Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συνεντεύξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συνεντεύξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16 Μαΐου 2011

Συνέντευξη με τη Γλυκερία - τεύχος 8 (2003)



Γλυκερία




Η διάρκεια θέλει σωστές επιλογές
του Ηλία Βολιότη – Καπετανάκη
(Πηγή: Μετρονόμος, τεύχος 8, 2003)
Είναι κάποιοι τραγουδιστές που αντέχουν στον χρόνο. Μιλάμε για τους σύγχρονούς μας που αν και οι μόδες αλλάζουν με κινηματογραφική ταχύτητα, αυτοί κατορθώνουν να βρίσκονται, όχι στο ανυπόληπτο πια προσκήνιο της επικαιρότητας, αλλά μέσα στο λαϊκό τραγούδι, να το υπηρετούν κατά τεκμήριο σωστά. Αν και αποφεύγουν όπως ο διάβολος το λιβάνι τα σκάνδαλα και τα τηλεοπτικά παράθυρα, να έχουν πάντα ένα δυναμικό κοινό. Μολονότι είναι πασιφανές ότι τα νυχτερινά κέντρα βυθίζονται ολοένα στην κρίση και κάθε πέρσι και καλύτερα, αυτοί έχουν απήχηση στα μαγαζιά όπου δουλεύουν. Παρότι ο εύκολος δρόμος της σκυλάδικης υποκουλτούρας έχει γίνει πια τεράστια λεωφόρος με χιλιάδες εφήμερα αστεράκια, αυτοί οι τραγουδιστές ακόμα λένε άσματα που τουλάχιστον δεν προσβάλλουν την αισθητική τους συμβάλλοντας στη σωστή ψυχαγωγία. Ένας λόγος παραπάνω για τις τραγουδίστριες, αφού το γυναικείο φύλο γίνεται σήμερα το υπ' αριθμόν ένα ευτελές καταναλώσιμο προϊόν για τα εμπορικά κυκλώματα. Όλα αυτά μας δημιούργησαν την επιθυμία να συνομιλήσουμε με τη Γλυκερία, ακριβώς γιατί είναι από τις, δυστυχώς, λίγες περιπτώσεις στο ελληνικό τραγούδι με διάρκεια και σταθερό προσανατολισμό στις καλλιτεχνικές της επιλογές.
Να ξεκινήσουμε από... την αρχή. Τόσα χρόνια στο τραγούδι, ποια ήταν η αφετηρία;
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου υπάρχει πάρα πολύ τραγούδι στην οικογένεια και στον τόπο μου. Ένας μπαμπάς και μια μαμά καλλίφωνοι, πολλά γλέντια. Το τραγούδι πέρασε πολύ εύκολα μέσα μου και έμεινε εκεί πέρα. Είχα την τύχη να διαθέτω αυτό που χρειάζεται ένας τραγουδιστής, την φωνή και το ταλέντο.


Να θυμηθούμε το πρώτο σας πάλκο;
Η πρώτη μου επαγγελματική εμφάνιση ήταν σε μια μικρή ταβέρνα στην Πλάκα. Όταν ξεκίνησα, παιζόταν παντού αρκετά καλό λαϊκό τραγούδι. Αυτό με βοήθησε πολύ γιατί στον συγκεκριμένο χώρο είχα την δυνατότητα να λέω αρκετά τραγούδια. Δεν ήμουν δηλαδή μια νεοεμφανιζόμενη που έλεγε μόνο ένα τραγούδι.
Μια παρένθεση. Σήμερα οι νεοεμφανιζόμενες λένε πολύ λίγα τραγούδια...
Είναι ανάλογα με τα προγράμματα, με το τι θέλει ο κόσμος και πόσοι τραγουδιστές συνεργάζονται σε ένα συγκεκριμένο πάλκο. Στα ολιγομελή σχήματα υπάρχει μεγαλύτερη δυνατότητα στα νέα παιδιά να παρουσιάζουν την δουλειά τους.


Εσείς αφήνετε πεδίο δράσης στους νέους ή τους επισκιάζετε, τους «σβήνετε»; -για να το πω πιο λαϊκά...
Βέβαια, ιδιαίτερα άμα είναι και καλοί, έχουν ακόμα πιο μεγάλο πεδίο. Εδώ στο Χάραμα, τα παιδιά κρατούν αρκετό μέρος του προγράμματος .
Δεν έχετε το αίσθημα ανασφάλειας, όπως άλλες τραγουδίστριες: Ναι βέβαια είμαι φτασμένη, αλλά να μην ξεπεταχτεί και κανένα φυντάνι;
Καθόλου! Δεν ξέρω τι κάνουν άλλες τραγουδίστριες, αλλά εγώ κρίνω πάντα βάσει του ταλέντου και της αξίας καθενός. Δεν έχω καμιά ανασφάλεια απέναντι στους συναδέλφους μου γιατί πιστεύω ότι ίσα-ίσα οι καλοί τραγουδιστές κάνουν πολύ καλό στην όλη πορεία του λαϊκού τραγουδιού.
Στο κέντρο όμως είναι πιο καθημερινός ο ανταγωνισμός. Ισχύει αυτό που λένε στον στρατό «ο παλιός είναι αλλιώς αλλά ο νέος είναι ωραίος;»
Το αντίθετο. Σου δίνει σοβαρή ώθηση όταν έχεις καλούς τραγουδιστές μαζί σου. Πολύ σε ανεβάζει και σένα και όλο το πρόγραμμα αυτή η άμιλλα στο πάλκο.
Κλείνει η παρένθεση, ποιος ήταν ο πρώτος σας δίσκος;
Τον πρώτο δίσκο έγραψε ο Απόστολος Καλδάρας σε στίχους διαφόρων στιχουργών. Ήταν και μια επανεκτέλεση σε στίχους Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου. Ήταν... φοβερά καλό για μένα! Ευτυχής σύμπτωση να τραγουδήσω Καλδάρα, ο οποίος στα πρώτα μου βήματα στάθηκε σαν πατέρας. Με δίδαξε πώς να πω τα τραγούδια. Είχε ένα δικό του τρόπο να λέει στους τραγουδιστές πώς να ερμηνεύουν τα τραγούδια του και...
Άλλη μια παρένθεση εδώ. Τελικά μου φαίνεται ότι βγαίνει πολύ... παρενθετική η συνομιλία μας και μου αρέσει αυτό. Όλοι οι παλιοί δημιουργοί –και 'σεις ευτυχήσατε να γνωρίσετε κάποιους– γράφανε τα τραγούδια πάνω στην φωνή του κάθε τραγουδιστή. Πώς αντιμετωπίζετε σήμερα τα τραγούδια που συνήθως είναι τυποποιημένα και στο πόδι;
Το αντιμετωπίζω όπως όλα όσα συμβαίνουν στη σύγχρονη ζωή. Είναι κοινωνικό φαινόμενο αυτή η πορεία του τραγουδιού σήμερα. Δεν μπορεί το τραγούδι να ξεφύγει από την ρότα των πραγμάτων.
Πέρα από το κοινωνικό υπόβαθρο. Μια σπουδαία τραγουδίστρια πώς αισθάνεται όταν στο ξεκίνημά της έχει ένα Καλδάρα και σήμερα ένα κομπιούτερ που ορίζει ότι το τάδε πρέπει να κυκλοφορήσει σε δίσκο γιατί θα είναι εμπορικό;
Δεν υπάρχουν παντού κομπιούτερ. Ξέρουμε τώρα, είναι μετρημένοι αυτοί που βάζουν τα κομπιουτεράκια τους και βγάζουν τραγούδια. Εγώ αυτούς δεν τους προτιμώ, ακολουθώ άλλο δρόμο.
Σήμερα ο «φιρμάτος» τραγουδιστής δεν ακούει τον συνθέτη. Εσείς;
Νομίζω ότι πάντα δίνω μεγάλη σημασία στην άποψη του συνθέτη για το τραγούδι του. Όταν κάνω πρόβα με ακούει και ό,τι δεν του αρέσει, μου προσδιορίζει κάποια σημεία που θα ήθελε να τα πω με ένα τρόπο. Δεν υπάρχει επιβολή. Γιατί, ξέρετε, οι άλλοι που θέλουν πρόχειρο πράγμα δεν έρχονται σε σένα. Ξέρουν ποια είμαι, πως τραγουδάω. Συνήθως με βοηθάει να δέχομαι τις παρεμβάσεις του συνθέτη για το συγκεκριμένο τραγούδι που έχει δημιουργήσει.
Άλλωστε και ο τραγουδιστής μπορεί να κάνει κάποια εύστοχη παρέμβαση στον συνθέτη...
Βέβαια! Υπάρχει συνεργασία. Θα έλεγα ότι το όμορφο τραγούδι βγαίνει μόνο με την καλή συνεργασία όλων των συντελεστών.
Πάει και αυτή η παρένθεση. Άμα κάνετε απολογισμό της πολύχρονης καριέρας σας με τρεις λέξεις τι θα λέγατε;
Το πιο σπουδαίο είναι πως αυτή η πορεία ήταν πολύ ωφέλιμη για μένα. Ωφέλιμη σε τι; Με έβαλε στον σωστό δρόμο σαν άνθρωπο, μπόρεσα πιο καλά να καταλάβω τους συνανθρώπους μου.
Μπορείτε να το κάνετε αυτό... λιανά; Γιατί η νύχτα είναι και δύσκολη...
Ναι, είναι λίγο περίεργη. Εμένα αντιθέτως με έκανε καλύτερο άνθρωπο. Γιατί; Έρχεσαι σε επικοινωνία με πάρα πολύ κόσμο. Είχα τη δυνατότητα από πολύ νωρίς να μπορώ να ξεχωρίζω, να βλέπω τους χαρακτήρες των ανθρώπων, να βλέπω τις αντιδράσεις την ώρα που πίνουν ένα ποτό, την ώρα που ακούνε ένα τραγούδι και τους αρέσει ή δεν τους αρέσει. Από εκεί και πέρα, ψέματα θα ήταν να πω ότι δεν συγκινείται κανείς όταν φθάνει κάπου, όταν τον αναγνωρίζει ο κόσμος. Ο καθένας θέλει να αναγνωριστεί σ' αυτό που κάνει. Απλά αυτό που κάνουμε εμείς έχει μεγάλη προβολή.
Οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα, αλλά έχει αλλάξει πολύ η σχέση κοινού και καλλιτέχνη. Ο φτασμένος τραγουδιστής σήμερα δεν δίνει τον εαυτό του, είναι περισσότερο ένας τυπικός διεκπεραιωτής. Ανεβαίνει λέει με το σχετικό χαβαλέ τα τραγούδια του και αύριο πάλι τα ίδια. Εσείς πώς αισθάνεστε;
Εγώ δεν αισθάνομαι έτσι, ξοδεύομαι. Ξοδεύομαι πάρα πολύ στο τραγούδι. Ποτέ δεν επαναπαύτηκα. Κάθε μέρα επικοινωνώ με τον κόσμο. Εκτός ίσως από κάποιες εξαιρέσεις που σαν άνθρωπος μπορεί να σου συμβαίνει κάτι, αλλά και πάλι το κοινό δεν θα καταλάβει τίποτα.
Είναι δυνατόν να επικοινωνείτε καθημερινά με το κοινό;
Ναι είναι! Εκτός αν ο κόσμος δεν δείχνει διάθεση να επικοινωνήσει μαζί μου, οπότε κάνω τις προσπάθειές μου, τις αληθινές προσπάθειες, όχι απλώς για να περάσει το πρόγραμμα, ή για να κάνει κέφι ο κόσμος. Για να του μεταδώσω κάτι από μένα. Γιατί εγώ δίνω κάτι και θέλω να παίρνω ενέργεια, αυτή είναι η συναλλαγή με τους ανθρώπους μέσα από το τραγούδι. Για αυτό και τραγουδάω τελικά.
Μόνο για την επικοινωνία και όχι για το έργο;
Για την επικοινωνία μέσα από το έργο.
Όχι για την φήμη, για την αναγνώριση;
Όχι για την φήμη. Η φήμη είναι δευτερεύον, είναι αποτέλεσμα. Κολακεύομαι... Είπαμε ότι θα ήταν ψέμα να λέμε ότι δεν... Αλλά το τραγούδι δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι πολύ όμορφα όσα συμβαίνουν. Τώρα που έχω τόσα χρόνια το καταλαβαίνω και το αναλύω. Ίσως όταν ξεκινούσα να μην το καταλάβαινα. Το αισθανόμουν βέβαια, μα δεν το καταλάβαινα όσο με την εμπειρία του σήμερα.


Τους 3 σημαντικότερους σταθμούς της καριέρας σας παρακαλώ...
Ένας μεγάλος σταθμός ήταν η επανεκτέλεση των σμυρναίικων τραγουδιών. Εκτός ότι τα αγαπώ πολύ και πιστεύω ότι αρκετά καλά μπορώ να τα πω, μέσα από αυτά με γνώρισε το πλατύ κοινό.
Πολλοί τραγουδιστές χρησιμοποιούν σαν ασανσέρ τα ρεμπέτικα και τα σμυρναίικα, καταφεύγουν σε αυτά την εποχή που δεν έχουν ρεπερτόριο, εσείς;
Τα σέβομαι και πολύ τα αγαπώ. Σέβομαι την εποχή τους και τους ανθρώπους που τα έγραψαν και τα τραγούδησαν.
Και οι επανεκτελέσεις;
...και επειδή σέβομαι όλα αυτά, με πολύ προσοχή και αγάπη καταπιάνομαι. Για μένα είναι η βάση. Δεν τα απαρνιέμαι. Και σήμερα τα λέω. Είναι πολύ σημαντική αυτή η εποχή για την μουσική δημιουργία του τόπου.
Ο δεύτερος σταθμός;

Ο δεύτερος σταθμός... Θα έλεγα ότι αυτό πάει πολύ πιο μακριά, είναι η γνωριμία μου και η πορεία μου με τον σύζυγο μου, ο οποίος σε όλη την πορεία με βοήθησε απίστευτα. Νομίζω ότι αν δεν είχα την βοήθειά του δεν θα μπορούσα να κάνω πάρα πολλά πράγματα.
Κι όμως, θα έλεγα, είσαστε μουσικά αντίθετοι. Ο Στέλιος Φωτιάδης ξεκινά με την ροκ...
Ένας άνθρωπος που είναι με την μουσική δεν μπορεί παρά να αγαπήσει αυτό το είδος όταν το γνωρίσει. Πολύ νωρίς λοιπόν ο Στέλιος μπήκε στο πνεύμα αυτών των τραγουδιών και τα αγάπησε και πορεύτηκε μαζί μου και με βοήθησε.
Μένει ο τρίτος σταθμός.
Δεν θα μείνω στους δημιουργούς. Συνεργάστηκα με πάρα πολλούς και θα αδικήσω κάποιους. Ο τρίτος σταθμός είναι οι ζωντανές εμφανίσεις. Πολύτιμη εμπειρία. Θα σταθώ στον απόδημο ελληνισμό. Έρχονται με πολύ αγάπη να ακούσουν έναν καλλιτέχνη, ο οποίος δεν είναι ας πούμε μοδάτος, και αισθάνονται σα να πηγαίνουν να δουν την οικογένεια, τους συγγενείς τους.


Τότε και σήμερα άλλαξε πολύ το τραγούδι. Τι είναι αυτό που σας κρατά καλλιτεχνικά ζωντανή στην πλαστική εποχή μας;
Το κυριότερο είναι η επαφή με τον κόσμο. Πάντα θα υπάρχουν μόδες και θα προβάλλονται για εμπορικές σκοπιμότητες. Έστω κι αν ξεφύγει ο κόσμος για ένα διάστημα, μακροπρόθεσμα αντιλαμβάνεται πώς και τι... Έπειτα είναι τι δίνεις στο κοινό. Άμα αξίζει, ο κόσμος αργά ή γρήγορα το βρίσκει.
Μια ερώτηση που έκανα σε προηγούμενο Μετρονόμο για σας στον Νότη Μαυρουδή με τον οποίο συνεργασθήκατε πρόσφατα: Πώς μια τραγουδίστρια που εναλλάσσει ρεπερτόριο, είδη μουσικής μπορεί να τα αποδίδει όλα με τον σωστό τρόπο;
Ε, αν αγαπάς το τραγούδι μπορείς και να το δώσεις. Δεν στέκομαι στο είδος του τραγουδιού. Για παράδειγμα αν είναι ένα όμορφο κομμάτι ενός έντεχνου δημιουργού, χαίρομαι που μου το προτείνει, που σημαίνει ότι μπορεί και να του αρέσω σαν τραγουδίστρια.
Πώς όμως από τον Μπάτη φθάνετε στον Μαυρουδή με ένα κατά τεκμήριο σωστό τρόπο ερμηνείας;
Αυτή είναι η Ελλάδα! Μπορώ, γιατί αγαπώ και τα τραγούδια του Μπάτη και του Μαυρουδή και του Χατζιδάκι. Εντάξει άμα δεν μου πάει, δεν το λέω. Αγαπώ και το δημοτικό τραγούδι. Γιατί να μην το τραγουδήσω... αφού μπορώ!
Με ποια κριτήρια επιλέγετε λοιπόν τα τραγούδια σας;
Ο στίχος και η μουσική είναι πρώτα και μετά η μεγάλη πρόκληση. Δεν έχω πει αυτό το είδος, για να το δοκιμάσω, θα τα καταφέρω; Έχω μεγάλο πείσμα σε αυτό το πράγμα. Από την άλλη μπορεί να είναι και κακό για ένα καλλιτέχνη να μπερδεύει τόσα πολλά είδη. Όταν ένας χαρακτηρίζεται για παράδειγμα ροκ ή λαϊκός, είναι αναγνωρίσιμος και τον ακολουθεί πιο εύκολα ένας κόσμος. Γιατί έχουν κάνει τον κόσμο να ακολουθεί ρεύματα. Εγώ τους μπερδεύω λιγάκι... είμαι μέσα σ' όλα.
Μήπως το κάνετε από εμπορική σκοπιμότητα;
Όχι! Όχι! Ανάποδα λειτουργεί. Αν ήμουν μόνο σε ένα είδος τραγουδιού θα είχα πολύ πιο μεγάλο και πιο φανατικό κοινό.
Υπάρχει ο αντίλογος ότι οι τραγουδιστές επιλέγουν μια μουσική σαλάτα, αλλά αυτό δεν έχει πάντα επιτυχία.
Είναι, ξέρετε, η αισθητική του καθενός και η ικανότητά του να σταθεί μπροστά στον κόσμο και να περάσει όλα αυτά τα είδη και να έχει μια ομαλή διαδοχή για τον ψυχισμό αυτών που τον ακούνε.


Πόσο μετράει σε σας η μόδα;
Παίζει ρόλο μόνο αν είναι καλό το τραγούδι. Αν μου αρέσει ένα τραγούδι, που λένε της μόδας, θα το συμπεριλάβω στο πρόγραμμά μου.
Σήμερα πάντως όλα τα προγράμματα των κέντρων μοιάζουν σε μεγάλο βαθμό.
Αυτό δεν μπορούμε να το αποφύγουμε τελείως. Κάποια τραγούδια που αρέσουν αν δεν τα πεις, θα τα πει κάποιος άλλος.


Πάντως αρκετοί τραγουδιστές σήμερα λένε λιγότερα δικά τους τραγούδια και προτιμούν αυτά που χορεύει ο κόσμος.
Ναι, όχι όλοι όμως. Λέω πολλά από τα δικά μου τραγούδια. Είναι όμως και πολλά άλλα που θέλω να τα πω. Γιατί να μην τα τραγουδήσω; Αν δεν τα τραγουδήσω στις ζωντανές εμφανίσεις πού θα τα πω;
Γιατί οι τραγουδιστές, οι ενορχηστρωτές, οι άνθρωποι των κέντρων, προτιμούν την πιο γρήγορη εκτέλεση των κομματιών. Τα «τρέχουν» σαν ποτ- πουρί;
Νομίζω ότι είναι ψυχολογικό στην εποχή της ταχύτητας. Νομίζουμε ότι κυλάει πιο γρήγορα, συνεπαίρνει τον κόσμο, λειτουργεί καλύτερα. Υπάρχουν όμως τραγούδια που δεν μπορείς να τα πειράξεις, κάποια άλλα τα αγγίζεις λίγο, ίσα να μην τα προδώσεις.
Ηλεκτρικός ή φυσικός ήχος;
Ανάλογα. Μου αρέσουν και τα δυο, ανάλογα με το τραγούδι.
Σας ενοχλεί ο πληθωρισμός της εποχής; Από την αρχή της δισκογραφίας μέχρι το 1960 έχουμε γύρω στους 15.000 ελληνικούς δίσκους όλων των ειδών, περίπου 30.000 κομμάτια. Σήμερα μόνο την τελευταία πενταετία ξεπεράσαμε τα 30.000 κομμάτια.

Όχι στην ουσία. Αυτά που είναι να μείνουν στο χρόνο, θα μείνουν. Όλα θέλουν το χρόνο τους. Καθένας όταν ωριμάζει, όταν ξέρει ποια είμαι εγώ και τι τραγουδάω, αφού πιστεύει ότι έχω κάτι να του πω, θα το αναζητήσει και θα με ακούσει. Το ίδιο θα συμβεί και με άλλους συναδέλφους που δίνουν βάρος στο καλό τραγούδι. Μην ξεχνάτε, άλλωστε, πώς ήρθαν σε μας τα παλιά καλά τραγούδια. Τα επέλεξε ο χρόνος μέσω ημών.
Τα μελλοντικά σας σχέδια;
Συνεχίζουμε τις εμφανίσεις στο Χάραμα και σχεδιάζουμε ένα μήνα στη Θεσσαλονίκη, κατά το Πάσχα. Συζητάμε με τον Ομάρ Φαρούκ Τεκμπιλέκ μήπως κάνουμε κοινές συναυλίες στις ΗΠΑ και στον Καναδά. Δισκογραφικά, πιθανόν το Πάσχα συνεργασία με τον Μάριο Τόκα, μετά προς το τέλος του έτους έχω μαζέψει ενδιαφέροντα τραγούδια νέων δημιουργών και θέλω να τα τραγουδήσω. Αυτά.
Γράψτε, παρακαλώ, εσείς τον επίλογο της συνέντευξης.
Για το τραγούδι θέλετε προφανώς. Είμαι αισιόδοξη επειδή όλα απορρέουν από την πορεία των ανθρώπων στον χρόνο. Επειδή πιστεύω ότι ακόμα οι άνθρωποι θα σκέφτονται και θα αισθάνονται, το καλό τραγούδι θα βρει και πάλι τον δρόμο του.

13 Απριλίου 2011

Συνέντευξη Νότη Μαυρουδή - τεύχος 6 (2002)



Νότης Μαυρουδής
Μελωδικό πορτραίτο με έξι κυρίες!

του Ηλία Βολιότη – Καπετανάκη
Δεν θα μπορούσε παρά να ήταν μόνο παιχνίδι στην αλάνα μιας ωριαίας εκπομπής. Πώς αλλιώς να μιλήσεις μεστά και σύντομα για σπουδαίες σύγχρονες φωνές χωρίς την απειλή της αμείλικτης ραδιοφωνικής κλεψύδρας! Στην ηχώ του έρωτα η νέα δουλειά του Νότη Μαυρουδή. Έξι τραγουδίστριες (Χάρις Αλεξίου, Ελευθερία Αρβανιτάκη, Ελένη Βιτάλη, Γλυκερία, Λιζέτα Καλημέρη, Έλλη Πασπαλά) και 7 στιχουργοί (Γιώργος Κορδέλλας, Σμαρώ Παπαδοπούλου, Άρης Δαβαράκης, Τάσος Σαμαρτζής, Τατιάνα Λύγαρη, Αγαθή Δημητρούκα και Μαρία Θάνογλου) σε ένα όμορφο μελωδικό γαϊτανάκι. Ο έρωτας απογυμνωμένος από τα κλαψιάρικα πλαστικά φτιασίδια της εφήμερης εμπορικής δισκογραφίας που τον καθιστούν αποτρόπαιο. Τα βάσανα και τα μεράκια της σχέσης του αρσενικού και του θηλυκού στην κλίνη της εκάστοτε κοινωνίας γίνονται πηγή έμπνευσης και ακτινοβολούν όμορφες εικόνες και συναισθήματα. Στο «Μουσικό Σεργιάνι» της ΕΡΑ-5, την Δευτέρα 3 Ιουνίου 2002, σκεφθήκαμε για μια ακόμα φορά να ξεφύγουμε από την τυπική παρουσίαση ενός δίσκου και να επιχειρήσουμε κάτι διαφορετικό. Ακούμε ένα τραγούδι και μετά ο συνθέτης φωτογραφίζει στιγμιαία την μούσα του. Παρά την έλλειψη της ηχητικής απόλαυσης η συζήτηση έχει μεγάλο ενδιαφέρον και όταν περνάει στο άψυχο χαρτί. Ίσως να είναι ένα μεγάλο κίνητρο να αναζητήσει κανείς τον συγκεκριμένο δίσκο για την ουσιαστική μέθεξη.

Έκανες Νότη Μαυρουδή την έκπληξη στον καινούριο δίσκο σου Στην ηχώ του έρωτα, όπου έξι τραγουδίστριες...

Νότης Μαυρουδής: ...άδουν, τραγουδάνε όμορφα.

Όπως λέγαμε πριν μπούμε στο στούντιο θα κάνουμε ένα παιχνίδι. Θα πούμε λίγα για τον δίσκο, κατόπιν θα ακούμε ένα τραγούδι και μετά θα λες τη γνώμη σου, θα συζητάμε, για τη συγκεκριμένη τραγουδίστρια και για την συνεργασία σας.

Ν. Μ.: Νιώθω σαν εξεταζόμενος...

...σαν φωτογράφος.

Ν. Μ.: Φωτογράφος εξεταζόμενος.

Πρώτα δυο λόγια για τον δίσκο.

Ν. Μ.: Ήταν μια ιδέα που την εγκυμονούσα κάποια χρόνια, γιατί είμαι άνθρωπος που προτιμάει τις γυναικείες φωνές από τις αντρικές. Αυτό δεν μπορώ να το εξηγήσω, ένας ψυχαναλυτής, ίσως είναι καταλληλότερος... Είμαι όμως από αυτούς που μπορώ να αποδείξω ότι στην σύγχρονη ελληνική τραγουδοποιεία έχουμε περισσότερες ποικιλίες γυναικείων φωνών παρά αντρικών.

Αποδίδουν καλύτερα οι γυναικείες φωνές το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι;

Ν. Μ.: Θα έλεγα ναι. Καλύπτουν μια πολύ μεγάλη γκάμα εικόνας που έχουμε για την ίδια την ζωή. Η εικόνα για τη μάνα, για την αδελφή, για τη συντρόφισσα, όλες οι εικόνες για την γυναικεία παρουσία. Οι γυναικείες φωνές που έχουν αναπτυχθεί στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι μπορούν και παίζουν αυτόν τον ρόλο...

Αυτό αναιρεί μια παράδοση να κυριαρχεί η αντρική φωνή στο λαϊκό τραγούδι; Όχι μόνο λόγω της αιώνων κοινωνικής ανισότητας της γυναίκας, αλλά έχουμε και το παράλογο η ανδρική φωνή να παριστάνει την θρηνούσα μάνα πιο δωρικά, υπαινίσσομαι τον Επιτάφιο και τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Ν. Μ.: Δεν ξέρω αν αναιρείται... Γιατί τώρα μου έφερες ένα παράδειγμα, όπως ο Επιτάφιος που είναι κλασικό έργο.

Συγγνώμη, δεν μιλώ για την αποτίμηση του Επιτάφιου, αλλά για το ότι πολλές φορές η ανδρική φωνή είναι πιο εύστοχη σε γυναικείους ρόλους στο ρεμπέτικο και στο λαϊκό τραγούδι.

Ν. Μ.: Όχι αυτή η παράδοση δεν αναιρείται, όταν όμως λέω σύγχρονο τραγούδι δεν εννοώ για παράδειγμα τη Μαρίκα Νίνου, αλλά χοντρικά μετά τη Φλέρυ Νταντωνάκη. Δεν μπορώ να πω ότι οι γυναικείες φωνές είναι καλύτερες από τις αντρικές, γιατί δεν συγκρίνονται. Η δική μου ψυχή αναζητά τη γυναικεία φωνή, τη γυναικεία τρυφερότητα και το λυρισμό. Βρίσκω περισσότερο την ψυχή μου ν' ακουμπάει περισσότερο στις γυναικείες φωνές. Όταν βρεθώ με την παρέα μου και διαλέξω δίσκους να βάλω να ακούσουμε, γυναικείες φωνές διαλέγω.

Και ο δίσκος... Στην ηχώ του έρωτα συγκέντρωσες το απάνθισμα των τραγουδιστριών.

Ν. Μ.: Αυτή ήταν λοιπόν η σκέψη μου πριν 4-5 χρόνια και σιγά-σιγά οργάνωνα να την υλοποιήσω. Έπρεπε όμως να μαζέψω κάποια τραγούδια. Έγραψα καμιά 20αριά και όταν φθάσαμε στον αριθμό 20 άρχισα να ταξινομώ και να λέω, μάλλον η διαίσθησή μου με πήγαινε, ότι αυτό το τραγούδι θα ήταν καλό να το πει η τάδε τραγουδίστρια. Έγιναν ομαδοποιήσεις. Και μετά το δύσκολο στάδιο να έρθω σε επαφή με τις τραγουδίστριες. Είχα καλή τύχη όμως. Μερικές τις γνώριζα από παλιά, είχαμε συνεργαστεί λίγο ή περισσότερο, ή καθόλου, αλλά είχαμε μια πολύ καλή σχέση και η αποδοχή τους ήταν πολύ εύκολη. Συνήθως σκοντάφταμε στα ραντεβού. Μετά η δουλειά κύλησε πολύ ευχάριστα.

Ώρα να αρχίσει το παιχνίδι της ακρόασης φωτογράφησης των συνεργατριών σου.

Ελευθερία Αρβανιτάκη
«Τριάντα και κάτι», στίχοι Τατιάνας Λύγαρη

Νότης Μαυρουδής: Μα με την Ελευθερία στην αρχή είχα την σχέση ακροατή. Παρότι όταν άρχισε να εμφανίζεται με την «Οπισθοδρομική Κομπανία»... Λέω παρότι γιατί περίμενα ότι η φωνή αυτή δεν θα είναι λαϊκή. Η καταγωγή της φωνής της δεν είναι αμιγώς λαϊκή. Νιώθω ότι αν έψαχνα να τη βρω δεν θα την έπαιρνα από τη δεξαμενή της λαϊκής μας μουσικής. Θα την έπαιρνα από κάτι ενδιάμεσο. Ωστόσο η λαϊκότητα της φωνής μέσα στην «Οπισθοδρομική Κομπανία» μ’ έκανε να την προσέξω, γιατί κατά βάθος όλοι αναζητούμε την αλυσίδα του χρόνου, να έρθει ένας κρίκος και μετά την Μαρίκα Νίνου, να βρούμε πάλι μια αντιστοιχία. Νιώθω ότι σχετικά με την φωνή της Μαρίκας Νίνου συναντάμε την αντιστοιχία μέσα στη φωνή της Ελευθερίας. Είναι μια καλή συνέχεια. Νιώθω ότι είναι άνθρωπος που ψάχνει να βρει τραγούδια που έχουν ενδιαφέρον. Δεν αφήνεται στα χέρια ενός παραγωγού ή των σκοπιμοτήτων μια εταιρείας δίσκων.

Στα χέρια ενός συνθέτη αφήνεται.

Ν. Μ.: Στα χέρια ενός συνθέτη αφήνεται. Την πρόσεξα όταν συνεργαστήκαμε. Θέλω να πω όμως ότι αφού την γνώρισα στην «Οπισθοδρομική Κομπανία» και στα τραγούδια του Μαμαγκάκη και του Ιωάννου και έβλεπα την συνέχειά της, στις αρχές της δεκαετίας του '80 της ζήτησα να τραγουδήσει δικά μου τραγούδια. Την είχα χρησιμοποιήσει σε δυο τραγούδια στην ταινία του Δημήτρη Μακρή «Οι κεκαρμένοι». Τα είπε εξαίσια και από τότε την έβλεπα ότι είναι καλός αγωγός, είχε καλή σχέση με τον δημιουργό. Την βρίσκω μετά από 20 χρόνια να της ζητάω συνεργασία.

Φωνητικά ώριμη...

Ν. Μ.: Φωνητικά ώριμη, να έχει περάσει από πολλές σχολές τραγουδιού, ακόμα και από αυτό το αδόκιμα όπως το ονομάζουμε «έθνικ», με τις εμπειρίες της από νυχτερινούς χώρους, από συναυλίες, με τις ηχογραφήσεις με το να έχει μπει μέσα στο λεγόμενο... star system αλλά με τον δικό της τρόπο. Με ένα ηρωισμό, γιατί χρειάζεται να είσαι και λίγο ήρωας για να μπεις σε ένα σύστημα τέτοιο και να μην συνθλιβείς.

Αν θα μπορούσα να εντοπίσω μια αντίφαση μέσα στο ρεπερτόριό της, θα έλεγα ότι όπου αφήνεται στα χέρια του συνθέτη αναδεικνύει όλες τις δυνατότητες της φωνής της. Όταν φτιάχνει εμπορικά τραγούδια, κάπου έχει γλυκερά παραστρατήματα, αλά Βούλα Πάλα... Τέλος πάντων για να μην μακρηγορούμε, όταν συνεργάζεται με τον Ξυδάκη, με σένα και με άλλους συνθέτες βγάζει πιο αυθεντικά την προσωπικότητά της, την πληρότητα της φωνής της.

Ν. Μ.: Ναι, πάντως νομίζω ότι ένα μεγάλο σχολειό για την Ελευθερία Αρβανιτάκη ήταν ο δίσκο της με τον Αρμένη τον Χάιγκ Γιαγιτζιάν, γιατί αυτός ο δίσκος την έβαλε μέσα σε μια αισθητική του τραγουδιού αρκετά διαφορετική από αυτό που ήταν. Την έκανε να μπορεί να αφομοιώνει και να βάζει καινούρια στοιχεία από εκεί και πέρα μέσα από την φωνή της. Δεν είναι η τυχαία η συνεργασία με την Σεζάρια Εβόρα. Αυτά τα στοιχεία που έβγαζε για να πει το δικό της λόγο που είναι ένας σύγχρονος λόγος. Επίσης η συνεργασία της με την Ντόλτσε Πόντε... Νιώθω ότι είναι μια γυναίκα που ψάχνει εναγωνίως. Όταν συνεργάστηκα λοιπόν εγώ μαζί της και ήρθε η στιγμή να κάνουμε την πρόβα ήτανε άψογη. Και στο στούντιο η συνεργασία βγήκε επ' ωφελεία του τραγουδιού.

Χάρις Αλεξίου
«Λαβωματιά», στίχοι Γιώργου Κορδέλλα

Νότης Μαυρουδής: Συνήθως όταν έχεις τέτοιες άξιες φωνές να λένε τα τραγούδια σου πρέπει να κρατάς τις ισορροπίες ανάμεσα στις προτιμήσεις σου. Δεν μπορώ να κρύψω όμως ότι η Χαρούλα Αλεξίου είναι η τραγουδίστρια που αγγίζει την ψυχή μου απόλυτα. Θεωρώ δε ότι όποιο τραγούδι και να πει είναι καλό, ακόμα και σε τραγούδια που διαφωνώ, όπως κάτι παρενθέσεις που είχε στο ρεπερτόριό της με ηλεκτρονικές εξυπνάδες, έτσι τις ονομάζω εγώ, που νιώθω δεν τις προσθέσανε τίποτα, αλλά...

...και ορισμένα εμπορικά δισκογραφικά παραστρατήματα τύπου «cine- Κεραμεικός» - θα μου επιτρέψεις να προσθέσω.

Ν. Μ.: ...όμως λέω ότι μια τόσο μεγάλη τραγουδίστρια δικαιούται να πειραματίζεται και κάποια πράγματα πάνω στους πειραματισμούς της να μην της προκύπτουν. Ωστόσο είναι μια φοβερή εργάτρια, μια στοχανοβίστα του τραγουδιού. Είναι από τους ανθρώπους που από την πρώτη τους παρουσία δεν άφησαν αδιάφορο τον ελληνικό κόσμο. Από τα τραγούδια του Καλδάρα άγγιξε την ψυχή μου. Την γνώρισα βέβαια πολύ πριν αρχίσει να τραγουδά όταν μου τη σύστησε ο φίλος μου, που δεν ζει πια, ο Αλέξης Γεωργίου. Μου την έφερε ο Αλέξης να την ακούσω. Και δεν ξέρω, φαίνεται ότι δεν ήμουν και εγώ σε φόρμα εκείνη την ημέρα και δεν μου άρεσε. Γιατί αν μου άρεσε θα ήμουν εγώ αυτός που θα είχε λανσάρει την Χαρούλα Αλεξίου. Λοιπόν... οι αισθήσεις της με αγγίζουνε. Πολλές φορές λέω ότι δεν ελέγχω αν είναι καλό το τραγούδι ή όχι, όταν μου αρέσει η τραγουδίστρια, η δύναμη μια ερμηνεύτριας να επιβάλλει τραγούδια. Άκουγα και τραγούδια της που ένιωθα ότι δεν είναι καλά, αλλά με παρέσυρε η ερμηνεία. Γιατί από ένα σημείο και πέρα χάνεις το μέτρο, χάνεις το γούστο σου και δεν μπορείς να ξέρεις αν είναι καλό ή όχι κάτι που σου επιβάλλεται μέσα σου. Αυτήν την δύναμη της επιβολής την έχει η Χαρούλα Αλεξίου σε όλους τους δίσκους της.

Παρ' όλα αυτά να μιλήσουμε για την παρούσα συνεργασία.

Ν. Μ.: Στην δική μου περίπτωση τώρα, Στην ηχώ του έρωτα. ήταν πολύ φοβισμένη όταν μπήκε στο στούντιο γιατί τραγουδούσε στον «Κεραμεικό» και ένιωθε ότι η φωνή της φθείρεται κάθε βράδυ. Μου έλεγε ότι συνήθως όταν κάνω δίσκο δεν τραγουδάω τα βράδια και το αντίθετο. Της απάντησα ότι ο δίσκος έπρεπε να βγει πριν από το Πάσχα. Κι έτσι αναγκάστηκε να μπει στο στούντιο αγχωμένη με την φωνή της που δεν της άρεσε η βραχνάδα που είχε. Ωστόσο βγήκε μια μαγευτική ηχογράφηση και εγώ θεωρώ ότι ήταν μεγάλο όπλο του δίσκου να υπάρχει η Χαρούλα μέσα σε αυτήν την συλλογή.

Ελένη Βιτάλη
«Ζωές από μετάξι», στίχοι Τάσου Σαμαρτζή

Νότης Μαυρουδής: Και με την Ελένη Βιτάλη είχα συνεργαστεί παλαιότερα. Ήτανε μια τραγουδίστρια με αυξημένο πάρα πολύ το αισθητήριό της. Έπιανε μια μελωδία και την ερμήνευε με δικό της τρόπο. Είναι, νομίζω, από τις τραγουδίστριες που δεν επιδέχεται διδασκαλίας. Αυτό που καταθέτει, η στάμπα που έχει, τα «δακτυλικά» της αποτυπώματα διαθέτουν τέτοια δύναμη που επηρεάζουν τον κόσμο, όπως η Χαρούλα Αλεξίου που έλεγα πριν. Είναι μια αναμφισβήτητη ερμηνεύτρια του ελληνικού τραγουδιού.

Έχει παραδοσιακές καταβολές, είναι η κόρη του Λαβίδα...

Ν. Μ.: Έχει καταβολές γιατί η ιστορία της λέει ότι από μικρό παιδί τραγουδούσε στα πανηγύρια. Έχει δοκιμαστεί πάρα πολύ μέσα από τα διάφορα λαϊκά μουσικά είδη. Η ίδια βέβαια κουράστηκε από τη νύχτα και δεν θέλησε να μπει με τους όρους που ζητά η νυχτερινή πιάτσα. Όλο αυτό την έκανε να επιδοθεί και στο τραγούδι. Να φτιάξει και δικά της τραγούδια, να σχολιάσει με το δικό της τρόπο τα μαγαζιά όπου δούλευε. Η Ελένη Βιτάλη είναι μια τραγουδίστρια που τη μουσική λαϊκή εξέλιξη την έχει κωδικοποιήσει πολύ καλά μέσα της.

Από ένστικτο περισσότερο και οικογενειακή παράδοση.

Ν. Μ.: Από ένστικτο, από εμπειρία... Και έχει αυτό το αισθητήριο μια απόλυτα μοναχικής γυναίκας. Εγώ το διαπίστωσα αυτό όταν έφτιαξα το 1990 το «Ίσως φταίνε τα φεγγάρια» πάλι σε στίχους του Τάσου Σαμαρτζή και άλλο ένα τραγούδι, το «Είναι αβάστακτο να φεύγεις». Διαπίστωσα ότι πήρε τα τραγούδια χωρίς πρόβες και μπήκε σε στούντιο και άρχισε να τραγουδάει.

Μπήκε μέσα στα τραγούδια με την πρώτη.

Ν. Μ.: Με την πρώτη, ναι. Αυτό είναι ένα φοβερό προτέρημα. Αυτό το τραγούδι «Ζωές από μετάξι» το ηχογραφήσαμε... Για να μην την αφήσω να συμπεριφερθεί απόλυτα λαϊκά, έβαλα βιολιά. Είναι ένα λαϊκό τραγούδι χωρίς μπουζούκι. Πήρε όμως τη μελωδία και την έβαλε στα δικά της μέτρα. Συνεργαζόμενος με την Ελένη Βιτάλη τείνεις να αναρωτηθείς «ποιανού είναι το τραγούδι; Είναι δικό μου;» Με ποια έννοια το λέω αυτό; Ότι έδωσε την προσωπική της σφραγίδα σε τέτοιο βαθμό που εμένα με βοήθησε. Αν δεν ήταν η Ελένη δεν ξέρω πως θα έδινα αυτά τα στοιχεία.

Ο μεγάλος τραγουδιστής ίσως χρειάζεται να σιωπά στις δύσκολες στιγμές. Υπαινιγμός για την προσωπική της ιστορία. Θα είναι καλό να διαφυλάξει τη φήμη της, να τραγουδά μόνο και να μην φθείρεται σε διάφορα τηλεοπτικά κανάλια...

Ν. Μ.: Η Ελένη δεν είναι ο άνθρωπος των καναλιών και της δημοσιότητας. Είναι πολύ μοναχικός άνθρωπος. Είναι γνωστή η ιστορία...

Αυτό είναι το χειρότερο Νότη Μαυρουδή. Τα τηλεοπτικά κανάλια στους μοναχικούς «την πέφτουνε» και τους κατασπαράσσουνε...

Ν. Μ.: Κρατάμε όμως τις αισθήσεις που βγάζει μια μεγάλη τραγουδίστρια.

Γλυκερία
«Ερωτικό (Φθινόπωρο- Χειμώνας)», στίχοι Άρη Δαβαράκη

Νότης Μαυρουδής: Η Γλυκερία είναι από τους «άγιους» ανθρώπους που υπάρχουν σ' αυτόν τον τόπο. Όσο την γνώριζα διαπίστωνα ότι έχει μια καλοσύνη απίθανη. Έχει ένα καλό λόγο για όλους. Είναι και αυτή μια τραγουδίστρια που από πολύ μικρή είναι μέσα στο «κουρμπέτι», που λέμε, της τραγουδοποιΐας.

Και σαν τραγουδίστρια που εναλλάσσει και αυτή ρεπερτόρια από «βαρύ ρεμπέτικο» μέχρι «ελαφρό», πως την βλέπεις σε αυτές τις μετατοπίσεις της;

Ν. Μ.: Κοίταξε, είναι μια τραγουδίστρια που η φωνή της έχει την ευελιξία να μεταπηδά από ένα είδος στο άλλο. Έχει δουλέψει πολύ τα λαϊκά, έχει συμμετάσχει σε κομπανία, αλλά και σα σόλο τραγουδίστρια σε ειδικές δουλειές που έχουν γίνει. Δεν την συναντάς μόνο σε ένα είδος, είναι πολυεδρική τραγουδίστρια.

Όταν σκέφθηκες ότι αυτό το τραγούδι θα το πει η Γλυκερία, το διαμόρφωσες πιο λαϊκά, της ταίριαξε συμπτωματικά, τι ακριβώς έγινε;

Ν. Μ.: Θα σου πω. Ήθελα την Γλυκερία να την χρησιμοποιήσω όχι σαν αμιγώς λαϊκή τραγουδίστρια και κάποιος το διαπιστώνει ακούγοντας το τραγούδι. Δεν είναι λαϊκό τραγούδι, χρησιμοποιώ όμως μια λαϊκή φωνή όπως είναι η Γλυκερία. Για αυτόν τον λόγο δεν έβαλα λαϊκή ορχήστρα αλλά κουαρτέτο να παίζει, ένα φλάουτο, ένα βιολοντσέλο, έβαλα τέτοια όργανα που δεν είναι τα «δικά της». Έτσι η Γλυκερία μπήκε σε μια ατμόσφαιρα «ξένη» για αυτήν τραγουδιστικά, αλλά μπήκε με πάρα πολύ αίσθηση στο τραγούδι και μας παρουσίασε την ερωτική μοναξιά του στίχου και της μουσικής. Είναι άνθρωπος που μπορεί να αναπλάσει εικόνες και να ερμηνεύσει το τραγούδι.

Έλλη Πασπαλά
«Αμαχητί», στίχοι Αγαθής Δημητρούκα

Νότης Μαυρουδής: Μια διαφορετική κουλτούρα από τις τραγουδίστριες που ακούσαμε μέχρι τώρα. Μας έρχεται από την Δύση, από μια μεγάλη χώρα με ένα διαφορετικό πολιτισμό, την Αμερική. Νομίζω ότι είναι από τις τυχερές ερμηνεύτριες γιατί μόλις έρχεται στην Ελλάδα ενσωματώνεται στην παρέα του Μάνου Χατζιδάκι. Δημιουργεί τα δικά της ηχοχρώματα με την καθοδήγηση του Χατζιδάκι. Υπάρχουν τραγούδια του που ακούγονται τόσο όμορφα με την Έλλη Πασπαλά. Νομίζω ότι όποιος θέλει να σκεφθεί λυρικά θα περάσει η φωνή της Έλλης Πασπαλά από το μυαλό του. Έτσι έγινε και σε μένα. Είπε σε αυτόν τον δίσκο τρία τραγούδια. Νομίζω ότι τα είπε το ένα καλύτερο από το άλλο. Το τραγούδι που ακούσαμε είναι τραγούδι που ζητούσε τη φωνή, νομίζω, της Έλλης Πασπαλά. Δεν ξέρω δηλαδή ποια άλλη φωνή θα μπορούσε να ερμηνεύσει. Είναι ένας λυρισμός που εμένα μου πάει επιπλέον γιατί διαθέτει αυτό το λόγιο αισθητήριο που έχει.

Έχει όμως την φήμη της «δύσκολης»...

Ν. Μ.: Μην ξεχνάμε ότι είναι φωνή δουλεμένη μέσα σε ωδεία. Κάνει τη φωνή της ό,τι θέλει αλλά συνάμα είναι και πειθαρχημένη φωνή. Την έβλεπα στο στούντιο, την απασχολούσαν τόσο πολύ οι λεπτομέρειες ώστε να κάνει λίγο δύσκολη και την ηχογράφηση. Να είμαστε επί ποδός και να μην ξέρουμε αν αυτό που ηχογράφησε εκείνη τη στιγμή το εγκρίνει απόλυτα. Αλλά είναι απόλυτος άνθρωπος με την έννοια ότι δεν θέλει να υπάρχουν ψεγάδια και να ξεφεύγουν λεπτομέρειες χωρίς να τις ελέγχει.

Λιζέτα Καλημέρη
«Όταν νυχτώνει», στίχοι Σμαρώς Παπαδοπούλου

Νότης Μαυρουδής: Η πιο νέα τραγουδίστρια μέσα σε αυτήν την ομάδα του δίσκου. Ακουμπάει πιο πολύ στις ερμηνευτικές της δυνατότητες. Νομίζω ότι η Λιζέτα θέλει να δημιουργήσει μια διαφοροποίηση, γιατί ως αδελφή της Μελίνας Κανά, επιθυμεί να δώσει το δικό της στίγμα, την δική της διαφορετική ταυτότητα.

Ήθελα να σε ρωτήσω όχι αν μπορεί να διαφοροποιηθεί, γιατί καθεμιά έχει τον δικό της πλούτο, τη δική της προίκα, αλλά για την πορεία της στο τραγούδι...

Ν. Μ.: Νομίζω ότι είναι μια τραγουδίστρια που στέκεται καλά μόνη της. Δεν έχει το δισκογραφικό ρεπερτόριο που διαθέτει η αδελφή της, αυτό πρέπει να ψάξει και να βρει. Είναι άνθρωπος που με πολύ ενδελέχεια κάθεται και φροντίζει τα τραγούδια της και τα παρουσιάζει. Νιώθω ότι ασχολούμενη ολοκληρωτικά με το τραγούδι θα βρει το ρεπερτόριο και επομένως και τον δικό της δρόμο. Νομίζω ότι οι αισθήσεις και το ξεκίνημα είναι πάρα πολύ καλό. Δεν λέω ότι ξεκινά τώρα. Έχει κάνει δισκογραφία, είναι γνωστή. Λέω ότι διαθέτει μια πλούσια πηγή η οποία μπορεί να την οδηγήσει σε πολύ καλούς δρόμους.

Κι έχει ένα περίεργο ηχόχρωμα στο βάθος της φωνής της, έτσι το ακούω εγώ τουλάχιστον.

Ν. Μ.: Ναι έχει ένα ξεχωριστό ηχόχρωμα, πολύ ενδιαφέρον ηχόχρωμα και έχω την αίσθηση ότι βγαίνει χαρακτηριστικά στα δυο τραγούδια που ερμηνεύει στον δίσκο.
***


Πάει πέταξε ο χρόνος της εκπομπής... Δεν προλάβαμε να μιλήσουμε πιο αναλυτικά για τις κοπέλες και δεν είπαμε τίποτα για σένα...

Ν. Μ.: Εγώ να επαναλάβω ότι αισθάνομαι πολύ ευτυχής που είναι οι συγκεκριμένες τραγουδίστριες που ερμηνεύουν τα τραγούδια μου.


Και εμείς να προσθέσουμε ότι ήταν μόνο ένα ραδιοφωνικό παιχνίδι και σε καμιά περίπτωση αποτίμηση των σπουδαίων αυτών φωνών που γράφουν τη δική τους ιστορία στο τωρινό λαϊκό τραγούδι. Η κριτική είναι άχρηστη αφού μιλά γλαφυρά το έργο. Η... αποτύπωση στο «Μετρονόμο», προσπάθεια προσέγγισής του.

14 Μαρτίου 2011

Συνέντευξη του Μανώλη Ρασούλη στο Μετρονόμο - τεύχος 12 (2004)

Καλά ταξίδια, Μανώλη Ρασούλη.
blog ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ


Μανώλης Ρασούλης

Συνήθης ύποπτος

του Θανάση Συλιβού

Μεσημέρι Σαββάτου συνάντησα το Μανώλη Ρασούλη τυχαία στην Πανεπιστημίου. Είχε έρθει στην Αθήνα, για δύο δίσκους που ετοιμάζει, έναν με τον Γιάννη Γλέζο και έναν με τον Χάρη Παπαδόπουλο. Είχαμε να συναντηθούμε περίπου ένα χρόνο, από τη Θεσσαλονίκη. Όπως πάντα, συνεπής, εδώ και δεκαετίες, στη βασική του ιδέα ότι «η Ελλάδα από φύση και θέση πρέπει να στραφεί προς τον πολιτισμό και όχι καταστροφικά προς τον μιλιταρισμό, ώστε να παίξει ένα πρωτοποριακό ρόλο στο παγκόσμιο γίγνεσθαι αντί να είναι ουραγός όπως τώρα». Τα είπαμε για λίγο στο «πόδι» και κλείσαμε ραντεβού για τη συνέντευξη που ακολουθεί. Bρεθήκαμε στο υπόγειο του δισκοπωλείου Μusic Corner και η συζήτηση φούντωσε για τα καλά, πριν ακόμα βάλω το κασετοφωνάκι να γράφει:
Θ. Σ.
-----
Μ. Ρασούλης: Έχουμε αρχίσει τη συζήτηση και λέμε ότι σ΄αυτή τη μικρή ανάδελφη χώρα που ζούμε, είναι μεν αγαπημένη, αλλά φύσει και θέσει της λείπει το φιλότιμο. Εγώ που είμαι ένας καλλιτέχνης ο οποίος δεν πλαισιώνεται από σκληρούς μάνατζερ και δεν είναι και ο ίδιος επιχειρηματίας, βλέπω ότι και σαράντα χρόνια σουξέ να κάνεις τσίμα-τσίμα θα είσαι. Απλώς θα επιβιώνεις σαν προλετάριος του πνεύματος.

Θ. Συλιβός: Πέρα από το καλλιτεχνικό μέρος έχεις να παλέψεις και ένα άλλο κομμάτι...

Ακριβώς. Σαν παράδειγμα ο Μάνος ο Λοΐζος, που μαζί ζήσαμε μιαν άλλη εποχή που δεν υπήρχαν αυτοί οι σκληροί μάνατζερ. Τότε βάδιζες σε κινούμενη άμμο, βούλιαζες και δεν το καταλάβαινες. Τώρα δεν ξέρω κατά πόσο είναι αντιστρέψιμο, βλέπεις όμως ότι οι περισσότεροι, λίγο εώς πολύ, ιδιαίτερα στο χώρο αυτό, γίνονται επιχειρηματίες. Ο Πανταζής αγοράζει ομάδες, ο άλλος σώβρακα και όταν εσύ προσπαθείς να συλλάβεις το αιθέριο, να το αφομοιώσεις και να προτρέψεις για να απεγκλωβίσεις αυτό το μεγαλείο του μέσου πολίτη, στην πέφτουν τα κυκλώματα. Γιατί τα κυκλώματα, οι μηχανισμοί δουλέυουν για τα συμφέροντά τους. Και εκεί που έπρεπε το Υπουργείο Πολιτισμού να διαιτητεύει ανάμεσα στην τρυφερότητα, την ευαισθησία του καλλιτέχνη και στο μηχανιστικό μέρος, παίρνει το μέρος του δυνατού. Εκτός και αν κάνεις μόνο σου σκληρό image maker, όπως κάνουν ορισμένοι ακατονόμαστοι και είναι πια και αυτοί συγκυβερνώντες. Με αυτούς θα πάνε οι πολιτικάντες γιατί οι πολιτικοί μας δεν είναι πολιτικοί, δεν αντιλαμβάνονται στο βάθος τα πράγματα πάνε με τους τρέχοντες. Από το '63 που ήρθα στην Αθήνα, παίζαμε και τραγουδούσαμε καμιά φορά στις μπουάτ στην Πλάκα. Πηγαίναμε με τον Μάνο, ερχόντουσαν διάφοροι και λέγαμε μερικά τραγούδια, έτσι αφιλοκερδώς. Οι μπουάτ ήτανε «κέντρα διερχομένων». Ο καθένας ανέβαινε και έλεγε ένα τραγούδι, ένα ποιήμα, ένα ανέκδοτο...

Xωρίς εμπορικές σκοπιμότητες.

Όχι! Υπήρχε ένας αλτρουϊσμός που δεν μπορείς να τον εξηγήσεις. Υπήρχε ενστικτωδώς αλλά και εξ αντικειμένου γιατί η κοινωνία ήταν παρούσα. Υπήρχε ένας ηλεκτρισμός, ένα όραμα στο ορίζοντα. Πολύ δραματική κατάσταση, αλλά ήμασταν νιάτα. Θέλαμε να συμβάλουμε στον κοινωνικό αγώνα, όχι σε μια μετατροπή - ανατροπή. Σε μια μετουσίωση διαφόρων πραγμάτων ή υποστήριξη κάποιων αξιών που η ίδια η κοινωνία από τις αντιφάσεις της καταργούσε και έτσι μας βρήκε ο αγώνας με πολλές εκφάνσεις. Στο καλλιτεχνιλίκι προσπαθούσαμε να συλλάβουμε τα δρώμενα και να τα μετρατρέψουμε σε καλλιτεχνία. Τότε σπούδαζα σκηνοθεσία κινηματογράφου στη σχολή Σταυράκου και όλα προσπαθούσα να τα δω μέσα από μια κινηματογραφική κάμερα. Ακόμα και τώρα αυτό κάνω. Με βοήθησε πολύ στην εικονοπλασία των στίχων και βέβαια δεν ήταν μόνο αυτή η θητεία μου. Ήταν το ότι έγραψα πολλά πράγματα τότε στις εφημερίδες, ιδιαίτερα της αριστεράς. Έγραφα κάποια σχόλια στα οποία έπρεπε να είμαι τηλεγραφικός.

Δεν είχες στο μυαλό σου να γίνεις στιχουργός;

Όχι, ως τραγουδιστή με θέλανε όλοι. Όταν γύρισα από το Λονδίνο κάναμε πρόβες με το Μαρκόπουλο να τραγουδήσω τον Ήλιο τον πρώτο. Ο Λοΐζος από το '65 με είχε βάλει και τραγουδούσα σε μια ταινία, μετά με πήγε σε μια μπουάτ, τα Ταβάνια, να πιάσω δουλειά, που είχε φύγει ο Πουλόπουλος. Αλλά πάντα μέσα μου ήθελα κάτι βαθύτερο. Στα ποιήματα γράφεις ωραίες εικόνες μέχρι που καταλήγεις στα ερέβη αλλά όταν γράφεις ένα τραγούδι το δοκιμάζεις πρώτα –όχι με την παθητική έννοια– στο στόμα ενός σκουπιδιάρη διότι του ανήκει. Το τραγούδι είναι η τέχνη του απλού καθημερινού ανθρώπου. Ο Τσιτσάνης από την απλότητα και την ουσιαστικότητα του ανθρώπου άντλησε, δεν τα σκαρφίστηκε. Αυτό είναι ένα ρεύμα το οποίο διέπει δύο πόλους: αυτόν που εκπέμπει και αυτόν που δέχεται. Το τραγούδι επειδή είναι εθνικό συμβάν είναι και ένα πατριωτικό καθήκον. Να έχεις την διαύγεια και την ευθύνη να συμπράτεις και να το κατευθύνεις κατά κάποιο τρόπο στις βασικές του αξίες. Να κάνεις και το ρόλο της προβλήτας, να σπας τα κύματα του εγχώριου μάρκετινγκ.

Στην τέχνη της στιχουργίας, τι θέματα σε απασχολούν;

Με κατατρώνε τα θέματα της ανθρωπότητας. Βέβαια ο κόσμος έχει και τις στιγμές τις ανάλαφρες. Μ΄ αρέσουν και οι μπουρμπουλήθρες, αλλά το να κάνω μόνο μπουρμπουλήθρες, την ώρα που γίνεται της Βαγδάτης, θα πρέπει να το δικαιολογήσω. Κάποια άνθρωποι είναι πλασμένοι γι΄ αυτό. Να, ο Φοίβος που είναι μπορμπουληθροποιός, βάζει την πρέσα και βγάζει. Εμείς υποτίθεται ότι περάσαμε κάποια πράγματα... Δεν μπορώ να φτύσω τον εαυτό μου που αγωνίστηκα να καταλάβω γιατί αγωνιζόμουνα. Όλα αυτά που λαμβάνουν χώρα μέσα στην κοινωνία πρέπει να τα παίρνουμε υπ' όψη μας και να τα θεματογραφούμε. Ενώ η τρέχουσα κατάσταση είναι ελεύθερη, η αγορά δεν είναι ελεύθερη, δεν είναι ελεύθερη η θεματογραφία. Σου λέει: έλα μωρέ να μην το γράψεις αυτό το τραγούδι. «Σχεδόν πενήντα χρόνια βάσανα και διωγμοί» και ο κύριος Μάτσας να λέει αλλάξτε το, να το κάνουμε ένα ερωτικό τραγούδι. Το έλεγαν με όμορφο τρόπο αλλά τώρα το έχουν επιβάλει, με τη δικαιολογία «δεν τα αγοράζουν τ' άλλα». Έχουν δημιουργήσει στον κόσμο, την απάθεια, την λοβοτομή, να μην σκέφτεται με το κριτήριό του σε ετοιμότητα, για να συνδυάζει τα ατομικά του με το τι συμβαίνει γύρω του. Δεν μπορείς να ζεις σαν τον χαύτα. Να γίνεται της Βαγδάτης, να κλιμακώνεται ένας τρίτος παγκόσμιος πόλεμος και εσύ να είσαι με το κοτεράκι σου και να λες τι ωραία που είναι όλα. Εντάξει, να το βλέπεις και αυτό, αλλά όταν χαλαρώνεις είναι για να σκεφτείς και να αποκτήσεις μια γνώση, γιατί ζεις. Τα προπαγανδίζουν όλα, ότι η ζωή είναι μέσα σε μια πισίνα... Έτσι έχουν κάνει και το τραγούδι.

Δισκογραφικά έχεις περάσει από όλες σχεδόν τις εταιρείες.

Το κύκλωμα θέλει να σε στίψει και να σε πετάξει στον κάδο εν ριπή οφθαλμού. Αυτό το είδα πολύ καθαρά, εν ονόματι του εμπορικού περιγράμματος του τραγουδιστή. Από ένστικτο ήθελα να κινούμαι σε όλες τις εταιρείες για να διαλέγω τραγουδιστές. Αυτό το πράγμα οι εταιρείες δεν το είδαν θετικό και όλες θεωρήσαν ότι αφού δεν ήμουν αποκλειστικός στην κάθε μια, να με κυνηγήσουν. Με είχανε σαν θαλαμηπόλο, αλλά εγώ με τα βιβλία μου, τα άρθρα και τις παρεμβάσεις δίνω ένα ιδεολογικό και ηθικό στίγμα. Από ΄κει και πέρα, ο καθένας το μισοκαταλαβαίνει, δηλαδή ότι εδώ είμαστε. Βέβαια δεν λείπει η λασπολογία από τα χοντρά κυκλώματα, ότι είμαστε παράξενοι, ότι είμαστε «εκτός».

Είναι συνηθισμένο σήμερα να θεωρήσε περιθώριο και παράξενος, όταν λες τα πράγματα με το όνομά τους...

Βγαίνω και σου δίνω συνέντευξη, βγαίνω στους σταθμούς, έχω γράψει σε όλες τις εφημερίδες της Ελλάδας και συνεχώς μου λένε είσαι στο περιθώριο. Δεν το καταλαβαίνω. Επειδή δεν γλείφω τις κάλτσες του καθενός; Δεν έχω κανένα πνεύμα αντιλογίας απέναντι στους πολιτικούς, απέναντι στον Κόκκαλη, αλλά πρέπει να υπερασπιστώ τη φύση και την θέση της τέχνης. Αν η τέχνη είναι απειλητική από την φύση της, να πάνε να βρούνε το Θεό να του διαμαρτυρηθούνε. Η τέχνη δεν μπορεί να είναι κωλοσφούγγι των πολιτικών. Δεν θέλουν να συνεργαστούμε και να συζητήσουμε. Θέλουνε εξ΄ αρχής να επιβάλουνε κάποιους όρους, κάποια πλαίσια, τα οποία δεν οδηγούν την κοινωνία. Επειδή θέλει ο άλλος τον καλλιτέχνη να τον κάνει σκυλάκι του Παυλόφ; Αυτά που σου λέω τώρα εμπεριέχουν την κοινή λογική και δεν λέω ψυχεδέλειες. Έχω κάνει μια ολόκληρη ανάλυση για το που πάσχει το ελληνικό τραγούδι και σαν ψυχολογική αξία και σαν αισθητική και η πρότασή μου είναι ότι τα δημοσιεύω κατά καιρούς σε κάποια έντυπα. Ποιός τα λαμβάνει υπ' όψη; Διότι εδώ η παραοικονομία είναι πάνω από την οικονομία, ο λαϊκισμός πάνω από τη λαϊκότητα, ο πολιτικαντισμός πάνω από την πολιτική και δεν έχουμε βρει σοβαρούς ανθρώπους μέσα στους ιθύνοντες να συζητήσουν και να καταλήξουν κάπου. Αυτά είναι πράγματα τα οποία δείχνουν ότι μια χώρα είναι στον αέρα. Εγώ ως δραματουργός πρέπει να τα αντιλαμβάνομαι αυτά, να τα καταγράφω με έναν τρόπο ώστε να είναι επεξεργασμένα και να πηγαίνουν στην ψυχή του κόσμου, να τον απελευθερώνουν. Δεν θέλω να δίνω γροθιές στο στομάχι. Θέλω να καταργώ τις αγκυλώσεις και να δημιουργώ την προϋπόθεση οι άνθρωποι να συσκέπτονται και να σκέπτονται, να εμβαθύνουν και να κατακτούν ένα γραμμάριο γνώσης από ΄κει και πέρα.

Να ξεφεύγουν από τον συρφετό.

Πολλές φορές ο λαός γίνεται συρφετός, γίνεται όχλος, μάζα, ορισμένες φορές ...μπάζα. Αυτά τα βλέπω και στον εαυτό μου. Δεν είμαι εγώ ο κάλλιστος και οι άλλοι είναι οι χείριστοι. Είμαστε μια αλληλοεξάρτηση, μια αλληλουχία. Και εγώ γι΄ αυτούς γράφω. Αν είναι να τα γράφω για τον εαυτό μου και για τον κάθε κριτικό, δεν θα έγραφα τουλάχιστον τραγούδι. Αλλά σου λέω ότι αυτά είναι μέρος της έρευνάς μου ως προς εμένα και ως προς τι συμβαίνει στον ορθολογισμό.

Τι σου προσφέρει το να γράφεις στίχους;

Καλυτερεύω τον εαυτό μου με το να κάνω αυτή τη δουλειά. Αλλιώς γίνεσαι εγωκεντρικός και αρχίζεις να ξεκινάς από το πολύ «εγώ σου» και να καταλήγεις στο «εγώ σου». Αυτός είναι και ο νόμος της ζούγκλας και το αποδέχεται και ο Υπουργός Πολιτισμού που είναι και συνταγματολόγος. Καταργώντας το σύνταγμα, κάνει δραστηριότητες επιλεκτικά. Σου λέει θα δίνω τα πακέτα εκεί που θα με βοηθήσουνε να γίνω πρωθυπουργός. Αυτά τα πράγματα είναι εις βάρος του δημόσιου συμφέροντος διότι δεν έχεις το ιδεώδες για να προτρέπεις τους πολίτες, κάνεις ο ίδιος μαλαγανιές και φαίνεσαι. Γιατί δεν μπορεί εγώ, που μου παίρνεις συνέντευξη, με ξέρεις εδώ και δεκαπέντε χρόνια και με ρωτάς να σου πω τη γνώμη μου για το τραγούδι, όταν πήγα στο γραφείο του υπουργού και του λέω «η Μερκούρη χωρίς να της το ζητήσω πριν 17 χρόνια μου έδωσε 10 συναυλίες μπορείς να δώσεις κι εσύ 10», να μου λέει «ποιος είστε εσείς και τι κάνετε;». Όχι ότι δεν με ήξερε. Αλλά εκείνη τη στιγμή μ΄αυτά που είπε με πολέμησε στα ίσα, με κατέστρεψε. Δεν είχε και το δικαίωμα. Γιατί το σύνταγμα λέει ότι είμαστε ...σχεδόν ίσοι. Εγώ δεν του έκανα τίποτα. Ζήτησα ραντεβού, πήγα στο γραφείο του, του είπα αυτά. Δηλαδή όταν τραγουδάει όλη η Ελλάδα «βρε δεν είναι εδώ το Σούλι, εδώ είναι του Ρασούλη» και αυτός δεν με ξέρει, ή σε ζει σε άλλο πλανήτη ή δεν ξέρω... Δηλαδή με ήξερε η Μερκούρη και ο Βενιζέλος που ζούμε στην ίδια πόλη, τη Θεσσαλονίκη, δεν με ήξερε; Θέλω να πω ότι είναι σκάνδαλο αυτό το πράγμα. Με αυτούς τους ανθρώπους δεν πρόκειται να προχωρήσει η Ελλάδα. Οι νοοτροπίες αυτές πρέπει να εγκλωβιστούνε και να υποσταλούνε διότι για την Ελλάδα δεν είναι ωραία εικόνα αυτή.

Όταν γράψατε με τον Πέτρο Βαγιόπουλο το «Αχ Ελλάδα σ΄αγαπώ»...

Εντάξει το «Αχ Ελλάδα σ' αγαπώ» το είπαμε, λάβαμε όμως και τα μέτρα μας στο τραγιούδι ότι «η πιο γλυκιά πατρίδα είναι η καρδιά». Γράψαμε και ένα άλλο «κάποιοι θένε την Ελλάδα σαν χιονοστιβάδα»... Σχολιάζουμε, δημιουργούμε ετοιμότητα. Aυτά τα λέμε γιατί βασανιζόμαστε με τις σκέψεις πάνω στις μεγάλες αξίες. Τι είναι ο Χριστός; Αναλήφθηκε. Γιατί αναλήφθηκε και δεν μπορώ να αναληφθώ εγώ. Και ας έρθει ένας επιστήμονας να μας πει τι είναι ανάληψη. Και δεν λέω, ποιητική αδεία μπορεί να αναληφθώ μπορεί να γίνω τζουράσικ παρκ. Στη υπερφύση γίνονται πολλά...

Η θρησκεία λέει θα πεθάνεις αλλά θα αναστηθείς.

Η θρησκεία έχει κάνει έναν ιδεολογικό συμβιβασμό, δηλαδή θα πεθάνεις αλλά θα αναστηθείς και ο κοσμάκης γουστάρει. Λέμε: Θεός. Βάζουμε μια λέξη και οριοθετούμε εννοιολογικά κάτι. Εννοούμε τον εαυτό του και κάτι που δεν είναι αυτός. Έχουμε συμφωνήσει ότι ο Θεός είναι τα πάντα. Δηλαδή η λέξη Θεός είναι εξ αρχής συμβατική και τραγελαφική. Και βγαίνει η κυρία Λουκά να υπερασπιστεί τον αληθινό Θεό. Δεν μπορεί δηλαδή ο θεός να υπερασπιστεί τον εαυτό του και θα βγει η κυρία Λουκά να το κάνει. Τώρα σου περιγράφω μια ύλη τεράστια γύρω από την οποιά αντλεί ο δραματουργός. Ό,τι τυχαίνει το ερμηνεύεις και συγροτείς ένα παζλ.

Ποια είναι η σχέση σου με τα λεφτά;

Είμαι γιος εμπόρου. Αγαπώ την αγορά διότι πέρασα τα καλυτερά μου χρόνια στην καρδιά της αγοράς του Ηρακλείου, στο μαγαζί του πατέρα μου. Οι πρώτες μου εμπειρίες είναι να πηγαίνω στις τράπεζες και να πληρώνω τα γραμμάτια. Πιτσιρικάς, να μπαίνω στη σειρά και να βλέπω τον κώλο του μπροστινού μου, να με διώχνουν οι μεγάλοι και τα χέρια μου συνέχεια μέσα στις τσέπες για τα λεφτά, να υδρώνουν. Από τότε δεν θέλω να έχω μέσα στις τσέπες μου λεφτά. Τέλος πάντων είναι μια αντίδραση. Αν είχα στο μυαλό μου να πλουτίσω θα το είχα κάνει. Θα είχα αποκτήσει και πλάτες, θα έλεγα τι ωραίος που είσαι ρε Πανταγιά... Αλλά υπερασπίζομαι κάποιες αξίες πανανθρώπινες, δηλαδή κινδυνεύει όλη η ανθρωπότητα και ΄μεις πάμε να βρούμε μια άκρη, να δούμε τι θα κάνουμε στην παγκοσμιότητα, με αυτή την έννοια και αυτή την ευαισθησία. Πολλές φόρες κάποιοι ενστικτωδώς κάτι καταλαβαίνουν.

Δεν βλέπεις φως στον ορίζοντα;

Δεν λέω ότι σώνει και καλά υπάρχει το απόλυτο σκοτάδι, αλλά αυτοί που ελέγχουν τα διόδια είναι θλιβεροί. Πρέπει ο Υπουργός Πολιτισμού να καταλάβει ότι εδώ έχουμε κάνει σοβαρή δουλειά και όσοι δεν το παραδέχονται είναι εκ του πονηρού και συνεργάτες μιας σκοτεινής κατάστασης εις βάρος της χώρας και αυτό θα φανεί με βιαιότητα κάποια στιγμή. Θα ΄ρθεί ένας Κουφοντίνας και θα τους καθαρίζει μαζικά. Και μετά θα κλαίνε και θα λένε ο δολοφόνος. Όχι, είναι μια ανταπόκριση σ' αυτά που κάνατε. Ο Κουφοντίνας δηλαδή τι ήτανε; Μέσα σ΄ αυτό το χάος, την ανηθικότητα και την αδικία, έγινε μια αντίδραση. Δεν το δικαιολογώ, εγώ δεν θα το έκανα. Βέβαια στην τελική ανάλυση άμα υπάρχει βία θα χρησιμοποιήσεις βία, αλλά τώρα υπάρχει αυτό το ύπουλο πράγμα των αντανακλάσεων στους καθρέφτες, στις αυταπάτες και στις τηλεοράσεις. Εκεί είναι η Αλβανία η δικία μου. Σ΄αυτή την Αλβανία πολεμώ, των παραισθήσεων, των ψευδαισθήσεων, της αληθοφάνειας, της σοβαροφάνειας και εκεί παρεμβαίνω.

Παρεμβαίνεις με το τραγούδι;

Το τραγούδι αποτυπώνει την ψυχή, εκφράζει, γίνεται πραγματικότητα, ψυχική διάσταση του Έλληνα και εμείς δουλεύουμε στην καρδιά της καρδιάς. Άμα καταργείς εμάς, καταργείς ταυτόχρονα την εθνική οντότητα. Και έρχονται τώρα και μου λένε ότι εγώ είμαι ο επικίνδυνος. Ρε μαλάκες αφού όλοι εσείς οι επίσημοι καταργείτε τους κανόνες του παιχνιδιού εγώ είμαι ο συνήθης ύποπτος; Τι να κάνω; Αφού έτσι με μάθαν στο σχολείο. Προσκύνα ρε. Όχι, έλεγε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, δεν προσκυνώ. Παλέψαμε ενάντια στην χούντα για να προσκυνάμε τον κάθε μαλάκα; Βλέπεις τίποτα εκτός κοινής λογικής σε αυτά που λέω; Δεν απολογούμαι, ούτε θέλω να εντυπωσιάσω. Λέω κάποια πράγματα που έχουν μια ισχύ, ένα αντίκτυπο μέσα στο κοινωνικό πεπραγμένο.

06 Δεκεμβρίου 2010

Συνέντευξη του Γιώργου Φακανά - τεύχος 35 (2009)



Γιώργος Φακανάς:
"αντιστέκομαι στην αρχή των φθινουσών αποδόσεων"

Συνέντευξη στον Αντώνη Περιβολάκη
(Μετρονόμος, τ. 35, 2009)

Ο Γιώργος Φακανάς είναι κατ΄ αρχήν ένας χαρούμενος δημιουργός, ένας άνθρωπος που παίρνει χαρά από την ίδια του τη δημιουργία. Αυτοδίδακτος μπασίστας, από τους σημαντικότερους του διεθνούς ρεπερτορίου, αφιερωμένος στον ευρύτερο χώρο της τζαζ, συνθέτης, δάσκαλος και δημιουργός και ιδιοκτήτης του μεγαλύτερου Ωδείου στην Ελλάδα, του «Ωδείου Τέχνης Γιώργος Φακανάς».

Γεννημένος το 1961, στο Μοσχάτο, άρχισε από μικρός να παίζει κιθάρα. Όταν του έγινε στα 13 μια πρόταση να παίξει μπάσο στο ροκ γκρουπ της γειτονιάς του αυτός παρά το ότι δεν ήξερε μπάσο αποφάσισε να το μάθει. Σύντομα ήρθε σε επαφή με το χώρο της τζαζ μουσικής, ένα χώρο που δεν μπορούσε κανείς εύκολα εκείνα τα χρόνια να τον γνωρίσει στην Ελλάδα. Έτσι αναγκάστηκε να γίνει αυτοδίδακτος σε αυτό το όργανο γιατί δεν υπήρχαν όχι μόνο σχολές αλλά ούτε καν δάσκαλοι που θα τον οδηγούσαν στη εκμάθηση αυτού του οργάνου. Επιχείρησε να γνωρίσει το μπάσο μέσα από τις γραμμές της τζαζ, πηγαίνοντας στο μοναδικό εν Ελλάδι αυθεντικό τζαζ κλαμπ που υπήρξε ποτέ, το κλαμπ του Μπαράκου στην Πλάκα, αλά και μέσα από δυσεύρετους στην Ελλάδα δίσκους τζαζ όπως αυτούς των των Stanley Clarke και Herbie Hancock. Όπως λέει και ο ίδιος αγάπησε το μπάσο γιατί ταίριαζε ιδιαιτέρως στη ιδιοσυγκρασία του αφού «είναι άνθρωπος που θέλει να έχει γνώση και έλεγχο των καταστάσεων και να βοηθάει σε κάθε πρόβλημα. Αυτό το ρόλο επιτελεί το μπάσο σε μια ορχήστρα. Συνδέει την αρμονία με τη μελωδία, δεν ενοχλεί τη μελωδία και πρέπει να είναι και άρρηκτα δεμένο με το ρυθμό. Συνεπώς αν ένα κομμάτι θεωρήσουμε ότι είναι αρμονία, μελωδία και ρυθμός, το μπάσο βρίσκεται ανάμεσα και στα τρία κοντρολάρει και τα τρία τα ενώνει για να καταλήξουμε σε αυτό που λέμε Μουσική. Άρα παίζει το ρόλο του οργανωτή, αναλαμβάνει να επιλύσει τα προβλήματα σε οποιοδήποτε μουσικό γίγνεσθαι».

Γύρω στα 20 του χρόνια βρέθηκε να είναι ο μοναδικός στην ιστορία Έλληνας, μέλος της Ευρωπαϊκής Ορχήστρας τζαζ νέων, στην οποία συμμετείχε για 3 περίπου χρόνια και μέσα από αυτή του τη συμμετοχή κέρδισε το 1980 το βραβείο του καλύτερου Ευρωπαίου μπασίστα κάτω των 23 χρόνων. Σημειωτέον ότι ο Γιώργος Φακανάς ήταν αυτοδίδακτος και είχε να αντιμετωπίσει συναδέλφους του που σπούδαζαν στις καλύτερες μουσικές ακαδημίες της Ευρώπης. Αυτό δεν έγινε ποτέ γνωστό στην Ελλάδα και όταν επέστρεψε στη πατρίδα του υποδέχτηκαν μόνο … οι γονείς του ενώ το Ελληνικό υπουργείο δεν του έδωσε ποτέ ούτε μια δραχμή κατά τη διάρκεια της συμμετοχής του στη Ευρωπαϊκή Ορχήστρα Τζαζ, εν αντιθέσει με τους μουσικούς των άλλων χωρών που τους χρηματοδοτούσαν τα υπουργεία των χωρών τους…

Με την επιστροφή του στην Ελλάδα αρχίζει να δουλεύει σαν μουσικός, δάσκαλος και συνθέτης πάντα σο χώρο της τζαζ. Δημιουργεί με τους Τρανταλίδη, Lynch, Φαραζή το ιστορικό συγκρότημα ISKRA την πρώτη σοβαρή προσπάθεια δημιουργίας Ελληνικής τζαζ. Το συγκρότημα έχει μια 4ετή ιστορία η οποία έλαβε τέλος με μια ιστορική συναυλία στο Λυκαβηττό. Σήμερα, ο Γιώργος Φακανάς έχει δημιουργήσει το δικό του γκρουπ, έχει συγγράψει πολλά βιβλία που αφορούν όλο το χώρο της μουσικής, έχει συμμετάσχει σε πάνω από 300 δίσκους – διεθνείς παραγωγές και έχει δημιουργήσει στο Νέο Φάληρο το «Ωδείο Τέχνης» που ανάμεσα στα άλλα στεγάζει όλα τα είδη και τα όργανα μουσικής αλλά και τον εξαιρετική σκηνή «Αθηνά – Live» που φιλοξενεί μερικά από τα κορυφαία ονόματα του εγχώριου αλλά και του διεθνούς ρεπερτορίου. Τα περισσότερα Σαββατοκύριακα του φετινού χειμώνα αλλά και της άνοιξης, μέχρι και το Μάη του 2010 είναι γεμάτα μουσική για τους εραστές του χώρου αλλά και για όσους αναζητούν κάτι άλλο και έχουν τα αυτιά τους ανοιχτά…

Τελευταία του δισκογραφική δουλειά είναι το “Interspirit” που κυκλοφορεί λίγο πριν το τέλος toy 2009, με συμμετοχή του διεθνούς μπασίστα Anthony Jackson. Είναι ουσιαστικά το πρώτο προσωπικό CD του Anthony Jackson στη μακρόχρονη ιστορία του και αποτελεί εξαιρετική τιμή το γεγονός ότι διάλεξε έναν Έλληνα συνάδελφό του να γράψει τη μουσική γι’ αυτό.
-----



Κύριε Φακανά πείτε μας πρώτα μερικά λόγια για το δημιούργημά σας, το «Ωδείο Τέχνης».

Όταν άρχισα να γράφω τα βιβλία αυτό το πράγμα με οδήγησε σιγά στην εκπαίδευση και τελικά οδηγήθηκα στο να φτιάξω τον δικό μου χώρο που ήταν ένα όνειρο ζωής. Στην αρχή ξεκίνησα από μια αποθήκη που ήταν πίσω από το μαγαζί ηλεκτρικών του πατέρα μου, μετά κάναμε ένα υπόγειο στούντιο στο σπίτι μου και κατόπιν πέρασα σε αυτό το κτίριο, το Ωδείο Τέχνης που σήμερα θεωρείται από το Υπουργείο Πολιτισμού το μεγαλύτερο Ωδείο στην Ελλάδα. Το αποφάσισα διότι σκέφτηκα ότι αφού δεν θέλω να πάω να εγκατασταθώ στο εξωτερικό να ζήσω μιας και λατρεύω τη χώρα μου θα κάνω αυτό πράγμα εδώ για να φέρω το εξωτερικό στην Ελλάδα. Και αυτόν το στόχο τον έχω πετύχει στο απόλυτο. Ο,τι κάνει οποιοσδήποτε μουσικός στο εξωτερικό το κάνουμε κι εμείς εδώ στο Ωδείο Τέχνης αυτή τη στιγμή χωρίς να έχω να ζηλέψω τίποτα χωρίς να αισθάνομαι καθόλου μειονεκτικά και μίζερα. Το Ωδείο φιλοξενεί όλα τα είδη της μουσικής ακόμα και τις ειδικές μουσικές για θέατρο και σινεμά, έχει στούντιο ηχογραφήσεων και φιλοξενεί επίσης την Παιδική Χορωδία του Δημήτρη Τυπάλδου.

Θα ήθελα μια συνηγορία υπέρ της τζαζ στην Ελλάδα και πως αυτή η μουσική ταιριάζει με το Ελληνικό ηχόχρωμα;

Υπάρχουν παγκόσμια μουσικά ιδιώματα και υπάρχουν και τοπολαλιές. Οι τελευταίες γεννήθηκαν και εκπροσωπούν τους κατοίκους ενός συγκεκριμένου γεωγραφικού χώρου και τίποτα παραπάνω. Είναι οι λαϊκές – φολκλορικές μουσικές κάθε τόπου. Όμως, τα παγκόσμια μουσικά ιδιώματα είναι είδη που γεννήθηκαν για να εκπροσωπήσουν τον πλανήτη. Δεν έχουν όριο, δεν έχουν σύνορά δεν έχουν τίποτα. Τέτοια παγκόσμια είδη είναι η κλασσική, το συμφωνικό ιδίωμα, η ροκ μουσική, το μπλουζ σαν συστατικό δημιουργίας άλλων μουσικών. Παγκόσμια μουσική γλώσσα είναι η τζαζ. Μέσα στη τζαζ ενυπάρχει το fusion που σημαίνει «πρόσμιξη». Το Fusion είναι πολύ υψηλή τέχνη διότι κατόρθωσε να παντρέψει τοπολαλιές με τη τζαζ. Εν γένει η τζαζ είναι μια διεθνής μουσική, ένα διεθνές γλωσσάριο. Μόνο αν εμείς θέσουμε παρωπίδες θα διαπιστώσουμε ύπαρξη προβλημάτων στη σχέση της τζαζ με την ιδιοσυγκρασία του Έλληνα.

Ναι, αλλά πολλοί υποστηρίζουν ότι η Ελληνική μουσική δεν συνάδει άμεσα με το χώρο της τζαζ γιατί η πρώτη εκφράζει τα χαρακτηριστικά φωτός και σκιας που υπάρχουν έντονα στο Ελλαδικό τοπίο εν αντιθέσει με τη τζαζ που ως πιο Ευρωπαϊκή δεν εκφράζει αντιθέσεις.

Και τι είναι αυτό το τελευταίο; Δηλαδή, εν τέλει, τι είναι Ελληνική μουσική; Είμαι ελεύθερος άνθρωπος, πολίτης του κόσμου, με ενδιαφέρει να παίρνω και αν συλλέγω πράγματα και ιδέες από ο,τι έχει δημιουργήσει το ανθρώπινο πνεύμα. Και εδώ θέλω να ανοίξω δύο ζητήματα: πρώτον το τι είναι Ελληνική μουσική και δεύτερον ποιος κρίνει την κάθε μουσική παραγωγή το κάθε μουσικό έργο. Όσον αφορά το πρώτο κι αν θέλω να είμαι τίμιος, εντάξει, Ελληνική μουσική είναι η Βίσση και ο Ρουβάς, τα σκυλάδικα αλλά Ελληνική μουσική είναι και Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις, ο Σκαλκώτας, ο Χατζιδάκις, Ο Χρήστου, η Κάλλας, τα Κρητικά, τα νησιώτικα, η Ελληνική τζαζ… Επί της ουσίας, ο δημιουργός είναι ελεύθερος να πάρει από οπουδήποτε… Δεν έχει περισσότερο φως η Ελληνική μουσική ούτε λιγότερο φως η τζαζ. Ο μουσικός είναι εκείνος που θα έχει υψηλή κατάρτιση από τον οποίο θα έχω την απαίτηση να μου παράγει φως. Η μουσική δημιουργία δεν μπορεί να έχει σύνορα. Επίσης, μιλώντας για αυτούς που κάνουν κριτική στα μουσικά έργα, θεωρώ ότι δικαίωμα κριτικής έχει μόνον αυτός που γνωρίζει μουσική. Όλοι έχουν την άποψή τους βεβαίως για κάθε δημιούργημα αλλά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί είναι πιο βαρύνουσας σημασίας η άποψη ενός μουσικού δημοσιογράφου από την άποψη των ανθρώπων που περνάνε εδώ απ΄ έξω…. Οι παγκόσμιες μουσικές γλώσσες είναι αυτές που μπορούν να εκφράσουν τους πάντες και τα πάντα. Ένας αυτοσχεδιασμός υπάρχει σε ένα ηπειρώτικο αλλά η τζαζ προτείνει τον αυτοσχεδιασμό να τον κάνουμε παγκόσμιο μουσικό μήνυμα.

Υπάρχει επίσης μια παρεξήγηση στην Ελλάδα που αφορά την καταγωγή της τζαζ, είναι διάχυτη η αίσθηση ότι είναι Αμερικάνικη μουσική…

Η τζαζ δεν είναι Αμερικάνικο μουσικό είδος. Μια Ευρωπαία και ένας Αφρικανός πήγαν και γέννησαν το παιδί τους στην Αμερική . Ρυθμοί Αφρικάνικοι, αρμονία Ευρωπαϊκή και τόπος ανάπτυξης στην Αμερική που εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο. Για να μην πω και το άλλο: οι περισσότερες κλίμακες της τζαζ λέγονται Dorian, Frygian, Lydian, Aeolian, Locrian, δηλαδή ελληνικά ονόματα… Το πρόβλημα είναι άλλο: τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης εμποδίζουν την προβολή αυτών των είδών διότι παίρνουν κάποιες εντολές από μια κεντρική διοίκηση που λέει: εγώ θέλω να παράγω για τον κόσμο φτηνά προϊόντα, διότι αν ο κόσμος ζητήσει ακριβά προϊόντα εγώ θα έχω ένα πολύ υψηλό κόστος παραγωγής και δεν περισσεύουν λεφτά για κότερα κ.λ.π…. Ξέρετε το κόστος παραγωγής της τζαζ είναι πολύ υψηλό διότι είναι μουσική διαμάντι. Όλοι αυτοί οι δήθεν μουσικοί και παραγωγοί τύπου Φοίβος κ.λ.π. δεν είναι μουσικοί, είναι έμποροι που εκπορνεύουν τη μουσική. Η Μουσική είναι μια μεγάλη θεά που εμείς την υπηρετούμε ενώ αυτοί την εμπορεύονται, την εκμεταλλεύονται. Οι ίδιοι δεν ξέρουν μουσική. Συνηθίζω να λέω ότι κάθε έρημος έχει και οάσεις. Η άμμος είναι για τους πολλούς, η οάσεις είναι λίγες και είναι για τους λίγους. Όποιος ψάχνει τις βρίσκει και αντί να καταναλώσει άμμο, εκεί θα πιεί νερό.

Μου άρεσε που είχες πει στο παρελθόν πως συνεργάζεσαι με ανοιχτά μυαλά που ονειρεύονται ένα χαρούμενο και σκεπτόμενο κόσμο.

Πάντα, προπαντός χαρούμενο κόσμο. Η ζωή είναι μικρή και μεγάλη μαζί. Το βασικό συναίσθημα είναι η χαρμολύπη. Τα άλλα είναι ακραίες καταστάσεις. Και εγώ είμαι μέσα στην καλή χαρά παρά το γεγονός ότι μέσα σε όλες αυτές τις υποχρεώσεις που έχω είμαι απόλυτα μόνος μου, χωρίς κρατικές επιχορηγήσεις, χωρίς δάνεια, χωρίς ούτε καν συμπαραστάτες επιπέδου χορηγών, μόνο ψήγματα από κάποιους ανθρώπους. Εγώ όμως είμαι μες στην καλή χαρά γιατί κάνω αυτό που μου αρέσει. Έκανα το χόμπι μου δουλιεά μου και ζω καλά από αυτό. Είναι μοναχικός ο δρόμος βέβαια, είναι λίγοι αυτοί που μένουν πιστοί στις αξίες τους και τις αρχές τους. Η δική μου η αρχή είναι να αντισταθώ στην αρχή των φθινουσών αποδόσεων μια αρχή που διέπει όλους τους ανθρώπους κυρίως με την πάροδο του χρόνου. Δεν μιζεριάζω, νιώθω ευτυχής που κατάφερα και έκανα και κάνω ακόμα όλα αυτά τα πράγματα και που ενθαρρύνω τους νεότερους όχι μόνο να μαθαίνουν εδώ αλλά να παίζουν συνεχώς μόνοι τους για να ανακαλύπτουν...