

ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ - ΕΝΤΕΧΝΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ - ΣΗΜΕΡΑ
Η επιτυχία του Περπινιάδη ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα. Τα ταξίδια του στην Τουρκία, τις Η.Π.Α, τον Καναδά, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία, την Αγγλία, τη Γερμανία, την Κύπρο τον έκαναν ιδιαίτερα δημοφιλή και αγαπητό στους ομογενείς, και όχι μόνον, με αποτέλεσμα ακόμα και σήμερα να περιοδεύει στο εξωτερικό, αφού οι προτάσεις που δέχεται από τους επιχειρηματίες είναι ιδιαίτερα πιεστικές. Επίσης σε κάθε του ταξίδι τον τιμούν με διπλώματα και πλακέτες για την προσφορά και το έργο του στο ελληνικό τραγούδι. Από το 1963 έως και το 1970 στο πλάι του βρίσκεται η Ρία Νόρμα με την οποία δημιούργησαν ένα από τα δημοφιλέστερα ντουέτα του λαϊκού τραγουδιού. Μετά το '70 τη θέση της Νόρμας θα πάρει η Γιώτα Σύλβα. Εκτός από τα στέκια του Περιβόλας, Κεφάλας εμφανίζεται για πολλές σεζόν στο Φαληρικό στις Τζιτζιφιές, με Παπαϊωάννου, Τσιτσάνη, Αγγελόπουλο, Πόλυ Πάνου, Διονυσίου, Ζαγοραίο, Αναγνωστάκη. Το 1965 θα ερμηνεύσει μία σειρά από τραγούδια του Χρήστου Λεοντή σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου και Μιχάλη Παπανικολάου («Πού να χωρέσει τ' όνειρο», «Θα ‘ρθει το βράδυ βροχερό» κ.ά.) και του Γιώργου Κατσαρού («Κι αν χώρισαν οι δρόμοι μας», «Από τα σπίτια τα ψηλά») και θα συμμετάσχει στις συναυλίες των δύο συνθετών σε θέατρα και κινηματογράφους όλης της χώρας. Το 1967 τραγουδά στο μαγαζί του πατέρα του στο Χαϊδάρι. Κιθάρα παίζει ένας ταλαντούχος νεαρός με ωραία φωνή, ο Γιώργος Νταλάρας. Ο Περπινιάδης γνωρίζει την οικογένεια του και αποφασίζει να τον βοηθήσει γράφοντας δύο τραγούδια που ταιριάζουν στην «κανταδόρικη» φωνή του. Ως ημέρα φωνοληψίας ορίζεται η 21η Απριλίου... που όπως καταλαβαίνετε ματαιώθηκε. Ο Περπινιάδης συνεχίζει: «Αμέσως μετά έφυγα για την Αμερική όπου είχα υπογράψει για έναν κύκλο εμφανίσεων. Χάρηκα που η μοίρα ξεπλήρωσε στο Γιώργο την ατυχία του και μετά από λίγο διάστημα έγινε γνωστός με το Να ‘τανε το ‘21». Από το 1975 πηγαίνει στην Πάνιβαρ αφού η Μίνως του Μάκη Μάτσα, με τον οποίο είναι τρεις φορές κουμπάροι και στην οποία έχει σημειώσει αμέτρητες επιτυχίες, δεν προβάλλει όσο πρέπει τα τραγούδια του. Και στην Πάνιβαρ οι νέες συνθέσεις και οι επανεκτελέσεις του καθώς και οι ζωντανά ηχογραφημένοι δίσκοι του θα ακολουθήσουν τα γνώριμα σκαλοπάτια της επιτυχίας. Η τελευταία του δισκογραφική δουλεία με τίτλο Δώστε μου τα νιάτα μου, επιβεβαιώνει την άποψη όλων, κοινού και ανθρώπων του τραγουδιού, ότι η φωνή του παραμένει δυνατή, αναλλοίωτη και ανέγγιχτη στο χρόνο. Μια φωνή που τη διακρίνει το έντονο πάθος με αέρα, πατήματα, αναπνοές, ηχοχρώματα από Βυζάντιο, Σμύρνη και Γαλατά, που μαζί με την πατρική φλέβα δίνουν στις χορδές και το μέταλλό του αποχρώσεις σπάνιες και ξεχωριστές. Με παράπονο μου είπε: «Δεν υπάρχει σήμερα λαϊκό τραγούδι, λαϊκό χρώμα, βιώματα και προβληματισμός. Έχουμε πλουτίσει τον ήχο αλλά έχουμε χάσει την ουσία, το θέμα. Ο κόσμος έχει τόσες καθημερινές αγωνίες και ανησυχίες και τα περισσότερα τραγούδια μιλούν για γιούλια, κρίνους, χυδαιότητες και χαζομάρες. Δε θέλουν και οι εταιρείες που δεν προωθούν το αυθεντικό λαϊκό, αλλά προσπαθούν να επιβάλλουν θλιβερά υποκατάστατα κάνοντας πλύση εγκεφάλου στον κόσμο».

Η ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΠΕΡΠΙΝΙΑΔΗ
Πρωταγωνιστής αλλά και εργάτης του λαϊκού τραγουδιού δεν εγκατέλειψε ούτε στιγμή το πάλκο και την δισκογραφία. Ακόμη και σήμερα ταξιδεύει στο εξωτερικό, τραγουδά στα πανηγύρια και αρνείται δελεαστικές προτάσεις για εμφανίσεις σε πολυτελή κοσμικά κέντρα. Ο Περπινιάδης είναι ένας άνθρωπος που έχει κάνει τον όρο «Λαϊκός τραγουδιστής» πράξη ζωής. Εδώ και τέσσερις σχεδόν δεκαετίες, ζει στο Χαιδάρι ευτυχισμένος με την οικογένεια του. Για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά εμφανίστηκε φέτος στο κέντρο Λάμψη, στην Λεωφόρο Πάρνηθος, προσφέροντας στον κόσμο που κατακλύζει το μαγαζί, γνήσιο λαϊκό τραγούδι και αληθινή διασκέδαση. Εδώ και λίγους μήνες κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Προσκήνιο – Άγγελος Σιδεράτος η αυτοβιογραφία του με τίτλο Πριν το τέλος, που περιέχει σπάνιο αρχειακό και φωτογραφικό υλικό και όλη την ιστορία ενός ζωντανού θρύλου του λαϊκού τραγουδιού. Την έκδοση προλογίζει ο Πάνος Γεραμάνης. Είχα την τιμή να επιμεληθώ την βιογραφία του σπουδαίου αυτού καλλιτέχνη και ανθρώπου και μέσα απ' το άρθρο αυτό θέλω να τον ευχαριστήσω για την εμπιστοσύνη, την αγάπη και την φιλία του και θέλω να του ευχηθώ δύναμη και υγεία. Για να συνεχίζει να μας προσφέρει μοναδικές κι ανεπανάληπτες στιγμές όπως λίγοι πια σήμερα ξέρουν και μπορούν να δώσουν.

04 Ιουνίου 2008

Σωτηρία Μπέλου (Μετρονόμος - τεύχος 21)


ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΠΕΛΛΟΥ

Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΑΣ ΡΕΜΠΕΤΙΣΣΑ

Επιμέλεια: Χάρης Κόντος


ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ


Ο λόγος που με οδήγησε να γράψω αυτό το αφιέρωμα για τη μεγάλη μας ρεμπέτισσα τη Σωτηρία Μπέλλου, είναι ο μεγάλος μου θαυμασμός από τα παιδικά μου χρόνια στην ίδια και στο ρεμπέτικο τραγούδι. Πέρασαν οκτώ χρόνια από τότε που έφυγε η μεγαλύτερη φωνή του ρεμπέτικου του λαϊκού και του σύγχρονου Ελληνικού τραγουδιού. Η κορυφαία και ανεπανάληπτη λαϊκή μας βάρδος, το υπηρέτησε πιστά και δυναμικά, με πάθος και αφοσίωση, για μισό αιώνα πάνω στο σανίδι του πάλκου, κι έβαλε το δικό της λουλούδι στο μπουκέτο της τέχνης.
Ξεκίνησε από το ψαλτήρι της εκκλησίας με αγάπη για το τραγούδι, έδωσε σκληρό και άνισο αγώνα μέχρι να καταφέρει να πραγματοποιήσει το μεγάλο της όνειρο, να καθίσει στην καρέκλα του πάλκου, και να συνεργαστεί με τους σημαντικότερους και σύγχρονους μεγάλους μουσικούς μας δημιουργούς.
Η μεγάλη κυρία του ελληνικού τραγουδιού σπάνια σαν χαρακτήρας , με φωνή γνήσια εξαίρετη, αμίμητη και αναντικατάστατη, υπήρξε μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του καλλιτεχνικού μας χώρου και του τόπου μας, ηχογράφησε πάνω από πεντακόσια τραγούδια με τα οποία μεγάλωσαν γενιές και γενιές , και είναι διαχρονικά.
Άντεχε μέχρι τα τελευταία της στη ζωντανή εμφάνιση. Άφησε πίσω της στον ελληνικό πολιτισμό τεράστιο έργο αριστουργηματικής αξίας που αποτελεί παρακαταθήκη του μέλλοντος, και εποχή στην ιστορία του τραγουδιού και της λαϊκής τέχνης. Χαρακτηρίστηκε ως αρχόντισσα του ρεμπέτικου.


ΑΠΟ ΤΟ ΨΑΛΤΗΡΙ ΣΤΑ ΠΑΛΚΑ
«Περιπλανώμενη ζωή
περιπλανώμενο κορμί
Απ’ τις βαθιές μου τις πληγές
το αίμα αργοσταλάζει
και τώρα που ζητώ στοργή
κανείς δε με κοιτάζει…»
Κώστας Βίρβος
Η Σωτηρία Μπέλλου γεννιέται στις 29 Αυγούστου του 1921 στο χωριό Δροσιά πρώην Χάλια Χαλκίδας, η πρώτη από τα πέντε παιδιά του Κυριάκου και της Ελένης Μπέλλου.
Η καταγωγή της είναι από την Κύμη Ευβοίας. Το όνομά της το παίρνει από τον αγαπημένο της παππού ιερέα, που την παίρνει από μικρή στην εκκλησία και ψέλνει δίπλα του, και αρχίζει να ψήνεται με τη βυζαντινή μουσική.
Μαγευόταν από τη μουσική και θαύμαζε πολύ το τραγούδι . Πολύ ζωηρό παιδί, και από τα δέκα της βοηθάει τον πατέρα της στο μπακάλικο. Στα δεκατρία της πηγαίνει για πρώτη φορά σε κινηματογράφο, και εντυπωσιάζεται από τη Σοφία Βέμπο στην ταινία «Προσφυγοπούλα». Την κάνει πρότυπό της και τη μιμείται τραγουδώντας στον καθρέφτη. Πείθει τον πατέρα της και της αγοράζει κιθάρα και διδάσκεται κατ’ οίκον μουσική, ενώ η οικογένειά της δεν συμφωνεί με την απόφασή της να γίνει τραγουδίστρια, με αποτέλεσμα να έρθουν σε ρήξη.
Στα δεκαεπτά της κάνει έναν άτυχο γάμο που διαλύεται σε έξι μήνες, αφού έριξε βιτριόλι στο σύζυγο, καταδικάστηκε και τιμωρήθηκε με φυλάκιση. Το 1940 μετά την κήρυξη του πολέμου κάνει τη δική της αντίσταση και κατεβαίνει στην κατεχόμενη Αθήνα. Για να ζήσει εργάζεται σκληρά και πάντα τίμια. Τα βράδια τραγουδάει με την κιθάρα της ερασιτεχνικά σε ταβερνάκια. Επηρεάζεται από τα πολιτικά γεγονότα, συμμετέχει στους κοινούς αγώνες κατά των εχθρών, συλλαμβάνεται φυλακίζεται και υπόκειται σε βασανιστήρια για τις πολιτικές της πεποιθήσεις και για τις ιδεολογίες της.
Το 1947 την ακούει ο Βασίλης Τσιτσάνης, ενθουσιάζεται από τη φωνή της και της γράφει τα πρώτα της τραγούδια (Όταν πίνεις, στην Ταβέρνα, και καλέ μου το παιδί) και άλλα, που ηχογραφούν στην Columbia και γίναν πολύ μεγάλες επιτυχίες. Ο δρόμος ανοίγει, δουλεύει στα μεγαλύτερα κέντρα και ηχογραφεί τις μεγαλύτερες επιτυχίες όλων των συνθετών της εποχής, τη μια μετά την άλλη.
Είναι η πρώτη γυναίκα που ανεβαίνει στο αντροκρατούμενο πάλκο στου «Τζίμη του Χοντρού» μαζί με το Βασίλη Τσιτσάνη και δημιούργησαν το αγαπημένο λαϊκό ντουέτο που ήταν ιδιαίτερα περιζήτητο εκείνη την εποχή, αλλά και αργότερα στη δεκαετία του 70. Εκεί έγινε το επεισόδιο με τους Χίτες που απαίτησαν βασιλικό τραγούδι κι εκείνη αρνήθηκε να το τραγουδήσει.
Στη συνέχεια ηχογραφεί και άλλα τραγούδια του Τσιτσάνη (Συννεφιασμένη Κυριακή, Η Μάνα μου με Δέρνει, Κάνε υπομονή , Το παράπονο του ξενιτεμένου κ.α.) και τη ζητούν οι συνθέτες ο ένας μετά τον άλλον. Ηχογραφεί τραγούδια των Γιώργου Μητσάκη (Ο Ναύτης, Το μεράκι της καρδιάς μου, Κατσιβέλα, Το παλτό, Το σβηστό φανάρι κ.α.), Κώστα Καπλάνη (Βαριά χτυπάει η καμπάνα, Μας ζηλεύουνε κ.α.), Σπύρου Περιστέρη (Μια φορά στον κόσμο ζούμε κ.α.), Τόλη Χάρμα (Δεν υποφέρεσαι κ.α.) , αλλά και Μανώλη Χιώτη, Γιώργου Μανισαλή, Γιώργου Λαύκα και άλλων. Ηχογράφησε τραγούδια του Γιάννη Παπαϊωάννου (Άνοιξε γιατί δεν αντέχω, Σβήσε το φως να κοιμηθούμε, Άσεμ, άσεμε, Φοβάμαι μη σε χάσω, Ένας σατράπης θηλυκός κ.α.), με τον οποίο δούλεψαν αργότερα στην παράγκα του Καλαματιανού.
Το 1949 τραγουδάει με το Μάρκο Βαμβακάρη στην ιστορική διάλεξη του Μάνου Χατζιδάκι στο θέατρο Τέχνης για το Ρεμπέτικο. Στη συνέχεια ηχογραφεί στην Odeon τραγούδια των Βασίλη Τσιτσάνη (Απόψε κάνεις μπαμ, Ποια καρδιά δε θα ραΐσει, Τα καβουράκια κ.α.), Απόστολου Καλδάρα (Είπα να σβήσω τα παλιά κ.α.), Μπάμπη Μπακάλη (Γράμμα θα στείλω στο Θεό, Απόψε θα πεθάνει ο Χάρος κ.α.) , Τάκη Λαβίδα (Μες στα βαριά μεσάνυχτα κ.α.), Πάνο Πετσά και άλλων.
Το 1954 ηχογραφεί το ζεϊμπέκικο «περιπλανώμενη ζωή» του Βασίλη Τσιτσάνη που περιγράφει τη ζωή της και ήταν απ’ τα πιο αγαπημένα της. Το 1957 ηχογραφεί τραγούδια του Γιώργου Ροβερτάκη (χαλάλι για πάρτη σου). Το 1960 κάνει τις τελευταίες της ηχογραφήσεις στις 78 στροφές σε τεχνολογία ηλεκτρονικής ηχογράφησης (Θέλω μάγκα και Σατράπη Βασίλη Τσιτσάνη, Ρέστοι και μπατίρηδες Γιώργου Μητσάκη, Σαν πεθάνω στο καράβι Μπάμπη Μπακάλη κ.α.)
Το 1961 ηχογραφεί 4 δίσκους 45 στροφών με δικά της τραγούδια χωρίς να γνωρίσουν ιδιαίτερη επιτυχία (Σε φιλίες δεν πιστεύω, κ.α.). Το ρεμπέτικο γνωρίζει κάμψη και ξανααναβιώνει στο τέλος της δεκαετίας του 60.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ 1965


«Δε λες κουβέντα
κρατάς κρυμμένα μυστικά
και ντοκουμέντα…»

Κώστας Τριπολίτης
Στο τέλος της δεκαετίας του 60 το ρεμπέτικο ξαναγνωρίζει άνθιση, και η Σωτηρία Μπέλλου μετά από 5 χρόνια απουσίας, έχει το κουράγιο και την ψυχική δύναμη και επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο. Το 1965 εμφανίζεται στο κέντρο «Νήσος Ύδρα» όπου την ακούει ο Αλέκος Πατσιφάς που δημιούργησε τη Lyra, και την καλεί και ηχογραφεί τον πρώτο της προσωπικό δίσκο LP «Τα Ρεμπέτικα της Σωτηρίας Μπέλλου», με ρεμπέτικα σε πρώτη εκτέλεση και σε επανεκτέλεση (Έκαψα την Καλύβα μου Μπάμπη Μπακάλη, Καημό μες στην καρδούλα μου Κώστα Σκαρβέλη, κ.α.), και εξώφυλλο χαρακτικό έργο του Α. Τάσσου, που ντύνει και τους άλλους 11 δίσκους που ακολουθούν μετά την επιτυχία του πρώτου, με γνωστά ρεμπέτικα σε πρώτη εκτέλεση και σε επανεκτέλεση των Βασίλη Τσιτσάνη, Γιάννη Παπαϊωάννου, Γιώργου Μητσάκη, Κώστα Καπλάνη , Απόστολου Χατζηχρήστου, Μαρίνου Γαβριήλ, και άλλων (Συννεφιασμένη Κυριακή, Πέφτουν της βροχής οι στάλες, Κάποια Μάνα αναστενάζει, Χαλάλι σου, Καρδιά παραπονιάρα, Πριν το χάραμα, Περαίας και Αθήνα κ.α.) με μουσική κυρίως Στέλιου Ζαφειρίου, Κώστα Παπαδόπουλου και Νίκου Μαμαγκάκη.
Το 1972 ανοίγει στην Πλάκα δικό της μαγαζί (Το σαλόνι της Μπέλλου), και τον επόμενο χρόνο ξαναεμφανίζεται με τον επί χρόνια αγαπημένο φίλο και συνεργάτη της Βασίλη Τσιτσάνη στο Χάραμα, μέχρι το θάνατό του το 1984. Ερμηνεύει επίσης τραγούδια των Θεόδωρου Δερβεκώτη, Κώστα Καπλάνη, Στέλιου Βαμβακάρη και άλλων. Άξια προσοχής είναι και τα δικά της τραγούδια που εμπνέεται από στιγμές της ζωής της και ηχογραφεί κατά καιρούς (Πάψε μανούλα μου να κλαις, Μαραίνεται η καρδούλα μου, Το ξερό μου το κεφάλι, κ.α.) μουσική Σωτηρίας Μπέλλου, (Πάντα περιπλανώμενος, Θα σας πω μια ιστορία, Μια μικρή γαλανομάτα, κ.α.) μουσική Μαρίνου Γαβριήλ, (Το καινούργιο Χόλυγουντ, Για μένα το καλό παιδί, κ.α.) μουσική Λευτέρη Τσαγκάρη, και άλλα.
Το 1973 μπαίνει στο έντεχνο τραγούδι με τη συμμετοχή της στο δίσκο «Δεν περισσεύει υπομονή» των Αργύρη Κουνάδη- Βαγγέλη Γκούφα. Το 1975 την καλεί στο στούντιο ο Διονύσης Σαββόπουλος να ηχογραφήσει το θρυλικό «Ζεϊμπέκικο» (Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια), στο δίσκο «Δέκα χρόνια κομμάτια» που αποτυπώθηκε και σε κινηματογραφικό φιλμ με τη χαρακτηριστική ατάκα στο τέλος : «Είδατε που τραγουδάω και ποπ; ….»Είναι η πιο γνωστή της επιτυχία σταθμός στην καριέρα της. Το 1980 ηχογραφεί τα πλέον κλασικά «Λαϊκά προάστια» των Ηλία Ανδριόπουλου- Μιχάλη Μπουρμπούλη , με το γνωστό «Μην κλαις». Τον επόμενο χρόνο ηχογραφεί το γνωστό «Δε λες κουβέντα» στο «Φράγμα» των Δήμου Μούτση-Κώστα Τριπολίτη, που ήταν και η τελευταία της μεγάλη επιτυχία. Επίσης, τα τελευταία χρόνια ερμηνεύει τραγούδια των Βασίλη Δημητρίου- Μάνου Ελευθερίου, Σταύρου Ξαρχάκου, Δημήτρη Λάγιου, Γιάννη Μαρκόπουλου, Λίνου Κόκοτου και άλλων.
Το 1987 με αφορμή τη συμπλήρωση 40 χρόνων προσφοράς της στο τραγούδι, της απονεμήθηκε διπλός χρυσός δίσκος με τραγούδια από την καριέρα της και εξώφυλλο πορτραίτο της φιλοτεχνημένο από το φανατικό θαυμαστή της Γιάννη Τσαρούχη, ο οποίος χόρεψε ζεϊμπέκικο υποβασταζόμενος στην τιμητική εκδήλωση στο «Χάραμα», όπου την τίμησαν με την παρουσία τους πολιτικοί και καλλιτέχνες. Ο δίσκος αυτός έγινε το πρώτο CD που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα.
Ο τελευταίος της προσωπικός δίσκος εκδόθηκε το 1990 με τραγούδια κυρίως δικά της με μουσική του Μαρίνου Γαβριήλ, ενώ τα επόμενα χρόνια κάνει τις τελευταίες της ηχογραφήσεις («Γεια σας ! Που πέφτουν τα Σύνορα;» Κώστα Καλδάρα , και «Όταν μου μιλάς» Γιάννη Πετρόπουλου). Το 1993 κάνει τις τελευταίες της εμφανίσεις στο «Ρεπορτάζ», και τον επόμενο χρόνο δίνει την τελευταία της συναυλία στο «Παλλάς» της Κύπρου.
Το 1994 μετά από ενοχλήσεις στο λαιμό εισάγεται στο νοσοκομείο «Σωτηρία» όπου οι γιατροί διαπιστώνουν καρκίνο στο φάρυγγα, τραχειοτομείται και χάνει την πολύτιμη φωνή της, και εκεί περνάει τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής της. Φανατική λάτρης του τζόγου αντιμετωπίζει και σοβαρά οικονομικά προβλήματα, και αναγκάζεται να πουλάει κασέτες με τη φωνή της. Το Υπουργείο Πολιτισμού της εγκρίνει τιμητική σύνταξη που δεν πρόλαβε να πάρει.
Μας αποχαιρετάει για πάντα το πρωί της 27ης Αυγούστου, μόνη παραπονεμένη και ξεχασμένη απ’ όλους, στα εβδομήντα έξι της χρόνια. Η θλιβερή είδηση της απώλειάς της συγκλονίζει τους πάντες. Για δυο μέρες στα μέσα μαζικής ενημέρωσης ακούγονται τα τραγούδια της και προβάλλονται αφιερώματα για τη ζωή της και το έργο της, ενώ αναφορά γίνεται και στον ξένο τύπο. Η σωρός της κατευθύνεται προς την τελευταία της κατοικία με συνοδεία των τραγουδιών της (Συννεφιασμένη Κυριακή, Μην κλαις). Η σεμνή τελετή της κηδείας της γίνεται δημοσία δαπάνη από το Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, όπου της παραχωρείται από το Δήμο τάφος δίπλα σε μεγάλους καλλιτέχνες.
Η Σωτηρία Μπέλλου πηγαίνει μ’ αεροπλάνα και βαπόρια στους φίλους της τους παλιούς ρίχνει ένα ζεϊμπέκικο τραγουδώντας με φωνές ηλεκτρικές και πίσω τρέχανε σκυλιά, και η τρομερή της η λαλιά θα ηχεί για πάντα μέσα μας.
Η βιογραφία της κυκλοφορεί με τίτλο «Πότε ντόρτια, πότε εξάρες» από τις εκδόσεις « Πατάκη».

ΓΙΑ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΠΕΛΛΟΥ


«..Γιατί γιατροί δεν βρήκατε
το φάρμακο ακόμα
ζωές αδίκως χάνονται
και η δική μου τώρα…»

Παναγιώτης Μακροποδάρας

ΝΙΚΟΣ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ

Η Σωτηρία Μπέλλου ήταν μια από τις μεγαλύτερες τραγουδίστριες του αιώνα, και ένα άτομο θεμελιώδες πραγματικά πρωταρχικής αξίας. Υπάρχουν τα άτομα αυτά, υπάρχει και η κόπια τους Η Σωτηρία ήταν εντελώς ordined, και σαν άνθρωπος με πολλά κότσια. Δούλεψα μαζί της πάρα πολύ, και ίσως ήμουν ο μόνος άνθρωπος που σεβόταν τόσο πολύ. Όταν η εταιρία ήθελε κάτι, με έπαιρνε ο Πατσιφάς και μου έλεγε: «Σε παρακαλώ Νίκο μου, μίλησε στη Σωτηρία…». Η Σωτηρία τους πέρναγε γενιές δεκατρείς, με διάφορα κοσμητικά επίθετα που δεν επαναλαμβάνονται. Και μόλις την έπαιρνα της έλεγα: «Σωτηρία, κάνε εκείνο…», μου έλεγε : «καλά Νικάκι μου…», έτσι με έλεγε…


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΟΣ

Η Σωτηρία Μπέλλου ήταν συμπατριώτισσα, πάρα πολύ ωραία στο είδος της το ρεμπέτικο, αλλά καλά είναι να ζεις, άμα πεθάνεις είναι βράσε ρύζι όλα….

ΔΟΥΚΙΣΣΑ

Πάρα πολύ ωραία δωρική φωνή, τράβηξε πάρα πολλά στη ζωή της, ευτυχώς το τέλος ήταν καλό μεταφορικά, όχι σαν θέμα υγείας, σαν θέμα καριέρας, γιατί αναγνωρίστηκε και δοξάστηκε…

ΑΔΕΛΦΟΙ ΚΑΤΣΑΜΠΑ

Η μεγάλη Σωτηρία Μπέλλου με τα έργα που έκανε έμεινε στην ιστορία δεν είναι τυχαίο αυτό, όπως και τα δικά μας και ολονών. Αυτοί είναι ημίθεοι για μας, τους θαυμάζαμε και τους αγαπούσαμε όπως κι αυτοί μας αγαπούσαν…

ΠΟΠΗ ΑΣΤΕΡΙΑΔΗ

Μοναδική στο είδος της καταπληκτική φωνή , την αγαπούσε ο κόσμος και μένα με αγαπούσε, και θα τη θυμόμαστε πάντα…


ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ


« Άλλη μάγκες δε θα βγει
σαν της Μπέλλου τη φωνή
ήταν μια μεγάλη μορφή
μια δασκάλα στη ζωή
μια ρεμπέτισσα μοναδική.»

Ανθή Καραντώνη

1921. Γεννιέται στα Χάλια Χαλκίδας.
1937. Ψέλνει δίπλα στον παππού της ιερέα. Παίρνει κιθάρα και μαθήματα μουσικής.
1938. Κάνει έναν άτυχο εξάμηνο γάμο που διαλύεται με βιτριόλισμα στο σύζυγο, καταδίκη και φυλάκιση.
1940. Κατεβαίνει στην κατεχόμενη Αθήνα. Αγωνίζεται κατά των εχθρών. Τραγουδάει με την κιθάρα της σε ταβερνάκια.
1947. Ηχογραφεί τον πρώτο της δίσκο με τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη.
1948-57. Ηχογραφεί τραγούδια των Γιάννη Παπαϊωάννου, Γιώργου Μητσάκη, Κώστα Καπλάνη, Τόλη Χάρμα, Σπύρου Περιστέρη, Μπάμπη Μπακάλη, Απόστολου Καλδάρα, Γιώργου Ροβερτάκη, και άλλων.
1959-61. Κάνει τις τελευταίες της ηχογραφήσεις στις 78 και στις 45 στροφές.
1966. Επανεμφανίζεται στη δισκογραφία με το πρώτο της προσωπικό LP από τη Lyra.
1972. Ανοίγει στην Πλάκα το Σαλόνι της Μπέλλου.
1973. Μπαίνει στο έντεχνο με τη συμμετοχή της στο LP «Δεν περισσεύει Υπομονή».
1975. Ηχογραφεί το θρυλικό «Ζεϊμπέκικο» του Διονύση Σαββόπουλου.
1980. Ηχογραφεί τα κλασικά «Λαϊκά Προάστια» Ηλία Ανδριόπουλου- Μιχάλη Μπουρμπούλη.
1981. Ηχογραφεί το «Δε λες κουβέντα» Δήμου Μούτση- Κώστα Τριπολίτη.
1987. Της απονέμεται διπλός χρυσός δίσκος για τα 40 της χρόνια στο τραγούδι.
1990-93. Κυκλοφορεί το τελευταίο της προσωπικό LP. Κάνει τις τελευταίες της ηχογραφήσεις. Κάνει τις τελευταίες της εμφανίσεις.
1994. Δίνει την τελευταία της συναυλία. Εισάγεται στο «Σωτηρία» λόγω καρκίνου του φάρυγγα, τραχειοτομείται και χάνει τη φωνή της.
1997. Φεύγει στις 27 Αυγούστου και κηδεύεται από το Α΄ Νεκροταφείο.

02 Νοεμβρίου 2007

Κατερίνα Γώγου (Μετρονόμος, τεύχος 22)





Κατερίνα Γώγου


-μια μικρή αναφορά στην “οργισμένη” ποιήτρια και μια ματιά στην παρουσία της στην ελληνική δισκογραφία-

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
Κατερίνα Γώγου

Για τους πολλούς, η Κατερίνα Γώγου είναι γνωστή σαν μια καλή ηθοποιός του παλαιού ελληνικού κινηματογράφου. Η εικόνα του χαριτωμένου, ατίθασου, τσαμπουκαλεμένου τρελοκόριτσου είναι αποτυπωμένη στις πάμπολλες ελληνικές ταινίες, κυρίως της Φίνος Φιλμ, αλλά και στη μνήμη των Ελλήνων.
Η Γώγου – ηθοποιός όμως, των δεκαετιών του ’60 και του ’70, συμπορεύτηκε, από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, παράλληλα με τη ηθοποιία, και με την ποίηση. Παρουσίασε, μέσα από τα ραγισμένα ποιήματά της, ένα ξεχωριστό ποιητικό πρόσωπο, που σημάδεψε την ελληνική ποίηση.

«Εν αρχή ην το Χάος»*

Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Ιούνη 1940. Από πολύ μικρή, 5 χρονών, ως παιδί – θαύμα, δούλεψε σε παιδικούς θιάσους και στη συνέχεια επαγγελματικά, σαν ηθοποιός στον κινηματογράφο και στο θέατρο. Συμμετείχε σε πολλές ταινίες(“Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο/1959”, “Άπονη ζωή/1964”, “Δεσποινίς Διευθυντής/1964”, “Η δε γυνή να φοβείται τον άντρα/1965”, “Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση/1971” κ.ά.) , ενώ στο θέατρο έπαιξε από επιθεώρηση μέχρι τραγωδία(θίασος Κ. Κουν). Πρωταγωνίστησε στις εξής ταινίες : α) «Το … βαρύ πεπόνι»(Π. Τάσιου, 1977 – κέρδισε το Βραβείο Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης), β) «Παραγγελιά»(Π. Τάσιου, 1980 – μέρος της ταινίας βασίζεται σε ποιήματά της) και γ) «Όστρια»(Α. Θωμόπουλου, 1984 / συνεργάστηκε στο σενάριο / πήρε το Κρατικό Βραβείο Ερμηνείας και μοιράστηκε το Βραβείο Σεναρίου με τον Α. Θωμόπουλο).
Η Κατερίνα Γώγου παντρεύτηκε τον σκηνοθέτη Παύλο Τάσιο και απέκτησαν μια κόρη, την Μυρτώ Τάσιου.1

«Εν αρχή ην ο Πόνος»*

Αμέσως, με την εμφάνιση της πρώτης της ποιητικής συλλογής, ξεκίνησε, όπως γράφτηκε, η “μεταφορά” της «από τα πλατό της Φίνος στο πλατό των Εξαρχείων, χώροι απατημένης φαντασίας και οι δύο». Εξ αρχής άσκησαν γοητεία πάνω της «ο κόσμος του εξαναγκασμένου περιθωρίου» και «ο χώρος της μαχόμενης αναρχίας τροτσκιστικών καταβολών», αλλά, εν συνεχεία, καταβυθίστηκε «στην περιοχή των ευφορικών ουσιών» και «στην πολιτικοποιημένη, όπως όπως, ψυχεδέλεια». Μπορεί η Κατερίνα Γώγου να «υπονόμευσε τον ποιητικό της βίο από τις δυστροπίες και τις ατοπίες της πολιτείας της» κατάφερε όμως να μας παραδώσει ακέραια τα ποιήματά της.2
Η ατίθαση και σπαρακτική ποιητική φωνή της Γώγου έγινε, τόσο η φωνή της δικής της μεταπολεμικής γενιάς, όσο και της μεταπολιτευτικής γενιάς, αλλά και των ακόμη νεότερων. Μέσα από τα ποιήματά της, αυτή η ασυμβίβαστη και, συνάμα, ευαίσθητη ποιήτρια έκανε τον πόνο της στίχους και αποτύπωσε μέσα από τις ποιητικές της κραυγές όλη την αθλιότητα που υπήρχε γύρω της. Η Γώγου, μια γνήσια “δακρυσμένη ψυχή”, κατά την τσεχοφική ορολογία, “συνομίλησε”, κυρίως, με τους νέους. Όπως ειπώθηκε, «έκανε ποίηση σε μια εποχή που άλλοι “ποιητές” έκαναν δημόσιες σχέσεις», γι’ αυτό και ήταν έξω από τα εκδοτικά και κάθε λογής κυκλώματα και κλίκες. Παρόλα αυτά όμως, σύμφωνα με τις δηλώσεις του ίδιου του εκδότη της Θανάση Καστανιώτη, τα ποιητικά της βιβλία πούλαγαν από 40.000 αντίτυπα(!), αριθμό που μέχρι τότε είχαν πιάσει μόνο ο Ελύτης ή ο Ρίτσος τη μεταπολίτευση!3
Το ποιητικό της έργο κυκλοφορεί σε επτά(7) ποιητικές συλλογές : α) «Τρία κλικ αριστερά»(εκδ. Καστανιώτη, 1978), β) «Ιδιώνυμο» (εκδ. Καστανιώτη, 1980), γ) «Το ξύλινο παλτό» (εκδ. Καστανιώτη, 1982), δ) «Απόντες» (εκδ. Καστανιώτη, 1986), ε) «Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών» (εκδ. Καστανιώτη, 1988), στ) «Νόστος» (εκδ. Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνη, 1990) και ζ) «Με λένε Οδύσσεια» (εκδ. Καστανιώτη, 2002 / μεταθανάτια έκδοση).

«Στο δρόμο» της ελληνικής δισκογραφίας4

Την πιο ουσιαστική προσέγγιση στην ποίηση της Κατερίνας Γώγου, με την έννοια ότι αποτελεί μια ολοκληρωμένη δισκογραφική πρόταση, αποτελεί ο δίσκος «Στο δρόμο»(LP, COLUMBIA 71155, 1981 & CD, EMI 833664, 1995) σε μουσική Κυριάκου Σφέτσα. Ο δίσκος αυτός αποτελεί το soundtrack της ταινίας «Παραγγελιά»(1980 – Βραβείο καλύτερης μουσικής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης) και η ίδια η Γώγου ερμηνεύει ποιήματά της από τις συλλογές της «Τρία κλικ αριστερά» και «Ιδιώνυμο».
Περιλαμβάνονται τα εξής εννέα(9) ποιήματα : «Η ζωή μας είναι σουγιάδες», «Θέλω να κουβεντιάσω», «Μοναξιά», «Κανείς δεν θα γλυτώσει», «Πάει αυτό ήταν», «Κοίτα πως χάνονται οι δρόμοι», «Καμιά φορά», «Πόσο νωρίς φεύγει το φως», «Θα ’ρθει καιρός».
Αξίζει να “δώσουμε” το λόγο στον ίδιον τον Κυριάκο Σφέτσα, ο οποίος αφηγείται πολύ χαρακτηριστικά το πώς έγραψε τη μουσική για την «Παραγγελιά» και πως μελοποίησε την ποίηση της Κατερίνας Γώγου :
«Κατά τα μέσα του Ιουλίου του ’80 ο Παύλος Τάσιος κι η Κατερίνα Γώγου με καλούν να μιλήσουμε για την ταινία…Βλέπω το υλικό στη μουβιόλα… Την ιστορία του Κοεμτζή την είχα ακουστά μέσα σε άκρες… Αποδέχομαι την πρόταση, παίρνω υπό μάλης τα ποιήματα της Κατερίνας…Έχω στο μυαλό μου και στην οπτική μου μνήμη, όσες εικόνες μπόρεσα να συγκρατήσω από τη μουβιόλα. Στο αναλόγιο του πιάνου τα ποιήματα της Γώγου και είμαι “φτιαγμένος” από την τραγική ιστορία του Κοεμτζή… Γράφω λοιπόν, κάποια αιχμηρά κομμάτια και δυο μπαλάντες, όπου το μπλουζ, το ροκ, η τζαζ κι ο αυτοσχεδιασμός σε ανατολίζουσες και δυτικότροπες εκδοχές συμβιώνουν πονετικά, αλλά πάντα σε μια ρέουσα έξαρση…Όταν επέστρεψα για την ηχοληψία, τους είπα, “έχουμε να κάνουμε με πράγματα που μας πάνε αλλού. Έχουμε να υπηρετήσουμε μια φλόγωση, ένα φοβερό συγκινησιακό πάθος κι ένα πεδίο που στις ρήξεις του δεν υπακούει στα κοινά πλαίσια της λογικής. Κι ο μόνος τρόπος να σταθούμε δίπλα του, είναι να του δοθούμε αισθαντικά…Και να που όλοι μας, από τις πρώτες κιόλας ηχογραφήσεις παθαίνουμε…Η αξέχαστή μου Κατερίνα, αναρχικώς κι ευθέως εκδηλωτική, τρέμει από τη χαρά της…
Η μουσική πρόταση της ταινίας υπεδείκνυε τρόπους εναλλακτικής έκφρασης. Θέλω να πιστεύω πως βοήθησε νεότερους μουσικούς εκείνης της εποχής. Κάποιους που δεν είχαν την τύχη να θητεύσουν και εκτός Ελλάδας. Όμως, έτσι κι αλλιώς, ο μουσικός δημιουργός δεν φτιάχνεται μόνο από τις νότες…
Η Κατερίνα Γώγου εμφανιζόταν, σε ανάλογες με τα ποιήματά της sequences της ταινίας, ως κορυφαία θα έλεγα ενός αόρατου χορού, επιχειρώντας ίσως να σχολιάσει ή και να εξορκίσει το κακό, πότε ταυτισμένη με τη δραματική φιγούρα του τραγικού ήρωα, πότε πιο απόμακρη κι αινιγματική, προσκαλώντας μας σε μια συμμετοχή και την δια μέσου αυτής κάθαρσής μας, αφού έτσι κι αλλιώς μας θεωρούσε όλους υπεύθυνους για το κακό που είχε συμβεί, αναιρώντας μας το δικαίωμα να αποτελούμε σιωπηλή πλειοψηφία, και επιζητώντας να μας πείσει ότι ζούμε όλοι σε μια σάπια, από κάθε πλευρά, κοινωνία, για την οποία φυσικά είμαστε άκρως υπεύθυνοι, χωρίς καμία εξαίρεση.»5.
Το 1990 κυκλοφόρησε η συλλογή «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ 2»(LP & CD, EMI 170323/480752), όπου περιλαμβάνει το κομμάτι «Θέλω να κουβεντιάσω», που το ερμηνεύει η Κατερίνα Γώγου, από το LP «Στο δρόμο», το οποίο το 1995 κυκλοφόρησε και σε CD από την EMI.
Το 1998 κυκλοφόρησε το CD των “Magic De Spell” «Τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών»(FM RECORDS 458). Στη δισκογραφική αυτή δουλειά του γνωστού ελληνικού ροκ συγκροτήματος εμπεριέχεται και το τραγούδι «Εμένα οι φίλοι μου» σε ποίηση Κατερίνας Γώγου από τη συλλογή της «Τρία κλικ αριστερά».6
Τέλος, το 2001, κυκλοφόρησε από τη MINOS η κασετίνα «70 ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ», στην οποία υπάρχει και δεύτερο κομμάτι από τη δουλειά «Στο δρόμο», πάλι με ερμηνεύτρια τη Γώγου, συγκεκριμένα το «Θα ‘ρθει καιρός».

Το τέλος7

Είμαι ένα κομματάκι τ’ ουρανού
Τετράγωνο, ολομόναχο, φωτισμένο.
Κατερίνα Γώγου

«Η Κατερίνα ήταν μια ταραγμένη ψυχή. Ένιωθε σαν αγρίμι παγιδευμένο, ήταν διαρκώς σε διωγμό. Μια λέξη μπορούσε να την πληγώσει, μια κίνηση να την ταπεινώσει. Δυο μήνες πριν πεθάνει την συνάντησα τυχαία. Ήταν γερασμένη, σαν μάγισσα από παραμύθι, με άσπρα μαλλιά, ατημέλητη, με βραχνή φωνή…Η Κατερίνα πέθανε αγρίμι όπως έζησε και σαν αγρίμι.».
Νίκος Κούνδουρος
Σκηνοθέτης

«Το τελευταίο χρόνο ένιωθε πως είχε κλείσει ο κύκλος της. Τις τρεις τελευταίες μέρες γύρισε στο σπίτι που μεγάλωσε, στης γιαγιάς, στο Μεταξουργείο. Μπήκε μέσα στο χαμό…».
Μυρτώ Τάσιου
κόρη της Κατερίνας Γώγου

Η Κατερίνα Γώγου έκλεισε ποιητικά τον βίο της. Επέλεξε να έχει μια ροκ – εν – ρολ αυτοκτονία. Αυτοκτόνησε, παίρνοντας χάπια, στις 3 Οκτώβρη του 1993, σε ηλικία 53 χρονών.


Τάσος Π. Καραντής
tkaranti@otenet.gr

21 Ιουνίου 2007

Μανώλης Αγγελόπουλος (Μετρονόμος - τεύχος 3)


Άσμα το λαϊκό: Μανώλης Αγγελόπουλος

του Κώστα Μπαλαχούτη

Ο Μανώλης Αγγελόπουλος είναι ένας από τους μεγαλύτερους λαϊκούς ερμηνευτές που ανέδειξε αυτός ο τόπος. Ο μόνος που τόλμησε να «κοντράρει» σε δημοτικότητα και απήχηση τον «αυτοκράτορα» του λαϊκού τραγουδιού Στέλιο Καζαντζίδη την περίοδο της απόλυτης κυριαρχίας του στο μουσικό στερέωμα, γύρω στα 1959. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις συνοικίες του Πειραιά και της Αθήνας αλλά και στην επαρχία, το μουσικό κοινό χωρίστηκε σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα, τους «Καζαντζιδικούς» και τους «Αγγελοπουλικούς».
Το ξεκίνημα
Ο Αγγελόπουλος γεννήθηκε το 1939 στην Καβάλα. Εκεί έχω καταλήξει ύστερα από συζητήσεις που είχα με φίλους, συγγενείς και συνάδελφους του. Ο ίδιος σε διάφορες συνεντεύξεις που έδινε κατά καιρούς, έλεγε ότι γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, μερικές φορές στην Καβάλα και άλλες... στη Δράμα. Με μισή ευχή, ασαράντιστος ακόμα, πηγαίνει μαζί με την οικογένειά του στον Άγιο Αθανάσιο της Δράμας. Το 1947 βρίσκεται στο Ηράκλειο της Κρήτης, στα τσαντίρια. Στα 14 του χρόνια μένει ορφανός από πατέρα. Το «καραβάνι» τον φέρνει στα Κάτω Πετράλωνα και στη συνέχεια στην Αγία Βαρβάρα. Πουλούσε κιλίμια, κουβέρτες κι ό,τι άλλο είδος ήταν εμπορεύσιμο. Πολλές φορές κατέληγε στο τμήμα γιατί οι αστυνομικοί κυνηγούσαν τους μικροπωλητές και τους πλανόδιους. Μαζί με ένα φίλο αποφάσισαν να φτιάξουν δύο κασελάκια. Έτσι ξεκίνησαν να κάνουν τα λουστράκια και να γυαλίζουν παπούτσια στον Πειραιά. Έκανε τον αχθοφόρο, το γκαρσόνι... Το μεγάλο του πάθος ήταν η μουσική και το τραγούδι. Σε ένα λοφίσκο με ραπανάκια στην Αγία Βαρβάρα μάζευε τα τσιγγανόπουλα και τους τραγουδούσε με τις ώρες. Το 1957 τον κορόιδευαν όταν πήγαινε στα λαϊκά μαγαζιά της περιοχής του (Περιβόλα, Κεφάλα στην Κοκκινιά, Βλάχος και Κήπος του Αλλάχ στο Αιγάλεω) και παρακαλούσε να τον αφήσουν, στο τέλος του προγράμματος, στις άδειες καρέκλες, να πει κι εκείνος ένα τραγούδι. Ένα τραγούδι από τα πονεμένα του Καζαντζίδη που τόσο του άρεσαν. Ακόμη, επισκεπτόταν το κοντινό σπίτι του Σπύρου Ζαγοραίου, που τότε είχε για μεγάλο σουξέ το τραγούδι των Κλουβάτου - Βασιλειάδη «Άναψε το τσιγάρο» και του ζητούσε συμβουλές. Όταν τραγούδησε για πρώτη φορά σε κέντρο το «Απόψε φίλα με» του Χρ. Κολοκοτρώνη είχε ακόμα τα κιλίμια και τα χαλιά στους ώμους. Εκεί γνώρισε τα μεγαθήρια Παγιουμτζή, Μπέλλου και Άκη Πάνου. Τα χρήματα που έπαιρνε δεν έφταναν για «πειρατικό» κι έτσι το ξημέρωμα γυρνούσε στο σπίτι με τα πόδια. Λίγο αργότερα θα είχε για προσωπικό του οδηγό τον Στέλιο Τσονίδη και θα αγόραζε ένα πολυτελέστατο μαύρο Πεζώ. Στην Κολούμπια τον είχε πάει ο τσιγγάνος μπουζουξής Ανέστος Αθανασίου, ο οποίος ήταν σπουδαίος δεξιοτέχνης και είχε συνεργαστεί με μεγάλους καλλιτέχνες: Στέλιο Καζαντζίδη, Βασίλη Τσιτσάνη, Νίκο Γούναρη, Καίτη Γκρέυ, Πάνο Γαβαλά, Γιώτα Λύδια κ.ά. Ο Αθανασίου που ήταν και εξάδελφος του, γνωρίζοντας το πάθος του για το τραγούδι θέλησε να τον βοηθήσει. Καλές συστάσεις έδωσαν και οι Καραπατάκης, Καρανικόλας, Δερβενιώτης. Δυστυχώς οι πρώτες απόπειρες κι εντυπώσεις που άφησε δεν ήταν ικανοποιητικές. Ήταν και η τσιγγάνικη καταγωγή του μεγάλο εμπόδιο για να γίνει αποδεκτός και να καθιερωθεί στην δισκογραφία. Το μεγάλο «μπαμ»
Και ξαφνικά βγήκε η «Μαγκάλα» του Ατταλίδη, που κατέπληξε τον κόσμο κι χάρη σε αυτή καθιερώθηκε ο Αγγελόπουλος. Το παράξενο αυτό τραγούδι με την ανατολίτικη μελωδία και το ινδικό όνομα παντρεύτηκε μοναδικά με την ευέλικτη, γλυκιά και «άναρχη» φωνή του και συναγωνίστηκε επάξια την «Μαντουμπάλα» του Καζαντζίδη που οι πωλήσεις της άγγιζαν τις 100.000 αντίτυπα. Από εκεί και ύστερα οι επιτυχίες έπεφταν σαν χαλάζι. «Φαρίντα», «Φεγγάρι χλωμό», «Όταν κοιμάται ο δυστυχής», «Πικραμένο γράμμα», «Ανέβα στο τραπέζι μου», «Σαν θεό σ' αγαπώ», «Όσο αξίζεις εσύ», «Κίνδυνος θάνατος», «Γράμματα μου στέλνεις», «Ρίξε στο γυαλί φαρμάκι», «Καλή τύχη», «Η γκρινιάρα», «Μανώλια», «Στα βουνά δεν πάνε οι πόνοι», «Πολλές γυναίκες γνώρισα», «Το παιδί της αμαρτίας», «Βάνα» και τόσα άλλα τραγούδια είναι από τις πιο σημαντικές και εμπορικές στιγμές της δισκογραφίας στις 45 στροφές. Ο Αγγελόπουλος έκανε το «μπαμ» γιατί η φρεσκάδα της φωνής του και το μοναδικό παραπονιάρικο ηχόχρωμα της με την ανατολίτικη λαγνεία άρεσαν στον κόσμο, που τον αγάπησε και τον λάτρεψε. Λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία της «Μαγκάλας», μαγαζιά δανείζονταν για την μαρκίζα τους το εξωτικό ινδικό αυτό όνομα -όπως συνέβη και με την «Μαντουμπάλα»- και κορίτσια «καλών» αλλά και άλλα λιγότερο «αγνών ηθών», έπεφταν πάνω του όπως οι μέλισσες στο μέλι. Ο Αγγελόπουλος κυριολεκτικά φυγαδευόταν από τα θέατρα, τους κινηματογράφους, τα πανηγύρια και τα κέντρα. «'Όπου εμφανιζόταν σταμάταγε η κυκλοφορία» μου είπε ο δεξιοτέχνης του μπουζουκιού Στέλιος Βαμβακάρης. «Ποτέ λαϊκός τραγουδιστής δεν αγαπήθηκε τόσο πολύ από το γυναικείο φύλο όσο ο Αγγελόπουλος» συμπληρώνει ο λαϊκός δημιουργός Νίκος Καρανικόλας. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι όλοι οι καλλιτέχνες με τους οποίους κατά καιρούς έχω μιλήσει και συζητήσει για διάφορα θέματα που αφορούν το τραγούδι και τους πρωταγωνιστές του, εκφράστηκαν με εγκωμιαστικά λόγια για το ταλέντο, την αξία και το χαρακτήρα του. Ούτε ένας δεν ξεστόμισε κακιά κουβέντα, παράπονο, ειρωνεία... Κι όμως ο Αγγελόπουλος απ' την αρχή μέχρι και το τέλος της καριέρας του δέχτηκε περιφρονητικά σχόλια για την καταγωγή αλλά και το ρεπερτόριό του. Η στάμπα του «γύφτου» σπίλωνε με χλευασμό κάθε βήμα του. Ο «Άρχοντας» όμως φαίνεται στις δύσκολες στιγμές κι ο Αγγελόπουλος ποτέ δεν έκρυψε και δεν αρνήθηκε την καταγωγή του. Ίσα ίσα την πρόβαλλε με κάθε τρόπο, φέρσιμο και τραγούδι, όπως και τα προσωπικά του δράματα: «Ο τσιγγάνος», «Το τραγούδι του τσιγγάνου», «Τσιγγάνος θα πεθάνω», «Θα παντρευτούμε αγάπη μου», «Αγαπάω την Αννούλα». Το παράξενο είναι ότι ο κόσμος ανταποκρινόταν στα καλέσματά του και τα περίεργα αυτά τραγούδια γινόντουσαν επιτυχίες. Σ' αυτούς που ίσως απαντήσουν «άλλα χρόνια, άλλες εποχές...» θα θυμίσω το πιο πρόσφατο «Εμένα μ' έθρεψε τσιγγάνας γάλα και είμαι ελεύθερος σαν τα πουλιά». Το χάρισμα δεν εξηγείται με λόγια. «Αγαπάω την Αννούλα»

Ο δεσμός του με την Άννα Βασιλείου, στα πρώτα χρόνια του '60, ήταν το σκάνδαλο της εποχής. Οι τσιγγάνοι με τους αυστηρούς ηθικούς κι άγραφους νόμους τους δεν ήθελαν ο ήρωας τους να παντρευτεί κάποια που δεν ανήκε στην φυλή τους. Τα περιοδικά γέμιζαν καθημερινά με κουτσομπολιά : την πήρε, κλέφτηκαν, χώρισαν... Ο Δερβενιώτης έγραψε το θρυλικό : «Μάνα μου, γλυκιά μανούλα/ αγαπάω της Αννούλα/ μη στεναχωριέσαι μάνα αν δεν παντρευτώ τσιγγάνα». Με την Αννούλα ο Αγγελόπουλος δημιούργησε ένα από τα δημοφιλέστερα λαϊκά ντουέτα. Μαζί τραγούδησαν στο Ντελίς, στην Πειραιώς, στην Μαντουμπάλα, στα Άσπρα Χώματα, στην Τουρκία, στον Καναδά, στην Αυστραλία... Με την Αννούλα απέκτησαν τρία παιδιά και μετά παντρεύτηκαν. Ο Αγγελόπουλος ήταν ένας από τους καλλιτέχνες που λατρεύτηκαν και στο εξωτερικό. Ταξίδεψε σχεδόν σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Ακόμα και σήμερα τα τραγούδια του στο Ισραήλ, στην Αίγυπτο, την Τουρκία και τον Αραβικό κόσμο πραγματοποιούν ικανοποιητικές πωλήσεις. Ο Αγγελόπουλος συνεργάστηκε στενά με τη Γιώτα Λύδια στη Μαγκάλα, στο Κερατσίνι, με μπουζούκια τους Καρανικόλα, Μπιθικώτση, Λαύκα και στον Πράσινο Μύλο (μετονομάστηκε σε Έξι αδέλφια και Μαντουμπάλα), με μπουζούκια τους Αργύρη Βαμβακάρη, Γιάννη Παλαιολόγου, Στέλιο Βαμβακάρη, αλλά και στην δισκογραφία ως ντουέτο («Σαν θεό σ' αγαπώ», «Έλα γύφτο μου έλα» κ.ά.). Η Λύδια τού κάνει και τα σεγόντα και στην θρυλική «Μαγκάλα». Λαμπρές συνεργασίες ήταν κι αυτές με την Καίτη Γκρέυ στο «Ανέβα στο τραπέζι μου» των Μπακάλη - Βίρβου αλλά και στο κέντρο Ροσινιόλ, στις Τρείς Γέφυρες. Επίσης με την Πόλυ Πάνου στο «Θλιμμένη Ναργκίς» που ο Μπακάλης εμπνεύστηκε από τη διάσημη τότε στη χώρα μας Ινδή ηθοποιό. Στο Φαληρικόν, του Μαργωμένου, στις Τζιτζιφιές, ο Αγγελόπουλος είχε πάει το 1957, άσημος ακόμα, για να ακούσει τον Καζαντζίδη. Μάλιστα «έφαγε» την είσπραξη από δύο χαλιά που είχε πουλήσει. Πού να φανταζόταν τότε ότι λίγα χρόνια αργότερα θα τραγουδούσε εκεί πολλές σεζόν, σαν πρώτο όνομα, πλάι στους Τσιτσάνη, Μητσάκη, Χρυσάφη, Παπαδάκη, Χατζηαντωνίου, Ευσταθίου, Ρένα Ντάλμα, Χαρούλα Λαμπράκη, Βασίλη Βασιλειάδη. Στο ίδιο κέντρο άφησε εποχή και η συνεργασία του με το Βαγγέλη Περπινιάδη. Ωριμότητα
Όσο περνούσαν τα χρόνια η φωνή βάραινε, ωρίμαζε... Τα μαθήματα των δασκάλων -Ατταλίδη, Δερβενιώτη, Κολοκοτρώνη, Καραπατάκη, Καρανικόλα, Μητσάκη, Λαύκα, Μπακάλη, Καλδάρα, Χιώτη, Τσιτσάνη- είχαν πια διαμορφώσει την ερμηνευτική σφραγίδα του. Kάποια τραγούδια που έκανε με πιο «έντεχνα» χαρακτηριστικά με τον Πιτσιλαδή («Δεν έχω μπαλκόνι να ΄ρθεί χελιδόνι» σε στίχους Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου), το Σοφό («Όταν θα φύγεις από μένα πού θα πας», «Η αγάπη»), τον Καραπατάκη («Οι περασμένες μου χαρές» σε στίχους 'Αγγελου Αττικού) αλλά και δικές του δημιουργίες όπως «Ο δρόμος», απέδειξαν ότι μπορούσε να κινηθεί με άνεση και μαεστρία σε όλα τα είδη του ελληνικού τραγουδιού. Κι είναι κρίμα που αυτό το χάρισμα που είχε δεν αξιοποιήθηκε όσο του έπρεπε γιατί ό,τι έβαζε στο στόμα του γινόταν «χρυσάφι». Οι δρόμοι όμως του τραγουδιού γινόντουσαν πιο «έντεχνοι» και πιο «εμπορικοβιομηχανικοί». Μπροστά σ' ένα «Μεγάλο τσιγγάνο» ακόμα και το μάρκετινγκ σηκώνει αμήχανα τα χέρια ψηλά. Ο Αγγελόπουλος φεύγει απ' την Κολούμπια το 1967. Ηχογραφεί στην Βεντέτα και την Πάν Βοξ (την μετέπειτα Μιούσικ Μποξ και σήμερα ΜΒΙ). Συνεργάζεται ξανά με το Χιώτη λίγο πριν το τέλος του μεγάλου δεξιοτέχνη και δημιουργού. Ο Αγγελόπουλος δε «βρήκε μπαλκόνι να ΄ρθεί χελιδόνι να χτίσει φωλιά». Έμεινε στις παλιές, αγαπημένες του γειτονιές που τις γνώριζε και τον ήξεραν καλά... «οι περασμένες μου χαρές, αυλές χορταριασμένες»... Με «την καρδιά του τρεχαντήρι» παρέμεινε στις επάλξεις, έκανε πάλι σουξέ: «Στο Ακρωτήρι», «Τα φιλιά σου είναι φωτιά», «Η μάνα η Τούρκα», «Σ' αναζητώ», «Αγάπες μου περαστικές», «Τα μαύρα μάτια σου», «Ο πρόσφυγας», «Ποιος Θεός», «Πήρε φωτιά η Καλαμαριά», «Εγώ τρελάθηκα», «Τσιγγάνας γάλα» κ.ά. Επανεκτέλεσε ξανά τις μεγάλες του στιγμές, ελληνοποίησε τραγούδια δύσκολα του Αμπντέλ Χαλίμ Χαφέζ, της Φαιρούζ, της Ουμ Καλσούμ, του Ορχάν Γκετζεμπαί και έβαλε την ανεξίτηλη φαρδιά - πλατιά υπογραφή του στην «Διπρόσωπη», στο «Είναι ευτυχής ο άνθρωπος», «Μέσ' της Πεντέλης τα βουνά» και στο «Πέντε Έλληνες στον Άδη» όπου η ερμηνεία του είναι αξεπέραστη. Πήγε και στον Λυκαβηττό και το χάρηκε πολύ. Κάποιοι άλλοι όχι... Πριν το τέλος
Στα καλύτερά του επέστρεψε στην Κολούμπια, την εποχή που ο Καζαντζίδης βρισκόταν «Στον δρόμο της επιστροφής» στην Μίνως, μετά από 12 χρόνια δισκογραφικής σιωπής. Με τον πρώτο -και δυστυχώς τελευταίο του- δίσκο 33 στροφών ξαναπήρε τα σκήπτρα του «Άρχοντα» με το δικό του τρόπο: «Έλληνας είμαι Ανατολίτης» και «Όταν χορεύεις μάτια μου» σαν «Βαρδάρης» πες μου «Τι να κάνω για να σε κρατήσω» και να σβήσω την γρουσούζικη «Μολυβιά» που έγραψε «Την βαρέθηκε η ψυχή μου» αφού «Μια αγάπη, μία φλόγα, μια φωτιά» έκανε «Χίλια κομμάτια» τα «Παιδιά του Παραδείσου». Τόσες επιτυχίες και τόσες συνεργασίες -με Νικολόπουλο, Βαρδή, Τάκη Σούκα, Χαψιάδη, Ζέρβα, Καμπουρίδη, Σπυρόπουλου- σ' ένα μόνο δίσκο. Την πρώτη φορά που τον συνάντησα ήμουν 11 ετών. Την εποχή του Πρόσφυγα, τότε που έκανε χαλασμό με «Τα μαύρα μάτια σου». Βρισκόμουνα στο πίσω κάθισμα ενός Φόρντ Τάουνς και περίμενα να του βάλουμε βενζίνα, στου Μαμιδάκη, στην Αγία Βαρβάρα. Η άσπρη του Μερσεντές σταμάτησε στο πλάι μου. Είδα τις άσπρες φλοκάτες, τα χαϊμαλιά που την στόλιζαν. Ανοιξε την πόρτα και βγήκε έξω... Άρχοντας σωστός με τα μακριά μαλλιά του, το μουστάκι του, την δερμάτινη καπαρντίνα του, τα πομπώδη φερσίματά του. Άνοιξε πλατιά τα χέρια του κι αγκάλιασε τον πατέρα μου. Τον άκουσα να φωνάζει ανάμεσα στ' άλλα «Νικόλα, ρε Νικόλα, γιος σου είν' αυτός ρέ;» Όταν με χάιδεψε ψήλωσα πολύ. Τον ήξερα καλά τον Αγγελόπουλο μέσα απ' τις μυθικές, για την παιδική ψυχή μου, διηγήσεις του πατέρα μου. Τον γνώριζα καλά μέσα απ' τα σπασίματα της φωνής του, τους μοναδικούς λαρυγγισμούς του, τα πατήματα και τους αναστεναγμούς του μέσα απ' τους δίσκους στα τζουκ μποξ, στη «βαλίτσα» πικ-απ, τις χοντρές κασέτες των 8 track στο κασετόφωνο του αυτοκινήτου, τις μικρές πράσινες πειρατικές στο μικρό Sanyo... Λίγα χρόνια αργότερα, στα χρόνια του Λυκείου, πήγαινα στον κοντινό Ερμή, στο αναψυκτήριο, στο Αιγάλεω και έβλεπα ζωντανά πια αυτούς που γέμιζαν τα αφτιά και την ψυχή μου. Θαμπώθηκα από τη δύναμη και τη μαγεία της φωνής του. Εκεί στα «καλύτερά του» πήγα στο Όνειρο, στην Εθνική Οδό, για να τον ακούσω. Μαζί μου είχα μερικούς φίλους που τους είχα ήδη μυήσει στα ιερά και όσια του λαϊκού τραγουδιού. Στο μαγαζί βρισκόταν και ο Τούρκος καλλιτέχνης Κιουτσούκ Εμπράχ -κάπως έτσι τον έλεγαν-, που τότε είχε μεγάλη πέραση, όπως και οι τουρκικές βιντεοταινίες, στην πατρίδα μας και θα έδινε μία συναυλία στο γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας. Αφού βγήκε και τραγούδησε η Χαρούλα Λαμπράκη, παρακάλεσαν τον Τούρκο καλλιτέχνη να ανέβει στην πίστα. Πράγματι ο νεαρός τραγουδιστής έκλεψε την παράσταση και προκάλεσε θύελλα ενθουσιασμού. Μετά από αυτόν ήρθε η σειρά του Αγγελόπουλου. Έχω την εντύπωση ότι ο «Άρχοντας» κεντρίστηκε, το πήρε πατριωτικά το ζήτημα, και θέλησε να βάλει τα πράγματα στην θέση τους, να δείξει ποιος κάνει κουμάντο και είναι το αφεντικό στο σπίτι του. Σοβαρός, κολαριστός, ντυμένος στο «καντίνι και στην πένα» τράβηξε την «μολυβιά» του και διέγραψε ό,τι υπήρχε πριν, νωρίτερα. Πήρα το θάρρος και κατέβηκα τα στενά σκαλιά στα παρασκήνια. Μέσ' το γενικό χαμό βρέθηκα κάποια στιγμή δίπλα του. Του εξήγησα ποιος είμαι, με αγκάλιασε, με φίλησε, με μάλωσε που δεν του το είπα νωρίτερα, και μού ΄δωσε τα χαιρετίσματά του τονίζοντας: «Ξέρεις πόσα χρόνια με πηγαίνεις τώρα πίσω αδελφέ;» Την άλλη μέρα ξαναπήγα. Καθόμασταν στα πίσω τραπέζια. Σε μια τζαλκάντζα μάς έκοψε το μάτι του. Μετά από λίγο ο σερβιτόρος έφερε ένα ακόμη μπουκάλι ουίσκι «από τον κύριο Αγγελόπουλο». Όταν τελείωσε το πρόγραμμα ήρθε και μας χαιρέτισε. Πήγα στο Όνειρο 6-7φορές τη μία μετά την άλλη. Έμοιαζε σαν όνειρο για μένα... Άκουσα ότι σταμάτησε τις εμφανίσεις του γιατί αντιμετώπιζε προβλήματα με την υγεία του. Στεναχωρέθηκα. Ο πατέρας μου έμαθε από συγγενείς του για το ταξίδι του στην Αγγλία, «μία συνηθισμένη επέμβαση»... Ένα βιβλίο για τον «άρχοντα»
Χρόνια τώρα κουβαλάω μέσα στο μυαλό την φωνή και τη φιγούρα του Αγγελόπουλου. Μελαγχολώ, νοσταλγώ και μαγεύομαι με τα τραγούδια και τις ερμηνείες του. Χάρηκα όταν άκουσα το Νίκο Ζιώγαλα να τραγουδά για τις «μπάσες του Μανώλη» στο «Αχ που με πληγώνει». Μέσα από τα φοιτητικά θρανία στην Κοζάνη, στη Χαλκίδα και στην Μπολόνια της Ιταλίας με λύπη διαπίστωσα ότι η νεότερη γενιά δε γνωρίζει την αξία και το έργο του. Πολλοί τον ξέρουν μέσα από την «Μολυβιά» κι άλλοι τον αποστρέφονται γιατί είναι «γύφτος». Θέλει αγώνα μέχρι να εξηγήσεις την ιστορία, μέχρι να τους "ψήσεις" να ακούσουν τα τραγούδια που αγαπούν και ξέρουν χωρίς να ...ξέρουν το λαϊκό τραγουδιστή Μανώλη Αγγελόπουλο. Τελευταία στεναχωριόμουν που δεν άκουγα και δε διάβαζα πια το όνομά του. Ξεχάστηκε όπως κι ο Γαβαλάς, ο Κολοκοτρώνης, ο Καραπατάκης, ο Λαύκας, ο Τζουανάκος, ο Χρυσίνης... Σε μία εποχή που οι ζωντανοί θρύλοι μπαίνουν στο περιθώριο (Περπινιάδης, Ζαγοραίος, Λύδια, Πόλυ Πάνου, Γκρέυ, Δερβενιώτης κ.ά.) της μουσικής επικαιρότητας τι να περιμένεις γι' αυτούς που έφυγαν... Έγραψα ένα βιβλίο, τις Άπονες Εξουσίες, με αντικείμενο το λαϊκό τραγούδι στη δεκαετία του ΄70 και έβγαλα τα παράπονά μου. Επιμελήθηκα τη βιογραφία του Βαγγέλη Περπινιάδη με τίτλο Πριν το τέλος και βρισκόμουν στην προεργασία αυτής του Νίκου Καρανικόλα. Τον Τάσο Καραΐσκο δεν τον γνώριζα. Είχα ακούσει για το φιλικό δέσιμο που είχε με τους δικούς μου, είχαμε δώσει μια φορά τα χέρια σε ένα κοινωνικό γεγονός 5-6 χρόνια πριν και τίποτ' άλλο. Έμαθα από τον πατέρα μου ότι ετοιμάζει κάτι για τον Αγγελόπουλο και ήρθαμε σε επαφή. Το λαϊκό τραγούδι ενώνει τους ανθρώπους. Μου μίλησε για ένα βιβλίο «φόρο τιμής» στο σπουδαίο καλλιτέχνη και φίλο του. Έτσι κυκλοφόρησε η έκδοση Μανώλης Αγγελόπουλος - Ο Μεγάλος Τσιγγάνος, όπως τον γνώρισα... στο οποίο είχα την τύχη να υπογράψω την μουσικοκαλλιτεχνική έρευνα και τον πρόλογο. Επίλογος

O «Mεγάλος Tσιγγάνος» είναι ένας από τους μεγαλύτερους λαϊκούς τραγουδιστές που έβγαλε ποτέ αυτός ο τόπος. Η ερμηνεία του είναι ένα μάθημα ευαισθησίας, ψυχικής αλήθειας και ομορφιάς. Είπαμε, το χάρισμα, η μοναδικότητα δεν εξηγείται με λόγια. Δεν είναι μόνο «οι μπάσες» του Μανώλη, είναι και οι «χαμηλές», είναι η γλύκα στην χροιά, η αρχοντιά στην έκταση, το ρίγος στα σπασίματα της φωνής. Είναι η τέχνη του λαϊκού τραγουδιού.

19 Ιουνίου 2007

Η ιστορία του Νίπερ


H ιστορία του Νίπερ

Επιμέλεια: Θανάσης Συλιβός
(Μετρονόμος, τεύχος 1)

Όλοι μας θα έχουμε προσέξει σε ετικέτες ή εξώφυλλα δίσκων το εμπορικό σήμα της His Master’s Voice: Τον άσπρο σκύλο που κοιτά με περιέργεια το χωνί ενός γραμμοφώνου. Δεν πρόκειται για μια τυχαία εικόνα αλλά για ένα υπαρκτό γεγονός. Ο σκύλος ράτσας φοξ τεριέ, γεννήθηκε το 1884 στο Μπρίστολ και το αφεντικό του o Mάρκ Χέρνι Μπάροντ του έδωσε το όνομα Νίπερ, αφού από κουτάβι είχε τη συνήθεια να δαγκώνει τη γάμπα κάθε επισκέπτη του. Το 1887 όταν πέθανε ο Μ.Χ. Μπάροντ τη φροντίδα του σκύλου ανέλαβε ο αδελφός του, ο ζωγράφος Φράνσις Μπάροντ (1856-1924) που τον μετέφερε στο Λίβερπουλ. Εκεί ο Νίπερ εντυπωσιάζεται από ένα κυλινδρικό γραμμόφωνο που υπήρχε στο σπίτι και στέκεται ώρες, μπροστά του προσπαθώντας να καταλάβει πως γίνεται και ένα χωνί έχει ανθρώπινη φωνή. Η σκηνή αυτή αποτυπώνεται στο μυαλό του Μπάροντ και τρία χρόνια μετά το θάνατο του σκύλου (Σεπτέμβριος 1895) τη μεταφέρει στο μουσαμά. Αρχικά τον πίνακα, διαστάσεων 36χ28 ιντσών, ο δημιουργός του ονομάζει Ο σκύλος που κοιτάει και ακούει ένα φωνόγραφο και αργότερα His Master’s Voice (Η φωνή του κυρίου του). Μάταια προσπαθεί να τον εκθέσει στη Βασιλική Ακαδημία ή να τον πουλήσει σε κάποιο περιοδικό ή δισκογραφική εταιρία, αφού όλοι του απαντούν: «Οι σκύλοι δεν ακούν γραμμόφωνο» ή «Κανείς δεν πρόκειται να καταλάβει τι κάνει ο σκύλος». Στην προσπάθειά του να βρει αγοραστή και με την προτροπή ενός φίλου του αποφασίζει να αλλάξει το χρώμα του χωνιού από μαύρο σε χρυσό, κάνοντας τη ζωγραφιά πιο εντυπωσιακή. Έτσι το καλοκαίρι του 1899 επισκέπτεται τα γραφεία της εταιρείας GRAMOPHONE ζητώντας να του δανίσουν ένα χωνί φωνογράφου. Όταν βλέπει τον πίνακα ο γενικός διευθυντής της εταιρίας, Ουίλιαμ Μπάρι Όουενν, ρωτά τον Μπάροντ αν είναι για πούλημα και αν μπορεί να αντικαταστήσει το γραμμόφωνο με ένα απ’ αυτά που κατασκευάζει η επιχείρησή του. Ο Μπάροντ δέχεται και η GRAMOPHONE του δίνει 50 λίρες για την αξία του πίνακα και άλλα τόσα για τα δικαιώματα εκμετάλλευσης. Η τελική συμφωνία υπογράφεται τον Οκτώβριο του 1899. Ο Μπάροντ μέχρι το θάνατό του ζωγραφίζει 24 αντίγραφα του αρχικού πίνακα, ενώ την παράδοση συνέχισαν και άλλοι ομότενοί του. Υπολογίζεται ότι από το 1900 μέχρι σήμερα έχουν φιλοτεχνηθεί 5.000 αντίγραφα του αρχικού έργου. Έτσι, ο Νίπερ έγινε από τους πιο δημοφιλής σκύλους στον κόσμο και συγχρόνως το πιο ιστορικό και εμπορικό σήμα του 20ου αιώνα.

Τα στοιχεία είναι από το βιβλίο του Ηλία Βολιότη - Καπετανάκη «ΑΔΕΣΠΩΤΕΣ ΜΕΛΩΔΙΕΣ - Η δισκογραφία και άλλα μαγικά του λαϊκού μας τραγουδιού» (εκδ. «ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ» - Α.Α. ΛΙΒΑΝΗ, 1999)