16 Μαρτίου 2008

Συναυλίες - Αφιέρωμα στο Στέλιο Φουσταλιέρη


Ωδείο Ρεθύμνου, 21 και 22 Μαρτίου, ώρα 21:00
Στον ίδιο χώρο και τις δύο μέρες, από το πρωί, θα φιλοξενείται έκθεση ήχου και εικόνας με πλούσιο υλικό γιατη ζωή και το έργο του Στέλιου Φουσταλιέρη

21 Δεκεμβρίου 2007

τεύχος 27 (2007) - Νίκος Μαμαγκάκης



Τεύχος 27 Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2007

Περιεχόμενα

  • Ακριβές στιγμές: «Μουσικό ημερολόγιο 1958…», του Ηλία Κατσούλη
  • Μεταξύ των άλλων…
  • Ο πολιτικός Μάνος Λοϊζος, του Φώντα Λάδη
  • Αιμιλία Κουγιουμτζή: Για τον Σταύρο, των Τάσου Π. Καραντή και Θανάση Γιώγλου
  • Γιώργος Βαρσαμάκης, του Χρόνη Πλατίνου
  • Ο τραγουδιστικός χάρτης της Αθήνας, του Σταύρου Γ. Καρτσωνάκη
  • Γιώργος Κοτσώνης, του Γιώργου Καλογήρου
  • Νίκος Μαμαγκάκης, του Θανάση Συλιβού
  • Μανώλης Γαλιάτσος, του Αλέξη Βάκη
  • Αρώματα της Σμύρνης στη γειτονιά της προσφυγιάς, της Ελένης Δελβινιώτη
  • Γιώργος Ξηντάρης, του Ηλία Βολιότη - Καπετανάκη
  • Τα πουλιά στον ποιητικό κόσμο του Κουγιουμτζή, του Τάσου Π. Καραντή
  • Δανάη Παναγιωτοπούλου του Ηρακλή Οικονόμου
  • Ιωάννα Γεωργακοπούλου, του Χάρη Κόντου
  • Τζιβαέρι, του Ηλία Βολιότη - Καπετανάκη
  • Τα τραγούδια του έρωτα και της αγάπης, του Ανδρέα Καρζή
  • Δεν υπάρχει φωτιά για καλό, του Θόδωρου Βαλσαμίδη
  • Ανθολόγιο μουσικών αισθημάτων από την ελληνική πεζογραφία:
  • Το τραγούδι στα δραματικά συμβάντα της ζωής, , επιμέλεια: Ηλίας Κατσούλης
  • «…παίζουν τα ραδιόφωνα τραγούδια για το τίποτα γραμμένα»,
  • του Σπύρου Κουρκουνάκη
  • Πίσω από τα όργανα: «Ο Λώρης με τη φυσαρμόνικα», του Γιώργου Αλτή
  • Αναγνώσεις
  • Ακροάσεις

ΕΝΘΕΤΟ
Εξώφυλλα, μουσικές και αναμνήσεις
Νίκος Μαμαγκάκης

07 Δεκεμβρίου 2007

Δημοτικό Ωδείο Καβάλας: ο «Έρωτας Αρχάγγελος» του Χρήστου Λεοντή


Το Δημοτικό Ωδείο Καβάλας οργανώνει εκδήλωση για την παρουσίαση του καινούριου δίσκου του μεγάλου Έλληνα δημιουργού Χρήστου Λεοντή με τίτλο «Έρωτας Αρχάγγελος».
Στην εκδήλωση που θα γίνει την Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου στις 8 το βράδυ στην αίθουσα Γ. Παπαϊωάννου στο υπόγειο του κτιρίου του Ωδείου, θα μιλήσουν ο Θεόδωρος Θεοδωρίδης, ο εκδότης του περιοδικού «Μετρονόμος» και παραγωγός του δίσκου Θανάσης Συλιβός και ο στιχουργός Δημήτρης Λέντζος.
Στην εκδήλωση θα παραστεί και θα απευθύνει χαιρετισμό και ο ίδιος ο Χρήστος Λεοντής.
Μικρό μουσικό σχήμα αποτελούμενο από τους καβαλιώτες μουσικούς Θεόδωρο Κατάκαλο, Πέτρο Ζώτο, Άγγελο Ζαγοριανό, Κώστα Παπανικολάου και Θεόδωρο Βαλσαμίδη θα παρουσιάσει γνωστά τραγούδια από το μακρύ κατάλογο των έργων του μεγάλου Έλληνα δημιουργού.

18 Νοεμβρίου 2007

"Το πέρασμα σου" από τους Χειμερινούς Κολυμβητές


Tην Πέμπτη 8 Νοεμβρίου, στο βιβλιοπωλείο Ιανός, στην Αθήνα, έγινε η παρουσίαση του νέου άλμπουμ των Χειμερινών Κολυμβητών με τίτλο «Το πέρασμά σου». Μίλησαν η διευθύντρια της Λύρα Έφη Κανελλοπούλου, από τους Χειμερινούς Κολυμβητές ο Αργύρης Μπακιρτζής και ο Χάρης Παπαδόπουλος και ο παραγωγός και μουσικός ερευνητής Νίκος Διονυσόπουλος.
«Το πέρασμά σου» περιλαμβάνει μελοποιήσεις είκοσι ποιημάτων Ελλήνων και ξένων δημιουργών και μία αφήγηση. Την τιμητική του έχει ο Σαίξπηρ αφού περιλαμβάνονται δέκα κομμάτια σε μετάφραση Βασίλη Ρώτα από τα έργα του: Βασιλιάς Ληρ, Πολύ κακό για το τίποτα, Όπως αγαπάτε, Χειμωνιάτικο παραμύθι, Ο έμπορος της Βενετίας, Δωδέκατη νύχτα και Άμλετ. Ακόμα: το εικοσιτεσσάρων στροφών ποίημα του Γιώργου Σεφέρη «Ερωτικός λόγος», «Το πέρασμά σου» του Κώστα Βάρναλη, «Η τρελή ροδιά» του Οδυσσέα Ελύτη, «Παραλληλισμοί» του Νίκου Καββαδία, «Το φιλί» του Ντίνου Χριστιανόπουλου, «Σαν εξομολόγηση» του Γιάννη Βαρβέρη, οι «Κλαίουσες ιτιές» του Ναζίμ Χικμέτ σε μετάφραση Στέλιου Μαγιόπουλου, ένα απόσπασμα από το «Άσμα Ασμάτων» σε μετάφραση Γιώργου Τσουκαλά, ένα ποίημα του Ασίζ Νεζίν από το βιβλίο του «Αναμνήσεις ενός εξόριστου» σε μετάφραση Στέλιου Μαγιόπουλου και μια ελεύθερη απόδοση από τον Αργύρη Μπακιρτζή ενός ποιήματος του Καΐς Εμπν Μουάζ (Περσία, 1ος αι..μ.Χ.) σε μετάφραση Κώστα Τρικογλίδη. Ο δίσκος κλείνει με την απαγγελεία μιας πολύ σύντομης μαθητικής έκθεσης του 1954, της α΄ τάξης του γυμνασίου του Αγ. Νικολάου Κρήτης από το Μανώλη Δαβράδο
Ο Αργύρης Μπακιρτζής μελοποίησε τα δεκαεννιά ποιήματα, ο Χάρης Παπαδόπουλος το ποίημα του Γ. Βαρβέρη, ενώ στην ενορχήστρωση συνέβαλαν όλα τα μέλη των Χειμερινών Κολυμβητών.
Τραγουδούν ο Αργύρης Μπακιρτζής, ο Κώστας Σιδέρης και η Ελευθερία Αρβανιτάκη σε τρία τραγούδια. Είναι η πρώτη φορά που οι Χειμερινοί Κολυμβητές συνεργάζονται με κάποιον ερμηνευτή εκτός συγκροτήματος και η σύμπραξη με την Αρβανιτάκη ήταν ευτυχής! Η αέρινη ερμηνεία της ταίριαξε ιδανικά με τον πολύ ιδιαίτερο ήχο του συγκροτήματος και τη φωνή του Αργύρη Μπακιρτζή. Στην «Τρελή Ροδιά» και τον «Ερωτικό Λόγο» συμμετέχει η 35μελής μικτή Χορωδία του Δήμου Γλυκών Νερών Αττικής. Τραγουδούν ακόμη η πενταμελής Χορωδία των μελών του συγκροτήματος και πενταμελές κλιμάκιο της Χορωδίας «Ροξ», η οποία κατά το παρελθόν έχει συνεργαστεί με τους Χειμερινούς Κολυμβητές σε δίσκους και συναυλίες.
Τα μέλη των Χειμερινών Κολυμβητών είναι οι: Κώστας Βόμβολος (ακορντεόν, καλίμπα), Αργύρης Μπακιρτζής (φωνή), Χάρης Παπαδόπουλος (μπουζούκι, μπαγλαμάς, πιάνο, φωνή), Δημήτρης Πολυζωίδης (βιόλα, βιολί), Μιχάλης Σιγανίδης (κιθάρα, κοντραμπάσο, μαντολίνο, φωνή), Κώστας Σιδέρης (φωνή), Γιώργος Ταμκατζόγλου (κιθάρες).

02 Νοεμβρίου 2007

Κατερίνα Γώγου (Μετρονόμος, τεύχος 22)





Κατερίνα Γώγου


-μια μικρή αναφορά στην “οργισμένη” ποιήτρια και μια ματιά στην παρουσία της στην ελληνική δισκογραφία-

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
Κατερίνα Γώγου

Για τους πολλούς, η Κατερίνα Γώγου είναι γνωστή σαν μια καλή ηθοποιός του παλαιού ελληνικού κινηματογράφου. Η εικόνα του χαριτωμένου, ατίθασου, τσαμπουκαλεμένου τρελοκόριτσου είναι αποτυπωμένη στις πάμπολλες ελληνικές ταινίες, κυρίως της Φίνος Φιλμ, αλλά και στη μνήμη των Ελλήνων.
Η Γώγου – ηθοποιός όμως, των δεκαετιών του ’60 και του ’70, συμπορεύτηκε, από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, παράλληλα με τη ηθοποιία, και με την ποίηση. Παρουσίασε, μέσα από τα ραγισμένα ποιήματά της, ένα ξεχωριστό ποιητικό πρόσωπο, που σημάδεψε την ελληνική ποίηση.

«Εν αρχή ην το Χάος»*

Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Ιούνη 1940. Από πολύ μικρή, 5 χρονών, ως παιδί – θαύμα, δούλεψε σε παιδικούς θιάσους και στη συνέχεια επαγγελματικά, σαν ηθοποιός στον κινηματογράφο και στο θέατρο. Συμμετείχε σε πολλές ταινίες(“Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο/1959”, “Άπονη ζωή/1964”, “Δεσποινίς Διευθυντής/1964”, “Η δε γυνή να φοβείται τον άντρα/1965”, “Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση/1971” κ.ά.) , ενώ στο θέατρο έπαιξε από επιθεώρηση μέχρι τραγωδία(θίασος Κ. Κουν). Πρωταγωνίστησε στις εξής ταινίες : α) «Το … βαρύ πεπόνι»(Π. Τάσιου, 1977 – κέρδισε το Βραβείο Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης), β) «Παραγγελιά»(Π. Τάσιου, 1980 – μέρος της ταινίας βασίζεται σε ποιήματά της) και γ) «Όστρια»(Α. Θωμόπουλου, 1984 / συνεργάστηκε στο σενάριο / πήρε το Κρατικό Βραβείο Ερμηνείας και μοιράστηκε το Βραβείο Σεναρίου με τον Α. Θωμόπουλο).
Η Κατερίνα Γώγου παντρεύτηκε τον σκηνοθέτη Παύλο Τάσιο και απέκτησαν μια κόρη, την Μυρτώ Τάσιου.1

«Εν αρχή ην ο Πόνος»*

Αμέσως, με την εμφάνιση της πρώτης της ποιητικής συλλογής, ξεκίνησε, όπως γράφτηκε, η “μεταφορά” της «από τα πλατό της Φίνος στο πλατό των Εξαρχείων, χώροι απατημένης φαντασίας και οι δύο». Εξ αρχής άσκησαν γοητεία πάνω της «ο κόσμος του εξαναγκασμένου περιθωρίου» και «ο χώρος της μαχόμενης αναρχίας τροτσκιστικών καταβολών», αλλά, εν συνεχεία, καταβυθίστηκε «στην περιοχή των ευφορικών ουσιών» και «στην πολιτικοποιημένη, όπως όπως, ψυχεδέλεια». Μπορεί η Κατερίνα Γώγου να «υπονόμευσε τον ποιητικό της βίο από τις δυστροπίες και τις ατοπίες της πολιτείας της» κατάφερε όμως να μας παραδώσει ακέραια τα ποιήματά της.2
Η ατίθαση και σπαρακτική ποιητική φωνή της Γώγου έγινε, τόσο η φωνή της δικής της μεταπολεμικής γενιάς, όσο και της μεταπολιτευτικής γενιάς, αλλά και των ακόμη νεότερων. Μέσα από τα ποιήματά της, αυτή η ασυμβίβαστη και, συνάμα, ευαίσθητη ποιήτρια έκανε τον πόνο της στίχους και αποτύπωσε μέσα από τις ποιητικές της κραυγές όλη την αθλιότητα που υπήρχε γύρω της. Η Γώγου, μια γνήσια “δακρυσμένη ψυχή”, κατά την τσεχοφική ορολογία, “συνομίλησε”, κυρίως, με τους νέους. Όπως ειπώθηκε, «έκανε ποίηση σε μια εποχή που άλλοι “ποιητές” έκαναν δημόσιες σχέσεις», γι’ αυτό και ήταν έξω από τα εκδοτικά και κάθε λογής κυκλώματα και κλίκες. Παρόλα αυτά όμως, σύμφωνα με τις δηλώσεις του ίδιου του εκδότη της Θανάση Καστανιώτη, τα ποιητικά της βιβλία πούλαγαν από 40.000 αντίτυπα(!), αριθμό που μέχρι τότε είχαν πιάσει μόνο ο Ελύτης ή ο Ρίτσος τη μεταπολίτευση!3
Το ποιητικό της έργο κυκλοφορεί σε επτά(7) ποιητικές συλλογές : α) «Τρία κλικ αριστερά»(εκδ. Καστανιώτη, 1978), β) «Ιδιώνυμο» (εκδ. Καστανιώτη, 1980), γ) «Το ξύλινο παλτό» (εκδ. Καστανιώτη, 1982), δ) «Απόντες» (εκδ. Καστανιώτη, 1986), ε) «Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών» (εκδ. Καστανιώτη, 1988), στ) «Νόστος» (εκδ. Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνη, 1990) και ζ) «Με λένε Οδύσσεια» (εκδ. Καστανιώτη, 2002 / μεταθανάτια έκδοση).

«Στο δρόμο» της ελληνικής δισκογραφίας4

Την πιο ουσιαστική προσέγγιση στην ποίηση της Κατερίνας Γώγου, με την έννοια ότι αποτελεί μια ολοκληρωμένη δισκογραφική πρόταση, αποτελεί ο δίσκος «Στο δρόμο»(LP, COLUMBIA 71155, 1981 & CD, EMI 833664, 1995) σε μουσική Κυριάκου Σφέτσα. Ο δίσκος αυτός αποτελεί το soundtrack της ταινίας «Παραγγελιά»(1980 – Βραβείο καλύτερης μουσικής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης) και η ίδια η Γώγου ερμηνεύει ποιήματά της από τις συλλογές της «Τρία κλικ αριστερά» και «Ιδιώνυμο».
Περιλαμβάνονται τα εξής εννέα(9) ποιήματα : «Η ζωή μας είναι σουγιάδες», «Θέλω να κουβεντιάσω», «Μοναξιά», «Κανείς δεν θα γλυτώσει», «Πάει αυτό ήταν», «Κοίτα πως χάνονται οι δρόμοι», «Καμιά φορά», «Πόσο νωρίς φεύγει το φως», «Θα ’ρθει καιρός».
Αξίζει να “δώσουμε” το λόγο στον ίδιον τον Κυριάκο Σφέτσα, ο οποίος αφηγείται πολύ χαρακτηριστικά το πώς έγραψε τη μουσική για την «Παραγγελιά» και πως μελοποίησε την ποίηση της Κατερίνας Γώγου :
«Κατά τα μέσα του Ιουλίου του ’80 ο Παύλος Τάσιος κι η Κατερίνα Γώγου με καλούν να μιλήσουμε για την ταινία…Βλέπω το υλικό στη μουβιόλα… Την ιστορία του Κοεμτζή την είχα ακουστά μέσα σε άκρες… Αποδέχομαι την πρόταση, παίρνω υπό μάλης τα ποιήματα της Κατερίνας…Έχω στο μυαλό μου και στην οπτική μου μνήμη, όσες εικόνες μπόρεσα να συγκρατήσω από τη μουβιόλα. Στο αναλόγιο του πιάνου τα ποιήματα της Γώγου και είμαι “φτιαγμένος” από την τραγική ιστορία του Κοεμτζή… Γράφω λοιπόν, κάποια αιχμηρά κομμάτια και δυο μπαλάντες, όπου το μπλουζ, το ροκ, η τζαζ κι ο αυτοσχεδιασμός σε ανατολίζουσες και δυτικότροπες εκδοχές συμβιώνουν πονετικά, αλλά πάντα σε μια ρέουσα έξαρση…Όταν επέστρεψα για την ηχοληψία, τους είπα, “έχουμε να κάνουμε με πράγματα που μας πάνε αλλού. Έχουμε να υπηρετήσουμε μια φλόγωση, ένα φοβερό συγκινησιακό πάθος κι ένα πεδίο που στις ρήξεις του δεν υπακούει στα κοινά πλαίσια της λογικής. Κι ο μόνος τρόπος να σταθούμε δίπλα του, είναι να του δοθούμε αισθαντικά…Και να που όλοι μας, από τις πρώτες κιόλας ηχογραφήσεις παθαίνουμε…Η αξέχαστή μου Κατερίνα, αναρχικώς κι ευθέως εκδηλωτική, τρέμει από τη χαρά της…
Η μουσική πρόταση της ταινίας υπεδείκνυε τρόπους εναλλακτικής έκφρασης. Θέλω να πιστεύω πως βοήθησε νεότερους μουσικούς εκείνης της εποχής. Κάποιους που δεν είχαν την τύχη να θητεύσουν και εκτός Ελλάδας. Όμως, έτσι κι αλλιώς, ο μουσικός δημιουργός δεν φτιάχνεται μόνο από τις νότες…
Η Κατερίνα Γώγου εμφανιζόταν, σε ανάλογες με τα ποιήματά της sequences της ταινίας, ως κορυφαία θα έλεγα ενός αόρατου χορού, επιχειρώντας ίσως να σχολιάσει ή και να εξορκίσει το κακό, πότε ταυτισμένη με τη δραματική φιγούρα του τραγικού ήρωα, πότε πιο απόμακρη κι αινιγματική, προσκαλώντας μας σε μια συμμετοχή και την δια μέσου αυτής κάθαρσής μας, αφού έτσι κι αλλιώς μας θεωρούσε όλους υπεύθυνους για το κακό που είχε συμβεί, αναιρώντας μας το δικαίωμα να αποτελούμε σιωπηλή πλειοψηφία, και επιζητώντας να μας πείσει ότι ζούμε όλοι σε μια σάπια, από κάθε πλευρά, κοινωνία, για την οποία φυσικά είμαστε άκρως υπεύθυνοι, χωρίς καμία εξαίρεση.»5.
Το 1990 κυκλοφόρησε η συλλογή «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ 2»(LP & CD, EMI 170323/480752), όπου περιλαμβάνει το κομμάτι «Θέλω να κουβεντιάσω», που το ερμηνεύει η Κατερίνα Γώγου, από το LP «Στο δρόμο», το οποίο το 1995 κυκλοφόρησε και σε CD από την EMI.
Το 1998 κυκλοφόρησε το CD των “Magic De Spell” «Τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών»(FM RECORDS 458). Στη δισκογραφική αυτή δουλειά του γνωστού ελληνικού ροκ συγκροτήματος εμπεριέχεται και το τραγούδι «Εμένα οι φίλοι μου» σε ποίηση Κατερίνας Γώγου από τη συλλογή της «Τρία κλικ αριστερά».6
Τέλος, το 2001, κυκλοφόρησε από τη MINOS η κασετίνα «70 ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ», στην οποία υπάρχει και δεύτερο κομμάτι από τη δουλειά «Στο δρόμο», πάλι με ερμηνεύτρια τη Γώγου, συγκεκριμένα το «Θα ‘ρθει καιρός».

Το τέλος7

Είμαι ένα κομματάκι τ’ ουρανού
Τετράγωνο, ολομόναχο, φωτισμένο.
Κατερίνα Γώγου

«Η Κατερίνα ήταν μια ταραγμένη ψυχή. Ένιωθε σαν αγρίμι παγιδευμένο, ήταν διαρκώς σε διωγμό. Μια λέξη μπορούσε να την πληγώσει, μια κίνηση να την ταπεινώσει. Δυο μήνες πριν πεθάνει την συνάντησα τυχαία. Ήταν γερασμένη, σαν μάγισσα από παραμύθι, με άσπρα μαλλιά, ατημέλητη, με βραχνή φωνή…Η Κατερίνα πέθανε αγρίμι όπως έζησε και σαν αγρίμι.».
Νίκος Κούνδουρος
Σκηνοθέτης

«Το τελευταίο χρόνο ένιωθε πως είχε κλείσει ο κύκλος της. Τις τρεις τελευταίες μέρες γύρισε στο σπίτι που μεγάλωσε, στης γιαγιάς, στο Μεταξουργείο. Μπήκε μέσα στο χαμό…».
Μυρτώ Τάσιου
κόρη της Κατερίνας Γώγου

Η Κατερίνα Γώγου έκλεισε ποιητικά τον βίο της. Επέλεξε να έχει μια ροκ – εν – ρολ αυτοκτονία. Αυτοκτόνησε, παίρνοντας χάπια, στις 3 Οκτώβρη του 1993, σε ηλικία 53 χρονών.


Τάσος Π. Καραντής
tkaranti@otenet.gr

27 Οκτωβρίου 2007

Ο Δήμος Μούτσης στο Δεύτερο Πρόγραμμα 103.7



ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 2 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΣΤΙΣ 8 ΤΟ ΒΡΑΔΥ !



Τα τραγούδια του πολλά και πασίγνωστα. Οι επιτυχίες δεκάδες. Μελοποίησε ποίηση, ανέδειξε τραγουδιστές, συζητήθηκε για την πορεία και τη συνολική στάση ζωής του στο τραγούδι.

Τώρα μετά από αρκετά χρόνια , ο Δήμος Μούτσης έρχεται στο Δεύτερο , σε μια συζήτηση με τον Πάνο Χρυσοστόμου.


Και μιλά μεταξύ άλλων για :


-Τη γνωριμία του με τον Μάνο Χατζιδάκι , το Νίκο Γκάτσο, τη συνεργασία του με τους Κώστα Τριπολίτη, Μάνο Ελευθερίου και Λευτέρη Παπαδόπουλο

-Τα τραγούδια του Μάρκου Βαμβακάρη που άλλαξαν τη ζωή του.

εξηγεί :

-Γιατί ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης είναι σπουδαίος και δεν συμπαθεί τον Στέλιο Καζαντζίδη...

-Πως ξεκίνησε να τραγουδά ο ίδιος τα τραγούδια του…

-Τι γνώμη έχει για τα σημερινά τραγούδια και τη σημερινή δισκογραφία…

και επισημαίνει…

-Ποιος είναι ο μεγάλος μας συνθέτης που «μαζεύει με τα φτυάρια τα χρήματα»…

-Ποιος είναι ο καλλιτέχνης που δε σεβάστηκε την ίδια του την πορεία και πηγαίνει πάντα όπου τον …καλούν…

-Ποια είναι η τραγουδίστρια που έγινε … «επίτροπος» ; Αλλά και ποια τον εξέπληξε στην πορεία με την εξέλιξη της…

-Ποιος γνωστός τραγουδιστής, αν και διασκεύασε τραγούδι του, δεν τον έπεισε καθόλου…


Ο Δήμος Μούτσης σε μια συνέντευξη – ποταμό

στον Πάνο Χρυσοστόμου, που θα συζητηθεί !

Την Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2007 στις 8 το βράδυ από το Δεύτερο πρόγραμμα 103,7

Συντονιστείτε….

19 Οκτωβρίου 2007

Συνέντευξη του Νίκου Ανδρουλάκη στο Μετρονόμο (τεύχος 21)






NIKOΣ ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ

«Σήμερα για να μπεις στο τραγούδι πρέπει να σε θέλει ο φακός»

του Θανάση Συλιβού


Το όνομα του τραγουδιστή Νίκου Ανδρουλάκη ίσως να είναι άγνωστο στους περισσότερους. Με αργά αλλά σταθερά βήματα κλείνει σχεδόν μια εικοσαετία στη δισκογραφία. Αυτό που τον κράτησε και συνεχίζει να τον κρατάει μέχρι σήμερα στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού, εκτός από την εξαιρετική φωνή του είναι και η συνολική παρουσία του ως καλλιτέχνη που έχει να κάνει με την προσωπικότητα που διαθέτει, την εικόνα που δίνει στις εμφανίσεις του αλλά και τις επιλογές του.
Από τις παρέες με τους αγαπημένους φίλους του στην Κρήτη βρέθηκε να τραγουδά σε επιλεγμένα μαγαζιά, σε συναυλίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό και να συνεργάζεται με σπουδαίους συνθέτες της ελληνικής μουσικής.
Προτίμησε να έρθει στο γραφείο του Μετρονόμου για τη συνέντευξη. «Έχω το σκοπό μου» μου είπε. Όταν βρεθήκαμε έφερε ρακί, γραβιέρα και παξιμάδια. Κεραστήκαμε και αρχίσαμε την κουβέντα.




Να ξεκινήσουμε από την…αρχή. Πες μας για την καταγωγή σου, για τα στοιχεία που συνέθεσαν την προσωπικότητα σου σαν καλλιτέχνη.

Γεννήθηκα σ΄ ένα όμορφο και ιστορικό χωριό το Αβδού, 38 χιλιόμετρα έξω από το Ηράκλειο. Από μικρός είχα την απόλυτη συμπαράσταση του πατέρα μου, της μάνα μου αλλά και των παππούδων μου. Ο ένας παππούς ο Δημήτρης ψάλτης, ο άλλος ο Νικόλας καλλίφωνος και η μάνα μου ΄΄μαγική εικόνα΄΄ πάνω από τη κούνια μου να με νανουρίζει. Ο πατέρας μου λυράρης και το πρώτο άκουσμα η ΄΄γλυκιά του δοξαριά΄΄, αργότερα από τα ραδιόφωνα και τα πρώτα κασετόφωνα ο Στέλιος Φουσταλιεράκης, ο Μπαξεβάνης ΄΄Όσο βαρούν τα σίδερα΄΄,΄΄ Πονεμένη καρδιά΄΄, ο Θανάσης Σκορδαλός ΄΄Μόνο εκείνος π΄ αγαπά΄΄, ΄΄Συ με έμαθες πως αγαπούν΄΄, ο Κώστας Μουντάκης ΄΄Ήμουν παιδί και γέρασα΄΄, ΄΄ Αχ αυτός ο αργαλειός σου΄΄ ο Γιώργος Καλομοίρης ΄΄Εικόνισμα μου σ΄ έβαλα΄΄, ο Νίκος Μανιάς ΄΄Νυχτοπούλι κάθ΄ αργά΄΄, ο Σπύρος Σηφογιωργάκης ΄΄Ο φάρος΄΄ και αμέσως μετά ο Ξυλούρης ΄΄Η αφυφαντού΄΄, ΄΄Καυγάδες με το γιασεμί΄΄, ο Χαράλαμπος ΄΄Ο ναυαγός΄΄,΄΄ Είναι βαρύς ο πόνος μου΄΄ κ.ά. Οι παρέες, τα γλέντια και οι καντάδες, στην ΄΄Κρήτη των άστρων΄΄, τις νύχτες του καλοκαιριού μέχρι να ξημερώσει. Ωραία χρόνια!

Να θυμηθούμε την πρώτη φορά που τραγούδησες μπροστά σε κόσμο;

Ήμουν 12 χρονών όταν πήρα για πρώτη φορά μικρόφωνο στα χέρια μου, σε γλέντι που έπαιζε λύρα ο πατέρας μου και λαούτο ο Γιάννης Χατζάκης. Με φώναξε από το μικρόφωνο και είπα ένα τραγούδι από του Γιάννη Μαρκόπουλου και του Κ.Χ. Μύρη από τον δίσκο Χρονικό. Είχα πολύ άγχος, αλλά από κάπου πήρα δύναμη, ίσως από την ματιά της αδελφής μου, που με παρακολουθούσε με αγωνία. Αυτό ήταν, η αρχή είχε γίνει.

Πώς ήταν τα πρώτα χρόνια που ήρθες στην Αθήνα οριστικά;

Τα πρώτα χρόνια στην Αθήνα ήταν δύσκολα, γιατί δεν ήξερα και δεν με ήξερε κανένας. Γνώριζα όμως από την Κρήτη, τον Γιώργο Σταυριανό και με πήρε σε συναυλίες, που έκανε εδώ στην Αθήνα, αλλά και στην Κρήτη. Αυτά το καλοκαίρι του ΄85 και τον Νοέμβριο, πηγαίνω σε ένα μαγαζί στην Καλλιθέα, που λεγόταν Σταυροδρόμι. Αυτή ήταν η πρώτη μου δουλειά στην Αθήνα. Μετά πήγα σε ένα μικρό χώρο πάλι στην Καλλιθέα στην οδό Δημοσθένους. Εκεί έπαιζε πιάνο ο Γιώργης Θεοχαρόπουλος και μετά από λίγα χρόνια έγραψε τη μουσική για τον πρώτο μου δίσκο. Τον επόμενο χειμώνα πήγα σ΄ ένα ωραίο κέντρο, που δυστυχώς δεν υπάρχει σήμερα, στου ΄΄Σαμπάνη΄΄, με τον Γιάννη Καλατζή, τον Στέλιο Βαμβακάρη, την Γιώτα Βέη και την Χαρά Πομώνη και μετά στο Γαλάτσι, στην ΄΄Πηγή του ρεμπέτικου΄΄ του Γιώργου Μιχελουδάκη. Αργότερα πήγα σε συναυλίες με τον Γ. Μαρκόπουλο, τον Λίνο Κόκοτο, μετά ήρθαν οι πρώτες συμμετοχές σε δίσκους ΄΄Κρητών έπος’’, σε ενοργάνωση Χριστόδουλου Χάλαρη, ΄΄Ζωγραφιές και Χρώματα΄΄, ήρθε και ο πρώτος προσωπικός δίσκος ΄΄ Ένα φεγγάρι δρόμος ΄΄ το ΄95 σε μουσική Γιώργου Θεοχαρόπουλου και στίχους Ηλία Κατσούλη και Γιάννη Τζουανόπουλου. Tο νερό είχε μπει πια, στο αυλάκι…

Ξεχωρίζεις κάποιο σταθμό που ήταν σημαντικός στη μέχρι σήμερα πορεία σου;

Οι συνεργασίες που έχω κάνει μέχρι σήμερα πολλές. Αρκετές δε από αυτές, πιστεύω ότι ήταν πολύ σημαντικές. Αν ξεχωρίσω μόνο μία, θα ΄ταν άδικο. Πάντως είναι γεγονός, ότι η έκδοση του πρώτου δίσκου, ενός τραγουδιστή είναι κάτι το αξεπέραστο και από ‘κει παίρνεις δύναμη, για να είσαι στο δρόμο της συνεχούς αναζήτησης.

Στις εμφανίσεις σου η μουσική παράδοση της Κρήτης έχει πάντα χώρο. Τι πιστεύεις ότι είναι αυτό που την κρατάει ζωντανή;

Ο πλούτος της μουσικής παράδοσης της Κρήτης, της Ηπείρου, της Μακεδονίας και άλλων περιοχών της Ελλάδας είναι αξιοθαύμαστος. Άξια θαυμασμού είναι όμως και η συνέχεια της. Σήμερα βλέπουμε νέους μουσικούς να την μεταφέρουν, σαν κάτι πολύτιμο, χωρίς να αλλοιώνουν βασικά χαρακτηριστικά της. Τώρα εκείνο που κρατάει την Κρητική παράδοση, κατά την γνώμη μου, είναι η ζωντανή παρουσία του πολιτισμού, μέσα από την μουσική και κυρίως από την μαντινάδα.
Επίσης ένα άλλο σημαντικό είναι, ότι οι σχολές εκμάθησης παραδοσιακών οργάνων, από την Κρήτη μέχρι την Θράκη, είναι γεμάτες από μικρά παιδιά, που μαθαίνουν λύρα, λαούτο, κλαρίνο, κανονάκι, σαντούρι, βιολί, φλογέρα, νταούλι κ.ά. Σε λίγα χρόνια, σ΄ αυτά τα μικρά παιδιά, θα αναζητήσουμε την συνέχεια της παράδοσης και του μουσικού μας πολιτισμού.

Ξεχωριστή στιγμή στη δισκογραφία σου ΄΄Τα Τιμαλφή΄΄, μια δουλειά με παραδοσιακά κομμάτια του τόπου σου. Μίλησε μας λίγο γι΄ αυτό το δίσκο.

Ο δίσκος αυτός, που κυκλοφόρησε το 2001, περιέχει δεκατέσσερα τραγούδια. Τα εννιά από αυτά είναι παλιά κρητικά και τα πέντε καινούργια. Τους στίχους σ΄ αυτά τα πέντε, έγραψε ο Ηλίας Κατσούλης και τους μελοποίησαν ο Γιώργος Καλομοίρης, ο Χαράλαμπος Γαργανουράκης, ο Μιχάλης Αλεφαντινός ,ο Μανώλης Ανδρουλάκης και ο Νίκος Καραβιράκης. Την ενορχήστρωση έκανε ο Γιάννης Παπαζαχαριάκης. Ο δίσκος αυτός είναι το καταστάλαγμα της ψυχής μου, είναι πολύτιμος και μέσα από τα τραγούδια του αποτυπώνονται, οι πόθοι και οι προσδοκίες μου.

Βέβαια δεν στέκεσαι μόνο σ΄ αυτό το είδος τραγουδιού. Το ρεπερτόριο σου, σε συναυλίες και δίσκους, αγκαλιάζει τόσο το έργο σπουδαίων Ελλήνων συνθετών όσο και νέων δημιουργών.

Αγαπώ το παραδοσιακό τραγούδι, γιατί μ΄ αυτό μεγάλωσα, αλλά δεν θά ‘θελα να αδικήσω και το «έντεχνο», που με συγκινεί εξ΄ ίσου, γιατί έχει μέσα του ωραία στοιχεία τέχνης. Γι΄ αυτό και στις συναυλίες και στους δίσκους αλλά και στις μουσικές σκηνές που εμφανίζομαι, λέω τραγούδια που έχουν αφήσει εποχή, αλλά και αρκετά καινούργια, που ελπίζω ότι θα αντέξουν στον χρόνο και θα αφήσουν τα σημάδια τους. Δεν ξέχασα και δεν θα ξεχάσω ποτέ τα τραγούδια που έχουν γράψει σπουδαίοι συνθέτες, ποιητές και στιχουργοί, γιατί όπως λέει και ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης ΄΄Σβήνοντας ένα κομμάτι από το παρελθόν, είναι σαν να σβήνεις ένα αντίστοιχο κομμάτι απ΄ το μέλλον΄΄.

Ποια είναι η σχέση σου με την ΄΄πατρίδα΄΄ το Ηράκλειο.

Το Ηράκλειο είναι η πόλη που με μεγάλωσε, έζησα τα χρόνια μου, τα μαθητικά και τα εφηβικά, μου έχει χαρίσει πολλές συγκινήσεις και έχω μεγάλη ανάγκη να πηγαίνω όσο πιο συχνά μπορώ, να συναντώ τους δικούς μου και τους φίλους μου. Το Ηράκλειο αποτελεί πια σημείο αναφοράς για τη ζωή μου. Θα αφιερώσω και ένα στίχο του Ηλία Κατσούλη που έχει μελοποιήσει ο Γιώργος Αρσενίδης και είναι στον δίσκο μου «Μυθικά καράβια».
΄΄Του Κρητικού πελάγους παλιά πειρατικά
με φέρανε κοντά σου καράβια μυθικά
του πρίγκιπα τα κρίνα στα χέρια μου κρατώ
του Ηρακλείου δρόμους για σένα περπατώ΄΄.

Τα Μυθικά καράβια έπιασαν τελικά… λιμάνι;

Ήταν ένας δίσκος που αγαπήθηκε από τον κόσμο, έπιασε λιμάνι στις καρδιές τους. Δυστυχώς δεν τον βλέπουμε πια στις προθήκες των δισκοπωλείων… Σε αυτό το δίσκο συνεργάστηκα με τον Παντελή
Θαλασσινό και τον Γιώργο Αρσενίδη που έγραψαν τη μουσική και τον Ηλία Κατσούλη, τον Αντώνη Πετράτο και τον Κώστα Τσούτσα που έγραψαν τους στίχους . Ένας δίσκος με σημαντικά τραγούδια από τα οποία ξεχώρισαν «Του παραδείσου λεμονιά», «Τ΄ ασήμι και το βυσσινί»
«Τα ωραία», «Δεν είναι ο έρωτας καπνός».



Πώς θα χαρακτήριζες τη σχέση καλλιτέχνη-κοινού;

Είναι σαν μια μικρή ιστορία, που από τη μια τη διηγείται ο καλλιτέχνης στο κοινό και από την άλλη, το κοινό στον καλλιτέχνη. Οι μικρές αυτές ιστορίες έχουν ομορφιά και έχουν τον τρόπο να μαγεύουν τις αισθήσεις. Στο τέλος η σχέση κοινού και καλλιτέχνη καταλήγει, σε μια κορύφωση ενθουσιασμού. Ενθουσιασμού που είναι αποτέλεσμα αισιοδοξίας.

Τι είναι αυτό που ξεχωρίζεις σ΄ ένα τραγουδιστή;

Πρώτα τη φωνή και την έκφραση, μετά αν έχει τον τρόπο, να σου μεταδώσει αυτό που ερμηνεύει και το πιο σημαντικό τις επιλογές του.

Αρκετοί υποστηρίζουν ότι το τραγούδι είναι ένα, δεν υπάρχουν όπως λένε «όχθες», όλα δηλαδή στο ίδιο τσουβάλι. Εσένα ποια είναι η γνώμη σου;

Εγώ είμαι με αυτούς, τους επίσης αρκετούς που λένε το αντίθετο. Φυσικά και υπάρχουν «όχθες», αλλά αν δεν τους αρέσει ο όρος, να τον πουν όπως αλλιώς θέλουν. Πες μου, ποιο σημερινό σουξεδάκι, τολμάει να μπει δίπλα στα αριστουργήματα του χθες αλλά και του σήμερα της ελληνικής μουσικής;

Τελευταία έχουμε δει διάφορες ετερόκλητες συνεργασίες τόσο σε επίπεδο δισκογραφίας όσο και σε ζωντανές εμφανίσεις. Εσένα ποια είναι η γνώμη σου;

Ειλικρινά, δεν ξέρω τι συμβαίνει. Εγώ τις ερμηνεύω ως κινήσεις πανικού. Σήμερα βλέπεις καλλιτέχνες με ιστορία, να συνεργάζονται με άλλους, που πριν από μερικά χρόνια τους στόλιζαν με διάφορα του τύπου ΄΄ατάλαντοι΄΄, ΄΄μετριότητες΄΄. Τι άλλαξε από τότε μέχρι σήμερα, ας μας το πουν οι ίδιοι. Πιστεύω ότι μια ΄΄ηλίθια΄΄ κίνηση είναι ικανή να σβήσει μια αξιόλογη πορεία.

Σε μια συνέντευξή του ο Πάνος Κατσιμίχας είχε πει ότι «παλιότερα με λιγότερα μέσα ενημέρωσης, το τραγούδι έφτανε πιο εύκολα στο κοινό, ενώ σήμερα με πληθώρα μέσων γίνεται το αντίθετο». Αν συμφωνείς, γιατί νομίζεις ότι συμβαίνει αυτό;

Συμφωνώ απόλυτα. Ξέρεις τι γίνεται, αρκετοί τραγουδιστές, βγάζουν δίσκους αλλά δεν τους αφήνουν να φτάσουν στον τελικό τους προορισμό, που είναι οι καρδιές των ανθρώπων. Πριν καλά-καλά κλείσουν τον κύκλο τους, νάσου και ο άλλος. Αυτό μάλλον συμβαίνει, γιατί αν δεν βγάλουν δίσκο κάθε έξι μήνες ή ένα χρόνο, δεν μπορούν να σταθούν πουθενά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η αγορά να πνίγεται από νέες κυκλοφορίες, οι τηλεοράσεις να βαράνε στο «δόξα πατρί» και ο κόσμος σε πλήρη σύγχυση. Άσε το άλλο, που με ένα δελτίο τύπου και καμιά τριανταριά διαφημιστικά, ο δίσκος γίνεται πλατινένιος!!! Σήμερα κανείς δεν γνωρίζει τις πραγματικές πωλήσεις ενός δίσκου.

Ποια είναι η καθημερινή σου σχέση με τη μουσική;

Η σχέση μου με τη μουσική είναι αληθινή και γνήσια. Η μουσική βάζει χρώμα στη ζωή μου, με συγκινεί και μου δημιουργεί μια ατμόσφαιρα ονείρου.

Είναι δύσκολο σήμερα να ανοίξουμε νέους δρόμους στο τραγούδι;

Πάντα υπήρχαν δυσκολίες για κάτι το καινούργιο. Όμως αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Εγώ σήμερα βλέπω νέα παιδιά, που ψάχνουν προς αυτή την κατεύθυνση. Επειδή όμως δεν υπάρχει προβολή, πρέπει να ψάξει κανείς για να βρει αυτά που μας προτείνουν μέσα από τις δισκογραφικές τους δουλειές. Ξέρεις, την εποχή που ξεκινούσα εγώ την ΄΄σπρωξιά΄΄ για να μπεις στο χώρο σου την έδιναν οι συγγενείς, οι φίλοι και οι γείτονες. Τώρα πρέπει να σε θέλει που λένε…ο φακός.

Να υποθέσουμε ότι είσαι στην αναζήτηση υλικού για τον επόμενο δίσκο;
Μετά το « Ένα κομμάτι ουρανό» σε μουσική του Γιώργου Δεσποτίδη και σε στίχους του Ηλία Κατσούλη, αυτή την εποχή προετοιμάζω, την επόμενη δισκογραφική μου δουλειά. Ωστόσο πριν από λίγο καιρό κυκλοφόρησε ο δίσκος «Στο Νότο έρωτας φυσά» σε μουσική του Γιάννη Νικολάου, στον οποίο συμμετέχω με τέσσερα ακριβά! τραγούδια.

Σ΄ ευχαριστώ πολύ.

Και εγώ σ΄ευχαριστώ, από καρδιάς, για τη φιλοξενία στο Μετρονόμο.



Σχεδόν 20 χρόνια στην δισκογραφία



Σε λίγο ο Νίκος Ανδρουλάκης κλείνει 20 συναπτά χρόνια στην δισκογραφία. Διόλου αμελητέο, όχι μόνο για κάθε εποχή και καλλιτέχνη, αλλά και ιδιαίτερα τώρα που το μεγαλύτερο θαύμα διαρκεί στην Ελλάδα το πολύ πέντε μέρες, και στο τραγούδι ο πληθωρισμός πλήττει κυρίως τους τραγουδιστές. Προλαβαίνω την εύλογη ένσταση, ότι αν ρωτήσουμε σήμερα τον μέσο εγκέφαλο, τον τηλεοπτικά σαπουνισμένο, ποιος είναι ο Νίκος Ανδρουλάκης, μπορεί και να πάρουμε την απάντηση των δημοσκοπήσεων «δεν ξέρω, δεν απαντώ».
Γι’ αυτό ακριβώς ο Νίκος συνεχίζει δυο δεκαετίες απτόητος την δισκογραφική του πορεία. Γιατί αποδέσμευσε όχι μόνο την δισκογραφία αλλά από την πρώτη στιγμή και συνολικά την καριέρα του, από τον τηλεοπτικό θόρυβο, από το εφήμερο σουξεδάκι που δεν κλείνει εξάμηνο. Πολύ είπα, τα πιο πολλά φεύγουν ασαράντιστα! Όχι πως αδιαφορεί για την δημοσιότητα. Αυτό θα ήταν μέγιστο ψέμα, ακόμα και αν το πει ο πιο ασήμαντος, ή ο διασημότερος. Όποιος είναι κοντά του βλέπει με τι κόπο και πόσο προσεκτικά ο Νίκος Ανδρουλάκης χτίζει το πορτρέτο του.
Θέτει όμως αυστηρά κριτήρια και προτεραιότητες, που φαίνονται ιδιαίτερα στην δισκογραφία, σε κάνει να τον εκτιμάς σαν καλλιτέχνη αφού όλα αυτά καθρεφτίζονται στο έργο του. Περίπου μια ντουζίνα δίσκοι, με συμμετοχές, μα και προσωπικοί στους οποίους ιδιαίτερα θέλω να σταθώ όχι μόνο για τον αυτονόητο λόγο ότι αυτοί συνήθως συνιστούν την προσωπογραφία κάθε καλλιτέχνη, αλλά και επειδή υπερβαίνουν την συνήθη νοοτροπία του βάζω ένα ή δυο σουξέ και από εκεί και πέρα, όλα τα άλλα είναι γεμίσματα, που ανάθεμα και αν τα ακούσει μια φορά ο αγοραστής- ακροατής.
Οι προσωπικοί δίσκοι του Ν. Ανδρουλάκη χαρακτηρίζονται από την άλλοτε χαλαρή και άλλοτε πιο σφικτή ενότητα, σαν να είναι επιμέρους «κεφάλαια», που καθώς τα ακούς εικονογραφείται άμεσα η προσωπικότητα των δημιουργών, του ερμηνευτή, των εκτελεστών. Θα πείτε: «Πολύ φυσικά κάθε συνθέτης όταν γράφει, αναμετριέται με τον ψυχικό του κόσμο. Έχει σημασία ο τραγουδιστής να λέει άσματα, που συνάδουν με την διάθεση του;» Είναι ένα ακόμα, όχι και τόσο ασήμαντο στοιχείο, το οποίο κάνει μια δουλειά ελκυστική. Επειδή έχουμε μάθει σε δίσκους με κραυγαλέα αταίριαστα τραγούδια, δεν σημαίνει ότι ο τραγουδιστής δεν ερμηνεύει με την φωνή του ρόλους. Όταν οι συντελεστές του δίσκου συντονιστούν συναισθηματικά, προκύπτει σχετικά διαχρονικό έργο.

«Ένα φεγγάρι δρόμος», «Μυθικά καράβια», «Τα τιμαλφή», «Ένα κομμάτι ουρανό», οι προσωπικοί δίσκοι του Ανδρουλάκη. Είναι λίγοι για τόσο μακρόχρονη καριέρα; Δεν διακατέχεται από την πρεμούρα των περισσότερων σύγχρονων τραγουδιστών, να κυκλοφορούν πάση θυσία κάθε χρόνο ένα δίσκο. Για συνθέτη αυτό μπορεί να είναι απλώς ανεκτό, μα για τραγουδιστή ολέθριο. Αν όμως, παρόλα αυτά ο τραγουδιστής μένει στην σκηνή και δεν πάει σπίτι του, αν έχει κοινό με σχετικά λίγους δίσκους, τότε σημαίνει ότι μετράνε αυτός και τα τραγούδια που στόλισε με την φωνή του.
Σήμερα ο ακατάσχετος πληθωρισμός στην δισκογραφία πλήττει ιδιαίτερα τους τραγουδιστές, όχι μόνο γιατί σπανίζει το αξιόλογο έργο, αλλά και γιατί οι εταιρείες βγάζουν τον δίσκο κάποιου πρωτοεμφανιζόμενου τραγουδιστή και μετά, ανεξάρτητα αν έχει απήχηση ή όχι, «να περάσει ο επόμενος». Περιμένουν πολλοί… Ύστερα, έχει καταργηθεί ο σεβασμός προς τους ερμηνευτές, που με την φωνή χαρακτηρίζουν ένα τραγούδι. Τώρα αν πιάσει εμπορικά το κομμάτι, το λένε όλοι, το δισκογραφούν όπως (δεν) μπορούνε.
Και από αυτήν την άποψη έχει σημασία η πορεία του Ανδρουλάκη, που είναι επίμονος δουλευτής, ψάχνει διαρκώς να βρει καλά τραγούδια, και αυτά τα βρίσκει, ή τον βρίσκουν (δεν έχει και μεγάλη σημασία) και με την μορφή των συμμετοχών στην δισκογραφική δουλειά. Πάρτε παράδειγμα τον τελευταίο δίσκο του Γιάννη Νικολάου «Στο νότο έρωτας φυσά», ο Ν. Ανδρουλάκης ερμηνεύει τέσσερα όμορφα τραγούδια. Ο συνθέτης πατάει, δουλεύει στην κρητική μουσική και ανάμεσα στο κάτι που θυμίζει και στις καινούριες αναζητήσεις, «πετιέται» ο «Λογισμός», κατά την γνώμη μου το καλύτερο τραγούδι του δίσκου (στίχοι Χαρούλας Βερίγου), χωρίς να υστερούν «Της Παναγιάς η μέρα», «Ας ήμουν», κλπ.
Η συνεργασία με άξιους δημιουργούς, όπως ο Π. Θαλασσινός, ο Γ. Αρσενίδης, ο Γ. Δεσποτίδης, κ.ά., η πολυσυλλεκτικότητα των δίσκων δίνει άλλη ποιοτική διάσταση, χωρίς να διαταράσσει την όποια ενότητα του έργου. Ευτύχησε ο Ανδρουλάκης να συνεργαστεί με τον στιχουργό Ηλία Κατσούλη, ο οποίος ανανέωσε τα τελευταία χρόνια το στίχο στο λαϊκό ελληνικό τραγούδι, το μπόλιασε με την δική του κοινωνική διάσταση, χωρίς να υπολείπεται σε ευρηματικότητα και ομορφιά.
Δεν πιστεύω να υπάρχει απορία, γιατί γράφονται όμορφα τραγούδια, τα οποία είναι προορισμένα να έχουν σχετικά μικρό κοινό; Δεν φταίνε τα τραγούδια, αλλά το κοινό. Οι δημιουργοί και οι εκτελεστές κάνουν το κέφι, το δικό τους και της παρέας τους. Άνθρωπος της παρέας μας ο Νίκος Ανδρουλάκης πάντα τρέχει πρόθυμα όταν είναι να περάσουμε καλά. Από το 1980, όταν ακόμα μαθητής της Γ’ λυκείου έπαιρνε μέρος στο «Να η ευκαιρία» της κρατικής ΕΡΤ. Αλήθεια, πόσα από τα ψώνια των σημερινών κατ’ ευφημισμόν τηλεοπτικών «ακαδημιών τραγουδιού», θα κρατάνε μικρόφωνο και θα γράφουν δίσκους μετά 20 χρόνια; Βλέπετε, η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν φάρσα, εκτός από την παρέα, που πάντα γλεντώντας το μεράκι της δίνει έργο. Απλό μέλος της παρέας ο Νίκος Ανδρουλάκης, ψάχνει διεξοδικά, πλην όμως χωρίς άγχος, τα… τιμαλφή για τον καινούριο του δίσκο.

ΗΛ. Β. ΚΑΠ.