02 Νοεμβρίου 2010

Συνέντευξη της Μελίνας Κανά στο "Μετρονόμο" (τεύχος 3, 2001)

Μελίνα Κανά

«...το τραγούδι σαν πνοή»

του Ηλία Βολιότη - Καπετανάκη
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ, τεύχος 3, 2001)

Μια ωριαία εκπομπή είναι η συνέντευξη της Μελίνας Κανά για τον καινούριο της δίσκο. Αυτό ήταν το πρόσχημα για να γνωριστούμε στο Μουσικό Σεργιάνι της ΕΡΑ-5 με τον απόδημο Ελληνισμό, την Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου, αλλά και σήμερα με τους αναγνώστες του Μετρονόμου. Το επισημαίνουμε εξ αρχής, γιατί όσο κι αν προσπαθήσαμε να μεταφέρουμε στο χαρτί μια «άλλη»... παγωμένη δημοσιογραφική συνέντευξη, αβίαστα αναδύετο ο ραδιοφωνικός λόγος που προϋποθέτει σε 2-3 σημεία και τα τραγούδια που ακούγαμε και σχολιάζαμε. Τον απομαγνητοφωνήσαμε λοιπόν αυτολεξεί προσπαθώντας να διαφυλάξουμε την αμεσότητα της επικοινωνίας, το γόνιμο, πιστεύουμε, διάλογο αλλά και την ωραία αίσθηση για τον τρόπο ερμηνείας στη σημερινή μουσική σκηνή. Δεν ξέρω αν είναι θέμα ...χημείας, αλλά χαίρεσαι αληθινά να συζητάς με ορισμένους καλλιτέχνες της νέας γενιάς. Μετά από 25 χρόνια θητείας και κυρίως στον τηλεοπτικό βόθρο που μας περιτριγυρίζει, νιώθεις ότι αυτό το επάγγελμα έχει ακόμα αποθέματα φαιάς ουσίας, αισθητικής και κυρίως ανθρώπινης επαφής. Φίλοι ακροατές (συγνώμη, αναγνώστες) είμαστε ήδη στον ραδιοθάλαμο με δυο όμορφες κυρίες, μέσα, η πρώτη προσπαθεί να ντύσει με λέξεις στιγμές καλλιτεχνικής δημιουργίας και έξω η κόρη της, η μικρή Βιργινία, μάλλον προτιμά να παίζει με τους τεχνικούς...

Δυο- τρεις βιογραφικοί σταθμοί για αυτούς που μας ακούνε σ' όλο τον κόσμο (σ.σ. και θα μας διαβάσουν στο Μετρονόμο).
Μελίνα Κανά: Ξεκίνησα στη Θεσσαλονίκη σε μια μπουάτ, ήμουν τότε φοιτήτρια της Φιλοσοφικής, πριν 12-13 χρόνια, εκεί γνώρισα το Νίκο Παπάζογλου ο οποίος ήταν η πρώτη σημαντική γνωριμία, με έβαλε στη δική του μουσική παρέα και με πήρε μαζί του σε μια καλοκαιρινή περιοδεία. Εκεί γνώρισα και το Σωκράτη Μάλαμα και συνεργάσθηκα μαζί του. Ο πρώτος μου δίσκος, που θεωρώ ότι είναι και το πρώτο μου αξιόλογο βήμα ήταν με το Νίκο Μαμαγκάκη, τα Μυστικά τραγούδια.

Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Μια καλή αρχή προδιαθέτει για μια σημαντική πορεία.
Μ.Κ.: Σαφώς. Μετά συνεργάστηκα με τους Θανάση Παπακωνσταντίνου, Πέτρο Δουρδουμπάκη, Θόδωρο Παπαδόπουλο, Στάμο Σέμση και άλλους...

Με όλη την γενιά των καινούριων δημιουργών, φοβάμαι μην παραλείψουμε κάποιον.
Μ.Κ.: ...καταλήγουμε στο τελευταίο cd, που είναι όλοι οι δημιουργοί καινούριοι, εκτός από τον Κώστα Παρίση που τον ξέρει κόσμος από τα «Υπόγεια Ρεύματα».

Πριν περάσουμε στη νέα σου δουλειά. Αν κοιτούσες νοσταλγικά πίσω τι θα έλεγες με τρεις κουβέντες κάνοντας έναν απολογισμό;
Μ.Κ.: Αν έκρινα τον δρόμο που έχω διανύσει; Δε θα 'λεγα ευτυχώς που δεν πάθαμε και τίποτα! Ωραία! Ωραία είναι τα πράγματα! Ωραίες στιγμές, έντονες! Πολύ ενδιαφέρουσες γνωριμίες και πρώτα απ' όλα πολύ... πολύ όμορφα τραγούδια. Όμορφες νύχτες, συναυλίες, άγχος πολύ, αβεβαιότητα... Βλέπεις ότι δεν μπορώ να πω τα πράγματα με τρεις λέξεις.

Η αβεβαιότητα, άραγε, και το άγχος ξεπληρώνονται από τις όμορφες στιγμές, ή όταν τα πράγματα έχουν ευτυχές τέλος ξεχνιούνται η ταλαιπωρία και το άγχος;
Μ.Κ.: Ε! Υπάρχουν και στιγμές που το βάρος αυτού του άγχους δε μετράει μπροστά στη χαρά της στιγμής, αλλά νομίζω ότι είναι κάτι που επανέρχεται. Αν δε το δεχτείς αυτό, ότι είναι ένας κύκλος, θα ησυχάσεις, θα ξαναγχωθείς, θα πάρεις πάλι τ' απάνω σου και θα ξαναπροσπαθήσεις, θα φθάσεις σ' ένα επίπεδο. Γιατί είναι ελεύθερος ο χώρος δεν έχει νόμους.

Πόσο οι σημερινοί καλλιτέχνες χαίρονται την κάθε στιγμή που πετάει και χάνεται; Και λέω οι σημερινοί καλλιτέχνες, γιατί το τραγούδι και γενικά η ζωή μας έχασε το αυθόρμητο, το ρομαντισμό, έχει τυποποιηθεί πια.
Μ.Κ.: Αυτό κατ' αναλογία με τις συνθήκες της εποχής, σίγουρα το τραγούδι έχει χάσει λίγη από την μαγεία και την αμεσότητα. Θυμήθηκα τώρα μια ρήση του συγχωρεμένου Στέλιου Καζαντζίδη. Τα πράγματα για μας έχουν χαλάσει -είχε πει- γιατί θυμόταν το κοινό και τις καταστάσεις στα μαγαζιά στα δικά του τα χρόνια. Ήταν πιο ζεστά και σε οδηγούσε αυτό σε μια κατάσταση... -πώς να το πούμε;- μουσικής έκστασης, μια υπερδιέγερσης του συναισθήματος;

Κάνει ιδιαίτερη προσπάθεια σήμερα ο καλλιτέχνης για να επικοινωνήσει με το κοινό του;
Μ.Κ.: Όχι! Ήθελα να πω, συνεχίζοντας, ότι παρόλα αυτά, παρότι η εποχή είναι τεχνολογική και πιο δύσκολη στην επικοινωνία, το τραγούδι πάντα θα είναι ένας χώρος που θα συναντιούνται οι άνθρωποι. Η... νιρβάνα και ...η χημεία

Καινούριος δίσκος, νέες συνεργασίες, να πούμε για την ιστορία των τραγουδιών;
Μ.Κ.: Σου έλεγα πριν που δεν ήμασταν στον αέρα, ότι για μένα το σημαντικό είναι να μην κάνω κάτι που θα θυμίσει τον ήχο της προηγούμενης δουλειάς για να πατήσω στην ήδη επιτυχία. Σαφώς θέλω να έχω μια συνέπεια σ' αυτό που κάνω, αλλά για μένα η συνέπεια επικεντρώνεται αλλού, όχι αν θα είναι ο ήχος ηλεκτρικός ή φυσικός, αυτό έχει να κάνει με άλλα πράγματα. Αυτό που αναζητώ είναι να έχω κάθε φορά κάτι να με κουνήσει, κάτι να με ξυπνήσει, γιατί υπάρχουν διαστήματα που πέφτω-πώς να το πω; - πέφτω σε αισθητική νιρβάνα. Δε με κεντρίζει τίποτα. Αυτά τα τραγούδια λοιπόν, ήρθαν μέσ' τα χρόνια, σε διαφορετική χρονική στιγμή το καθένα, και τα κράτησα. Τα διάλεξα δηλαδή από τους δημιουργούς τους και το πρώτο μέλημα ήταν να βρω έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να τα κάνει ομάδα.

Τραγούδια που τα διάλεξες εσύ κατά καιρούς; Σε διέκοψα, όμως,...
Μ.Κ.: Ναι, και αυτός ο άνθρωπος ήταν ο Κώστας Παρίσης που ανέλαβε να συνεργασθεί με τους δημιουργούς των τραγουδιών και με μένα ώστε να μπορέσουμε να έχουμε αυτόν το δίσκο. Έτσι λοιπόν, το ηχητικό αποτέλεσμα είναι η ιδέα που δημιουργήθηκε στον Κώστα όταν άκουσε αυτά τα τραγούδια.

Εννοείς δηλαδή ότι αυτά τα διαφορετικά ύφη, η ποικιλία να έχουν κοινό παρανομαστή ώστε να αποτελέσουν ένα δίσκο...
Μ.Κ.: Ένα σύνολο, αλλά το άλλο μέλημα ήταν να μη χαθεί η προσωπικότητα του κάθε δημιουργού, γιατί μιλάμε για διαφορετικές μουσικές κατευθύνσεις. Παρόλα αυτά γνώριζα τους δημιουργούς, ήμουνα φίλη με αυτά τα παιδιά και αυτό ήταν κάτι που με έβαλε πολύ μέσα στη δουλειά. Με απασχολούσε πάρα πολύ τι θα γίνει, τι αποτέλεσμα θα υπάρξει.

Πριν μπούμε στο στούντιο έκανες λόγο για την ιστορία των τραγουδιών, εννοούσες μια ιστορία για το καθένα;
Μ.Κ.: Α! Εννοούσα τα δυο a capella που έχω συμπεριλάβει. Λέω δυο δημοτικά τραγούδια, το ένα είναι κρητικό και το άλλο του Αρχάγγελου της Ρόδου. Αυτά τα τραγούδια τα έλεγα στις συναυλίες, στο τέλος του προγράμματος. Ο κόσμος τα έμαθε σιγά-σιγά και μου τα ζητούσε. Εγώ δεν ήθελα όμως να τα βάλω σε μια δουλειά, όπου να πω ότι τώρα κάνω δημοτικά και να παρουσιάσω την δική μου άποψή για τη δημοτική μουσική. Δεν ήθελα να το κάνω αυτό. Ήθελα να μείνουν έτσι, προσωπική προσφορά στον κόσμο χωρίς πρόγραμμα, χωρίς ορχήστρα, χωρίς άποψη. Τα έβαλα έτσι στο cd.

Άλλο κεφάλαιο, έθεσες εσύ το θέμα προς συζήτηση. Οι σχέσεις συνθέτη, στιχουργού και τραγουδιστή. Όχι μόνο σ' αυτόν τον δίσκο, που ήταν τραγούδια που εσύ τα είχες κατά νου και έπρεπε να δέσουν μεταξύ τους, αλλά ποιος επιλέγει ποιον και με ποια κριτήρια; Όταν εσύ λες θα κάνω δίσκο βγαίνεις στη γύρα για συνθέτες και στιχουργούς; Όταν ένας συνθέτης θέλει να κάνει δίσκο ψάχνει για στιχουργό και τραγουδιστή; Όταν ένας στιχουργός έχει κάποιους στίχους λέει: Α, να βρω ένα συνθέτη και ένα τραγουδιστή;
Μ.Κ.: Νομίζω ότι γίνονται όλα αυτά, ανάλογα με την περίπτωση. Εμένα μου συνέβησαν τα δυο πρώτα μέχρι τώρα. Υπήρξαν δημιουργοί που με καλέσανε να τραγουδήσω ένα υλικό ήδη φτιαγμένο, ή εν πάση περιπτώσει έτοιμο κατά 70%. Έτσι γίνανε οι δουλειές με το Θανάση Παπακωνσταντίνου, με το Σωκράτη Μάλαμα και με το Σέμση, όπως υπήρξαν και περιπτώσεις που εγώ αναζήτησα υλικό και απευθύνθηκα σε κάποιους δημιουργούς, ή μέσ' τα χρόνια με βρίσκουν άνθρωποι και μου λένε: έχω μια κασέτα με τραγούδια, θες ν' ακούσεις; Ναι. Και τα κρατάω ανάλογα με τη χρονική φάση που βρίσκομαι, αν θα κάνω σύντομα δίσκο ή όχι. Κάποια από τα τραγούδια του νέου δίσκου τα είχα στο συρτάρι τρία χρόνια. Στο συρτάρι... όχι στο δικό μου το συρτάρι... Είχα πει στους ανθρώπους αυτούς, ότι ξέρεις Νίκο Πλάτανε, εγώ θέλω να το πω αυτό το τραγούδι, μην το δώσεις σε παρακαλώ, δε θα κάνω δίσκο τώρα, θα κάνω σε ένα χρόνο ή σε δύο. Το κλείνω δηλαδή όταν μ' αρέσει.

Το καπαρώνεις έγκαιρα. Ποιο είναι το πιο αποδοτικό για τον τραγουδιστή, για σένα, το να ψάχνεις εσύ ή το να σε ψάχνουν οι άλλοι;
Μ.Κ.: Δε θα έλεγα ότι το ένα είναι πιο αποδοτικό από το άλλο. Και τα δυο. Το υλικό, δηλαδή τα ίδια τα τραγούδια, είναι που σε κάνουν να αποδίδεις ή να μην αποδίδεις...

Το υλικό και η συγκυρία, προφανώς, αυτό που λέμε με μια λέξη του συρμού, η ...χημεία.
Μ.Κ.: Βεβαίως είναι ένα πράγμα πολύ σημαντικό.

Αλήθεια, πώς βρίσκει τη ...χημεία ο τραγουδιστής, ο συνθέτης και ο στιχουργός, με δεδομένα ότι σήμερα κυκλοφορεί πολύ ψώνιο στην πιάτσα, οι δισκογραφικές εταιρείες έχουν τη λογική να βγάλουμε όπως - όπως να πουλήσουμε και υπάρχει πληθωρισμός, κάθε δίσκος έχει 12-15 τραγούδια;
Μ.Κ.: Κατ' αρχήν η ...χημεία είναι σαν τον ίσκιο μας, όταν πάμε να την... πιάσουμε φεύγει μακριά και χάνεται. Άρα είναι κάτι που προκύπτει, χωρίς να μπορείς να το προγραμματίσεις. Είναι περισσότερο θέμα ενστίκτου, θα έλεγα. Μετά αυτό καλλιεργείται. Δηλαδή καλλιεργείται η σχέση πια που έχει να κάνει με την κοινή αισθητική, με κάποιες διαφωνίες ή συμφωνίες ιδεολογικού ή κοινωνικού περιεχομένου. Αυτά καθορίζουν και τη δημιουργία. Οπότε αν βρεις κοινούς παρανομαστές σ' αυτά μετά τα άλλα ρυθμίζονται, νομίζω.

Το κριτήριο είναι αυτό που λέμε να σου κάνει "κλικ".
Μ.Κ.: Ναι αυτό είναι το κλικ. Θεωρώ δηλαδή ότι είναι κάποιοι χώροι που συμφωνούμε εμείς οι δυο και μπορούμε να ανταλλάξουμε απόψεις, να συμφωνήσουμε ή να διαφωνήσουμε. Αυτό, και επίσης μου είσαι ευχάριστος να σε συναναστραφώ. Δε σε βλέπω και... απλά και ανθρώπινα πράγματα δηλαδή.

Πάμε ν' ακούσουμε τα επόμενο τραγούδι, σπονδή στις κοινές φιλολογικές μας σπουδές. Πώς ο Νίκος Πλάτανος μελοποίησε, φαντάζομαι και δικό σου αγαπημένο ποίημα, γιατί για τη «Λυπημένη» και για τα πρώιμα ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη, είχα κάνει και στη φιλοσοφική σχολή μια υποτυπώδη εργασία. (Ακούγεται η «Λυπημένη»).

Λέω να μην το αναλύσουμε, για να μη φάμε την ώρα, είναι συγκλονιστικό ποίημα.
Μ.Κ.: Πάρα πολύ καλό και απλό στην διατύπωσή του.

Η μελοποίηση έχει ή δεν έχει πετύχει, διαλέγει ο ακροατής αυτό (και ο αναγνώστης) στο βαθύ νόημα του ποιήματος υπάρχει μια ελαφρά μελωδική νύξη...
Μ.Κ.: Ναι δεν έχει καθίσει πάνω στο στίχο, δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, καπελώσει το στίχο, είναι μια πολύ απλή μελωδία, σχεδόν παιδική, η οποία όμως είναι και πεντακάθαρη ελληνική και αυτό είναι το συγκινητικό, θα έλεγα.

Θα μπορούσε να πει κανείς πολλά, τέλος πάντων... Επιστρέφουμε... Ερμηνεύεις ρόλους στο τραγούδι;
Μ.Κ.: Πολλές φορές ναι.

Θέλω να μου το εξηγήσεις αυτό. Οι γνώμες διίστανται. Άλλοι συνάδελφοί σου λένε ότι ερμηνεύουν ρόλους και άλλοι ότι απλώς προσεγγίζουν με την δική τους προσωπικότητα το κάθε τραγούδι. Εσύ;
Μ.Κ.: Νομίζω ότι κάνω και ένα τρίτο, δηλαδή στέκομαι έξω από το τραγούδι. Αυτό που εγώ θεωρώ πιο ουσιαστικό είναι ότι, αφού χρησιμοποιήσω τους ρόλους για να το κατανοήσω και αφού χρησιμοποιήσω τη προσωπική μου άποψη για να το ερμηνεύσω με τον δικό μου κώδικα, το επόμενο βήμα είναι να αποστασιοποιηθώ εντελώς, δηλαδή να φύγω από το τραγούδι, να είναι μόνο η φωνή που το υπηρετεί.

Στο πάλκο δεν ερμηνεύεις το ρόλο;
Μ.Κ.: Αυτό είπα. Όχι πάντα. Άλλες φορές προσεγγίζω το τραγούδι μέσα από τον ρόλο. Αυτό είναι ένα πρώτο στάδιο γνωριμίας. Αν υποθέσουμε ότι το τραγούδι περιέχει μια ιστορία, διαλέγεις το πρόσωπο που θέλεις να προβάλεις μέσα από την ερμηνεία, για παράδειγμα παίζεις το ρόλο της πληγωμένης ή της ερωτευμένης γυναίκας, του επαναστάτη, ή το θύμα της κοινωνίας ή οτιδήποτε. Αυτό συμβαίνει σε ένα πρώτο επίπεδο.

Όταν φοράς ακουστικά και γράφεις στο στούντιο, μια εικόνα, και όταν είσαι με το κοινό, η άλλη εικόνα. Ποια είναι η δική σου στάση σε αυτές τις εικόνες, ερμηνεύτρια ρόλων ή μια αποστασιοποιημένη τραγουδίστρια;
Μ.Κ.: Δεν είναι στάνταρ αυτό, παίζει. Επαναλαμβάνω ότι υπάρχουν 3 φάσεις για μένα. Η πρώτη είναι αυτή των ρόλων, η δεύτερη φάση είναι αυτή της προσωπικής ερμηνείας όπου συνυπάρχουν οι ρόλοι και η τρίτη και η επιθυμητή για μένα, σαν το τελευταίο σκαλί ότι κέρδισα το τραγούδι, το κατέχω και με έχει και εκείνο ανά πάσα στιγμή και ώρα, είναι η πλήρης αποστασιοποίηση. Να μην με απασχολεί ούτε που θα τοποθετηθώ, ούτε πώς θα το πω. Ν' ανοίγω το στόμα μου και να βγαίνει το τραγούδι σαν πνοή.

Αυτό είναι το τεχνικό μέρος.
Μ.Κ.: Όχι! Όχι, δεν είναι τεχνικό μέρος! Το τεχνικό μέρος περισσότερο χρησιμοποιείται στις πρώτες φάσεις, εκεί πρέπει να σκεφτείς και να οργανώσεις ποια νότα θα χρησιμοποιήσεις, που χρειάζεται να αναπνεύσεις, τι τσαλκάτζα θα κάνεις πού και πώς. Αυτά είναι τα τεχνικά. Μετά πρέπει να τα ξεχάσεις αυτά όλα και να φύγεις, δηλαδή να είσαι εσύ ένα με το τραγούδι ή να μην υπάρχεις καν.

Άρα αποστασιοποιημένη ερμηνεύεις το ...ρόλο του τραγουδιού. Δεν το λέω σαν λογοπαίγνιο.
Μ.Κ.: Ναι, αλλά δεν είναι αυτό σταθερό. Άλλα τραγούδια με βάζουν σε ένα πολύ έντονο και πρωταγωνιστικό ρόλο και άλλες φορές καταλαβαίνω τον εαυτό μου ότι κάνω αυτό που σου είπα, αποστασιοποιούμαι δηλαδή. Δεν είναι εύκολο βέβαια.

Και σε αυτές τις 3 φάσεις πού βρίσκεται ο συνθέτης και ο στιχουργός; Ή δεν περνάνε καθόλου αυτοί, εσύ το λες όπως το καταλαβαίνεις;
Μ.Κ.: Αυτό που καταλαβαίνω εγώ, όμως, επιθυμώ να έχει μια βάση που να αφορά το συνθέτη και το στιχουργό, γιατί είναι πολύ εύκολο να οδηγηθείς σε λάθος δρόμους...

...να διαστρεβλώσεις την επιθυμία του συνθέτη και του στιχουργού...
Μ.Κ.: Μπράβο! Δηλαδή το τραγούδι είναι ένα κωδικοποιημένο μήνυμα. Πρέπει λοιπόν εγώ που θα μεταφέρω αυτό το μήνυμα στον κόσμο να βρω ποιος είναι ο κώδικας του συνθέτη και του στιχουργού. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν, επιλέξανε κάποιες μουσικές φράσεις, έτσι και όχι αλλιώς, ή κάποιον ρυθμό, αυτόν κι όχι άλλον, ή κάποιες λέξεις, αυτές κι όχι άλλες; Αυτό έχει κάποια σημασία, δεν είναι τυχαίο.

Κρατήστε, φίλοι, αυτό το τραγούδι, είναι πολύ όμορφο, έχει ήδη παίξει αρκετές φορές στο «Μουσικό Σεργιάνι». Είναι το «Ποινικό Μητρώο» του Δημήτρη Ψαρρά και του Άλκη Αλκαίου. Μετά θα το σχολιάσουμε αφού ακούσουμε και το... ταίρι του.


Πώς συνταιριάζεις τη δική σου διαδικασία προσέγγισης και ερμηνείας με τον τρόπο γραφής και σκέψης του συνθέτη και του στιχουργού για τραγούδια που δεν είναι και τόσο εύκολα, δεν είναι σπαραξικάρδια, έχουν και ένα κατά τεκμήριο βαθύτερο νόημα;
Μ.Κ.: Νομίζω ότι εκεί βρίσκεται το προσωπικό μου ενδιαφέρον. Αυτή είναι η χορδή που πάλλεται περισσότερο, όταν τα τραγούδια ....εντάξει τα ερωτικά είναι ωραία, είμαι και από τους ανθρώπους που έχουν ερωτευτεί πολύ στη ζωή τους.

Και ποιος δεν είναι;
Μ.Κ.: Ναι, θέλω να πω ότι γνωρίζω πάρα πολύ καλά τι σημαίνει αυτό, αλλά παρόλα αυτά η μονοδιάστατη εμμονή με το θέμα έρωτας δεν νομίζω ότι κάνει καλό στον έρωτα, και...

Θα φθάσουμε και εκεί. Ας μείνουμε στην ερμηνεία...
Μ.Κ.: Ναι. Αυτό που ήθελα να πω είναι ότι όταν αντιλαμβάνομαι ότι ένα τραγούδι έχει και άλλες προεκτάσεις και δε μένει μόνο στο ζήτημα «εγώ κι εσύ» με ενδιαφέρει περισσότερο να ανιχνεύσω τον τρόπο του πώς θα το προσεγγίσω και πώς θα το φανερώσω στον κόσμο καλύτερα.

Άλλο θέμα τώρα: Πώς επιλέγεις τα τραγούδια, με βιώματα της δικής σου προσωπικής ζωής; Δε θέλω να μου πεις ποια βιώματα, αλλά πόσο μετράει στην επιλογή των τραγουδιών το προσωπικό βίωμα;
Μ.Κ.: Μετράει αρκετά, θα έλεγα. Διαλέγω τα τραγούδια μου με βιωματικά κριτήρια.

Βρίσκεις σήμερα εύκολα συνθέτες και στιχουργούς με παράλληλους βιωματικούς δρόμους;
Μ.Κ.: Δε θα το έλεγα και δεν είναι μεγάλη μου αγωνία αυτό, να βρω κάποιον που να μοιράζεται τα ίδια ή ανάλογα βιώματα με εμένα, μου αρκεί να χρησιμοποιεί τα δικά του βιώματα για να δημιουργεί. Επίσης όσο χρησιμοποιώ τα δικά μου βιώματα για να διαλέξω κάποιο τραγούδι, άλλο τόσο δεν τα χρησιμοποιώ, με την έννοια ότι δε θα αρνιόμουν ποτέ να τραγουδήσω ένα τραγούδι που δεν έχω εμπειρία από αυτό που λέει, αν θα μου άρεσε το τραγούδι και αν θα συμφωνούσα με αυτό που λέει.

Θα είναι πιο δύσκολη η προσέγγιση.
Μ.Κ.: Εντάξει, αλλά θα με προκαλούσε να το πω αν θα ήταν ένα αρεστό τραγούδι, πέρα αν θα είχα την εμπειρία τη συγκεκριμένη ή όχι.

Να που ξαναγυρίσουμε από άλλο μονοπάτι στους ρόλους. Είναι κατ' αναλογία με τον ηθοποιό, όταν στο έργο ότι ο πρωταγωνιστής αυτοκτονεί δε σημαίνει ότι ο ηθοποιός πρέπει να γίνει αυτόχειρας για να ερμηνεύσει πειστικά τον ρόλο...
Μ.Κ.: Ακριβώς. Συμβαίνει κατ΄ αναλογία και στο τραγούδι.

Προσαρμόζεις κάποια βιώματα και μηνύματα στο δικό σου τρόπο σκέψης και αντίδρασης σε αυτό που περιγράφει το τραγούδι.
Μ.Κ.: Ε, σαφώς! Γιατί μετά θα έλεγα ψέματα αν δεν το προσάρμοζα στο δικό μου τρόπο έκφρασης.

Πάμε να ακούσουμε το δεύτερο από τα κατά την γνώμη μου πιθανά διαχρονικά τραγούδια, την περίφημη «Σβούρα» του Βασίλη Γκάντζου. Τώρα να ολοκληρώσω το σχόλιο για τη «Σβούρα» και το «Ποινικό Μητρώο». Ο δίσκος σου είχε αρκετές αρνητικές κριτικές. Καθόλου κακό για σένα. Στην εποχή μας η καλύτερη διαφήμιση είναι η αρνητική. Αποδείχθηκαν, όμως, ακόμα μια φορά δυο από τις παραδοξολογίες του Όσκαρ Ουάιλντ, ότι όταν οι κριτικοί διαφωνούν μεταξύ τους σημαίνει ότι ο καλλιτέχνης συμφωνεί με τον εαυτό του και ότι κάθε κριτική είναι άχρηστη. Ανεξάρτητα αν τους φταίει το εξώφυλλο, αν ένα κομμάτι μπορεί να θυμίζει, και άλλες λεπτομέρειες, όμως αν μη τι άλλο υπάρχουν δυο σημαντικά τραγούδια που οι... κριτικοί δεν τα εντόπισαν. Φάνηκε η ανοησία τους, η προσπάθεια εξυπνακισμού, να πιαστούν από κάπου για να πουλήσουν μουρίτσα. Δε σε καλώ, βέβαια, να πάρεις θέση. Κλείνει η παρένθεση.

«Θέλω να είμαι λεύτερος και ας τερματίζω δεύτερος», όμορφος στίχος και ευρηματικός όπως και ο άλλος του Αλκαίου «Χωρίς χιονιά χιονίζομαι, χωρίς νοτιά νοτίζομαι...» Σήμερα μπορεί ο τραγουδιστής, ο συνθέτης, ο στιχουργός να ξεφύγουν από αυτό τον αρρωστημένο, τον μονοδιάστατο ερωτισμό;
Μ.Κ.: Ε, να! Ένας τρόπος είναι να κάνει ένα τραγούδι που το θέμα του να είναι διαφορετικό.

Ένας άλλος τρόπος είναι όπως το παλιό τραγούδι που έβλεπε την κοινωνική διάσταση του έρωτα.
Μ.Κ.: Σαφέστατα γιατί κι ο έρωτας υπάρχει εκεί που δεν τον ψάχνεις, εκεί τον βρίσκεις συνήθως, αν συνεχώς μιλάς για αυτόν, νομίζω ότι εξασθενεί.

Σήμερα στα σκυλάδικα τραγούδια, αλλά και ορισμένοι άλλοι συνθέτες με το πρόσχημα της αναζήτησης καινούριων τρόπων έκφρασης μένουν μονοδιάστατα προσκολλημένοι στην ερωτική απογοήτευση.
Μ.Κ.: Είναι γιατί οι περισσότεροι από μας ερωτευόμαστε κάποιον ο οποίος κλαίγεται και θεωρούμε ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς εμάς, ερωτευόμαστε δηλαδή την αδυναμία του άλλου, την αδύναμη στάση του απέναντι στη ζωή και τρέχουμε να τον βοηθήσουμε μέσα από τον ερωτά μας, ενώ η «Σβούρα» για παράδειγμα παρουσιάζει κατά την γνώμη μου έναν άνθρωπο που είναι κατ' εξοχή ερωτεύσιμος, εφόσον δέχεται να ζει έτσι και κατ' αυτήν την έννοια παρουσιάζει ένα διαφορετικό έρωτα, έναν πιο κοινωνικό έρωτα. Έναν απελευθερωμένο έρωτα από αυτήν την μίρλα και το κλάμα, θα μ΄ αφήσεις και θα πεθάνω και θα σε σκοτώσω και τα συναφή.

...και το "Ποινικό μητρώο" το ίδιο κάνει.
Μ.Κ.: Στο «Ποινικό μητρώο» είναι πιο μέσα στο μάτι του κυκλώνα αυτός ο άνθρωπος, υπάρχει και μια κίνηση ότι εγώ θα φύγω αλλά θα είμαι στις αναμνήσεις σου και όμως καίγομαι, πονάω για σένα, αλλά με τον στίχο του Αλκαίου δεν εκχυδαΐζεται μέσα από την υπερβολή το συναίσθημα. Όλοι έχουμε και τις ακραίες στιγμές που αισθανόμαστε ότι τα πράγματα τελειώνουνε για να ξαναρχίσουν.

Μα τώρα... Σε ρωτάω με το χέρι στην καρδιά: Θα μπορούσες να κάνεις ή να δεχτείς ερωτική εξομολόγηση με τα σημερινά καψουροτράγουδα;
Μ.Κ.: Όχι φυσικά.

Θα απεχθανόμουν την κοπέλα που σε μια ιδιαίτερη μας στιγμή θα τα τραγουδούσε έστω και για πλάκα.
Μ.Κ.: Ε ναι! Είναι γιατί η δική σου ερωτική χώρα ποτίζεται από άλλα πράγματα.

Ίσως η γυναικεία ψυχολογία είναι πιο ευάλωτη στο μονοδιάστατο κλαψιάρικο τραγούδι, έχουμε και στη λογοτεχνία ανάλογες τάσεις, το γυναικείο μυθιστόρημα...
Μ.Κ.: Εγώ τώρα θα σου απαντήσω ότι δε θα έκρινα ...γυναικεία αυτήν την τάση.

Υπάρχει όμως αυτή η τάση στη λογοτεχνία για παράδειγμα...
Μ.Κ.: Ναι αλλά σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο η γυναίκα είναι ο καθρέφτης του άνδρα, άρα εσείς είστε αυτοί που προωθείτε αυτήν την εικόνα...

Ωχ! Τώρα στο τέλος πάμε για φεμινιστικό καβγά...
Μ.Κ.: Ε, αυτό ήθελα να πω, ότι όποιο τραγούδι και στίχος, για μένα, εφόσον ζητήθηκε η άποψή μου, προωθεί με μη δημιουργικό τρόπο τον πόλεμο του αρσενικού και του θηλυκού, με μη δημιουργικό τρόπο, επαναλαμβάνω, μόνο και μόνο να διαφωνούμε για την διαφωνία, εμένα δε με βρίσκει σύμφωνη, ούτε πολύ περισσότερο με ερεθίζει.

Ηλεκτρικός ή φυσικός ήχος, στο τραγούδι, στη συναυλία, στη ζωή;
Μ.Κ.: Δεν είναι δίλημμα για μένα αυτό πραγματικά. Για μένα η ουσία είναι αλλού, στον πυρήνα του κάθε τραγουδιού που δεν έχει να κάνει με το φόρεμα που φοράει κάθε φορά. Έχουμε ακούσει ρεμπέτικα τραγούδια με ηλεκτρικές κιθάρες. Έχουμε ακούσει δημοτικά με σαξόφωνα. Έχουμε ακούσει πολλά. Υπάρχουν πράγματα που είμαι σίγουρη ότι ακόμα και ένας παραδοσιακός μουσικός θα τα αποδεχθεί και άλλα για τα οποία θα μιλήσει αρνητικά. Το θέμα είναι το συναίσθημα και το αισθητικό αποτέλεσμα.

Το χειμώνα τι θα κάνεις;
Μ.Κ.: Το χειμώνα θα κάνω ένα πρόγραμμα στο Αερικό. Θα έχω μαζί μου δυο νέους άνδρες, έναν τραγουδιστή τον Δημήτρη Σταματέλο και τον κύριο Βασίλη Γκάτσο από την Θεσσαλονίκη.

Πέρασε κιόλας ο χρόνος , απότομη αποφώνηση υπό την απειλή του ...ρολογιού. Είχαμε πολλά να πούμε ακόμα. Απέραντος και προπαντός ολάνθιστος ο κήπος του ελληνικού τραγουδιού και των δουλευτών του. Γι’ αυτό ίσως τα πιο σημαντικά μένουν, ευτυχώς, άγραφα, ή για να ακριβολογούμε ανείπωτα...

29 Οκτωβρίου 2010

Η "ορθογραφία της αγάπης" του Μιχάλη Ανδρονίκου απόψε στον "Ιανό"

 

Μουσικοθεατρική παράσταση - Παρουσίαση δίσκου
Η "ορθογραφία της αγάπης"

Το καινούργιο έργο του συνθέτη Μιχάλη Ανδρονίκου

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2010
στις 21.00, στον ΙΑΝΟ, Σταδίου 24, Αθήνα

Ερμηνεύουν οι:
Σίσσυ Κασάνδρα, Νίκος Αϊβαλής, και η σοπράνο Γιολάντα Αθανασοπούλου

Σκηνοθετική επιμέλεια: Νίκος Αϊβαλής
Μουσική επιμέλεια, πιάνο: Άλκηστη Ραυτοπούλου
Κιθάρα, κλαρινέτο, φλάουτο: Φώτης Μυλωνάς

Μιλούν οι:
Θανάσης Συλιβός (εκδότης, ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)
Στέλλα Βλαχογιάννη (δημοσιογράφος, ποιήτρια)

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

27 Οκτωβρίου 2010

Μιχάλης Τερζής: "Γέφυρα Ρίου - Αντίρριου"



MIXAΛΗΣ ΤΕΡΖΗΣ


ΓΕΦΥΡΑ ΡΙΟΥ – ΑΝΤΙΡΡΙΟΥ

Μουσική από το ομώνυμο ντοκιμαντέρ



Ένα όραμα του 19ου αιώνα, πραγματώθηκε την αυγή του 21ου αιώνα, όταν, στις 24 – 5 – 2004, ολοκληρώθηκε η γέφυρα «Χαρίλαος Τρικούπης» του Ρίου – Αντίρριου.



Το θαυμαστό αυτό έργο, της γέφυρας του Ρίου – Αντίρριου, εγκαινιάστηκε στις 7 Αυγούστου του 2004 και την ίδια εκείνη μέρα, προβλήθηκε στην ΕΡΤ το ομώνυμο ντοκιμαντέρ των Πάνου Υφαντή – Τάσου Μπιρσίμ, σε μουσική του Μιχάλη Τερζή.



Οι συνθέσεις του Μιχάλη Τερζή - που γράφτηκαν αποκλειστικά για τις ανάγκες αυτού του ντοκιμαντέρ - είναι μεστές, ώριμες, πλημμυρισμένες από λεπτές λυρικές αποχρώσεις, αλλά κι έντονες ρυθμικές εξάρσεις και μας μιλούν για το ανθρώπινο όνειρο που στέκεται πάνω απ’ τα κύματα και γίνεται πράξη κι έργο.



Tώρα, η μουσική για τη γέφυρα του Ρίου – Αντίρριου, κυκλοφορεί σε cd, από το ΜΕΤΡΟΝΟΜΟ, δίνοντας τη δυνατότητα, σε όλους μας, να απολαύσουμε ένα καλλιτεχνικό έργο, αντάξιο του μεγάλου έργου που το ενέπνευσε.



Στο cd «Γέφυρα του Ρίου - Αντίρριου» εμπεριέχεται το ολοκληρωμένο (αφού στο ντοκιμαντέρ χρησιμοποιήθηκαν μόνο μικρά αποσπάσματά του) μουσικό έργο του Μιχάλη Τερζή, εμπλουτισμένο με καινούριες ηχογραφήσεις κι ενορχηστρώσεις, καθώς και με περαιτέρω επεξεργασία, ανάπτυξη και διεύρυνση των μουσικών θεμάτων του συνθέτη. Η ηχογράφηση του έργου έγινε με τα πιο σύγχρονα τεχνολογικά μέσα, ενώ, συμμετέχουν κορυφαίοι Έλληνες σολίστες μουσικοί.



Η έκδοση του έργου υποστηρίχθηκε με ξεχωριστό ενδιαφέρoν από την "ΓΕΦΥΡΑ" Α.Ε.

25 Οκτωβρίου 2010

Συνέντευξη του Παντελή Θαλασσινού στο "Μετρονόμο" (τεύχος 2, 2001)



Παντελής Θαλλασινός

«ΘΑ… ΚΑΤΟΡΘΩΣΩ ΝΑ ΦΘΑΣΩ ΣΤΟΝ ΠΑΤΟ ΠΑΛΙ!»

του Ηλία Βολιότη - Καπετανάκη
(Μετρονόμος, τ. 2, 2001)

Χαίρεσαι να πίνεις ένα καφέ και να συζητάς με τον Παντελή. Ακριβοθώρητος φίλος τώρα με τις πολλές υποχρεώσεις. Έκανε την έκπληξη ή μήπως η καλή δουλειά βρίσκει τρόπους ν’ απογειώνεται; Απ’ την Τήλο ως τη Θράκη, έγινε πλατινένιος, σκαρφαλωμένος πάνω από ένα χρόνο στις πρώτες θέσεις στον κατάλογο των πιο εμπορικών δίσκων και πάει γοργά για δυο φορές πλατίνα. Χρυσοί δίσκοι: Ένα κρυμμένο Αχ! και Αστρανάμματα. Μαζί με τον άλλο της παρέας, που μας αρμενίζει με τους στίχους του, τον Ηλία Κατσούλη, αλλά και τ’ άλλα παιδιά- και ο Θαλασσινός γράφει στίχους- απέδειξαν έμπρακτα, παλιά το αυτονόητο που όμως σήμερα ξεχνάνε πολλοί καλλιτέχνες: Όταν υπάρχει μεράκι και έμπνευση, το καλό, το όμορφο, το ποιοτικό, η αισθητική με την κοινωνική ευαισθησία, αποκτά μελωδική ανάταση και η πιο στείρα μας καθημερινότητα. Τα τραγούδια φυτρώνουν σα σπάνια λουλούδια στον βάλτο με τα σκουπίδια ή μάλλον ανθίζουν στην χέρσα πια, όχι χωρίς δική της ευθύνη, λαϊκή ψυχή. Και τα πονηρά εμπορικά και άλλα κυκλώματα δεν έχουν άλλο δρόμο από το να κάνουν πως τα αποδέχονται για να μην μείνουν… εκτός νυμφώνος. Μπροστά στα μικρόφωνα συμφωνήσαμε να αφήσουμε εαυτούς ελεύθερους και ό,τι βγει. Μη θαρρείτε ότι προσπαθήσαμε κιόλας, δυο φανατικοί οπαδοί του…χύμα, να τα πούμε όπως μας έρχονταν. Η απομαγνητοφώνηση δεν έχει το παραμικρό δημοσιογραφικό φτιασίδωμα... Έτσι με την…γλώσσα της καρδιάς. Κυρίες και κύριοι ο Παντελής Θαλασσινός σε διαφορετικό ρόλο, στα πλαίσια πάντα της παρέας.
-----

- Περίμενες ποτέ να γίνεις… πλατινένιος;
Π. Θαλασσινός: Όχι, ποτέ δεν περίμενα να γίνει πλατινένιος δίσκος μου. Ήταν για μένα κάτι που διάβαζα στα περιοδικά. Είναι και το στιλ το δικό μου, που δύσκολα θα πίστευα ότι δίσκος με δικά μου τραγούδια θα μπορούσε να έχει απήχηση στον κόσμο και μάλιστα στο αγοραστικό κοινό.

- Γιατί, τί έχουν τα δικά σου τραγούδια;
Π. Θ.: Οι καλλιτέχνες σαν και μένα αρέσουν στον κόσμο. Απλώς δεν βγάζει το κοινό εύκολα 5 και 6 χιλιάδες για να αγοράσει τον δίσκο, ενώ για άλλους πάνε και τα δίνουν, χωρίς μάλιστα να τους αρέσουν. Αυτό το πρόβλημα είχα εγώ και πολλοί άλλο σαν και μένα καλλιτέχνες.

- Αυτό που λέμε έκπληξη δεν είναι εμπορικό τέχνασμα, έχει βαθύτερη ουσία που ας την ξεψαχνίσουμε…
Π. Θ.: Νομίζω ότι τέτοια θέματα δεν διερευνώνται, Ηλία, κανείς δεν ξέρει βγάζοντας δίσκο τί μπορεί να γίνει…. Συνήθως ποντάρεις σ’ ένα τραγούδι και λες: Αυτό θα γίνει επιτυχία, ή αυτό θα είναι το σουξέ μου, θ’ ακουστεί πολύ και τις πιο πολλές φορές πέφτεις έξω. Συνήθως δεν ξέρεις ο κόσμος τί θέλει…

- Μήπως θαρρείς ότι ο κόσμος ξέρει τί θέλει;
Π. Θ.: Είναι, πιστεύω, η συγκυρία, το timing, που λένε οι ξένοι. Το τί θα βγάλεις τη συγκεκριμένη στιγμή…

- Από τη στιγμή που γύρισες με συναυλίες όλη την Ελλάδα και συνάντησες ενθουσιώδες κοινό, ήταν προάγγελος της επιτυχίας του δίσκου…
Π. Θ.: Ξέρω τί φταίει….ή μάλλον τί δεν φταίει και πούλησε ο δίσκος! “Ζωντανά” είμαι πολύ καλύτερος από το στούντιο. Αυτός ήταν ένας…ζωντανός δίσκος. Αποτυπώνει τις στιγμές μου μπροστά στον κόσμο, στις συναυλίες. Είναι πιο δυνατές οι στιγμές μου όταν είναι ο κόσμος μαζί, που αισθάνομαι σαν παρέα, το κοινό μου δίνει κουράγιο και τραγουδάω ή και το αντίθετο, αν δεν αρέσει κάτι ξέρω και το ξεκόβω.

- Αυτό, όμως, είναι η μια πλευρά…
Π. Θ.: «Αυτό πάντως είναι το…μυστικό γιατί στο στούντιο νοιώθω φοβερό τρακ, κάθε φορά σα να είμαι πρωτάρης».

- Ναι αλλά έχουμε χρυσό και το «Ένα κρυμμένο Αχ!» που είναι δίσκος στο στούντιο, «έγραψες» αυθεντικά…
Π. Θ.: Η αρχή έγινε με τα Αστρανάμματα. Το ρεπερτόριο…έφταιγε που έγινε χρυσός ο δίσκος. Είχε τα Σμυρναίικα τραγούδια που μπήκαν σε κάθε ελληνικό σπίτι. Ένα πολύ δυνατό τραγούδι, όπως λένε, καθενός του αναλογεί ένα μεγάλο σουξέ. Αμφιβάλλω αν θα ξαναγράψω τέτοια μουσική.

- Αυτό ας το αφήσουμε στον χρόνο…Με το διπλό πλατινένιο συμπλήρωσες πάνω από 60 βδομάδες στον κατάλογο των πιο εμπορικών δίσκων…
Π. Θ.: Ξέρεις γιατί; Αυτός ο δίσκος έχει πραγματικές πωλήσεις, δεν είναι οι εικονικές που οι εταιρείες στέλνουν στα δισκοπωλεία. Αυτός ο δίσκος τώρα πια πουλά σταθερά τουλάχιστον 500 κομμάτια κάθε βδομάδα.

- Έχει μια όμορφη ατμόσφαιρα, η παρέα που γλεντά και…
Π. Θ.: Μην ξεχνάς ότι ήταν και χιλιοπροβαρισμένος… Ύστερα από 40 συναυλίες πήγαμε στη Σφεντόνα και γράψαμε με κόσμο δυο μέρες, τα έσοδα τα δώσαμε για τους σεισμοπαθείς της Νέας Χαλκηδόνας. Είχαμε και τα DAT από τις συναυλίες και φτιάξαμε τον διπλό δίσκο.

- Όλοι οι…ζωντανοί δίσκοι έχουν καλές πωλήσεις; Αντίλογος:Γιατί να τον ξαναγοράσω, σκέφτεται ο κόσμος, αφού έχω τα σουξέ από προηγούμενες δουλειές;
Π. Θ.: Επειδή δεν μιλάμε σε επίπεδο εταιρειών, το πρώτο που μας ενδιαφέρει είναι όχι η εισπρακτική επιτυχία αλλά να είναι καλός ο δίσκος. Πιο σωστοί είναι οι δίσκοι όπου οι καλλιτέχνες έχουν κάνει τις πρόβες τους, μπαίνουν στο στούντιο και γράφουν ανσάμπλ, που λένε, όλοι μαζί. Ακόμα καλύτερα σε μια συναυλία. Βέβαια εκεί δεν έχεις τα τεχνικά μέσα ενός στούντιο. Πάντως οι πιο καλοί δίσκοι είναι οι συγχρονισμένοι… Όπως δηλαδή γράφανε οι παλιοί. Μπορεί να μην είχαν τον τέλειο σημερινό ήχο αλλά εκπέμπουν μια ανεπανάληπτη ατμόσφαιρα που δεν πιάνεται σήμερα. Πρέπει να έχεις καλή παρέα να μπεις στο στούντιο να γράψεις τραγούδια.

- Πιστεύεις ότι με τα δικά σου τραγούδια και άλλων άξιων παιδιών η καλή ελληνική μουσική αναιρεί το εμπορικό και το σκυλάδικο κύκλωμα και σε πιο βαθμό;
Π. Θ.: Δεν νομίζω. Πάντα υπήρχε και θα υπάρχει το εμπορικό κύκλωμα…

- Δεν εννοώ ότι θα το καταργήσει αλλά είναι μια εστία αντίστασης σε αυτό το σκυλάδικο «καρκατσουλιό».
Π. Θ.: Το “καρκατσουλιό” υπάρχει όχι μόνο στη μουσική. Παντού. Βλέπεις τηλεόραση, ραδιόφωνο, είναι άφθονο. Υπάρχει δυστυχώς και στα βιβλία. Και στο internet. Μεγάλη σαβούρα. Δεν υπάρχει αισθητική. Το κακό με μας στη μουσική, όπου γνωρίζω δυο πραγματάκια παραπάνω, ξεκινά από τις εταιρείες που έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Κοιτάζοντας το κέρδος και τα ρεύματα και με τα μέσα που διαθέτουν μπορούν να αναδείξουν τραγουδιστή τον οποιονδήποτε…

- …και έρχεται ο Θαλασσινός και οι άλλες παρέες και κάνουν την έκπληξη. Δεν λέω ότι δεν θα παίξεις και με τη μόδα. Είναι προτιμότερη από την σιωπή και την αφάνεια. Αλλά παρατηρώ ότι το κοινό σου ανταποκρίνεται θερμά, και ας πούμε, στα πιο…δύσκολα τραγούδια, π.χ. Ο πατέρας μου…
Π. Θ.: Πιστεύω ότι ο κόσμος δεν είναι υπέρ κάποιου είδους τραγουδιού, αν και υπάρχουν και φανατικοί που ακούνε εμένα. Με μικρές αποκλίσεις το κοινό είναι το ίδιο. Είναι η ώρα που θέλει να ακούσει και το σκυλάδικο και το πανηγυριτζίδικο, είναι η ώρα που θέλει να ακούσει κάτι διαφορετικό που το γουστάρει και προτιμά να το ακούει μόνο στο σπίτι του. Κάποια στιγμή θα έρθει να ακούσει και μένα. Είναι σαν το θέατρο. Βλέπει το εμπορικό ή το σοβαρό θέατρο και πάει να δει και καμιά επιθεώρηση για να σαχλαμαρίσει, όχι να γελάσει, του αρέσει και η σαχλαμάρα. Είμαστε βλέπεις με τις ώρες μας.

-Υπάρχει όμως και το σταθερό κοινό που εσείς το αισθάνεστε καλύτερα πάνω από το πάλκο.
Π. Θ.: Υπάρχει αλλά όλοι εμείς που θεωρείται ότι προσπαθούμε να κάνουμε ποιοτική μουσική…Εγώ δεν πιστεύω ότι κάνω ποιοτική μουσική αλλά τραγούδια που μπορούν να διασκεδάσουν τον καθένα με μια αισθητική…. Όλοι εμείς λοιπόν…

- Επιτρέπεις μια διακοπή; Εσείς παιδιά καλά θα κάνετε να δημιουργείτε όμορφα τραγούδια και να μας σεργιανάτε, να διασκεδάζετε πρώτα τους εαυτούς σας και μετά όλους εμάς…. Κι αφήστε τους θεωρητικούς διαχωρισμούς που είναι σχηματικοί, έχουν λόγο ύπαρξης μόνο για να συνεννοούμαστε….
Π. Θ.: Ωραία! Μ’ αρέσει αυτό που λες γιατί δεν θέλω να με βάζουν σε καλούπια. Απλά αυτοί που λες εσύ σκυλάδες ξέρεις τί λένε για μας: “Ωχ μωρέ οι κουλτουριάρηδες! Τι θέλουν τώρα; Μιζέρια! Μιζέρια!” Έχουν δίκιο από μια άποψη. Κινδυνεύουμε να γίνουμε γραφικοί μέσα σε μια κοινωνία που δεν έχει, Ηλία, αξίες από πάνω μέχρι κάτω….

- Ποιος είναι γραφικός Παντελή; Επειδή το 80 % ή το 90 % είναι σκυλάδες, ακούνε καψουροτράγουδα και εμείς, το 10% ή το 20% είμαστε ισορροπημένοι και έχουμε αξίες θα θεωρήσουμε τους εαυτούς μας γραφικούς; Όχι! Αυτοί είναι οι βαθιά προβληματικοί!
Π. Θ.: Να σου εξηγήσω τι θέλω να πω. Μέσα σε μια κοινωνία χωρίς αξίες, όπου καταπατούνται τα δικαιώματα του πολίτη και παραβιάζεται ακόμα και η προσωπική του ζωή, υπάρχουν ένα σωρό πράγματα που του την σπάνε, για να μιλήσουμε λαϊκά. Και από εκεί και πέρα κάθεται και το ρίχνει σε οτιδήποτε του έρχεται στα αυτιά, σε ό,τι νομίζει πως τον διασκεδάζει και κάνει και…υπερβάσεις, μπαίνει στο κιτς. Αυτό μ’ αρέσει, σου λέει, αυτό θ’ ακούσω.

-Λάθος. Αυτό του υποβάλλουν και του επιβάλλουν. Και παλιότερα ο λαός ήταν αγράμματος και παλιότερα ένα 20% νογούσε, αλλά τώρα ποια είναι η διαφορά; Αυτό το 80% όχι μόνο δεν κοιτά να ξυπνήσει αλλά και προβάλλεται ως πρότυπο ζωής…
Π. Θ.: Παλιότερα υπήρχε μια κρΙσάρα και μια αισθητική. Γινόταν μια επιλογή, αν θέλεις πρώτα από τις εφημερίδες, το ραδιόφωνο, την τηλεόραση…Με συγχωρείς …Για δες σήμερα τα έντυπα, για ψάξε τους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς τί βλακείες παίζουν. Έτσι θα καλλιεργηθεί το κριτήριο στον κόσμο;

- Κατά τη ταπεινή μου γνώμη σήμερα η κρισάρα είναι η ψυχή των ανθρώπων και προπαντός των καλλιτεχνών.
Π. Θ.: Ναι, εν μέρει! Αλλά δεν είναι κυρίως στο χέρι τους. Υπάρχουν οι δισκογραφικές εταιρείες και όλοι αυτοί που κινούν τα νήματα. Να σου πω κάτι; Η νεολαία ΠΑΣΟΚ έκανε τον χορό της στου Νότη Σφακιανάκη και αυτό λέει πολλά.

-Δεν με εκπλήσσει. Ανέκαθεν οι Πασόκοι τρέχανε στα σκυλάδικα…
Π. Θ. Δεν με ενδιαφέρει, δεν έχω τίποτα με τον Σφακιανάκη, τη δουλειά του κάνει. Σου επαναλαμβάνω όμως: Η νεολαία ΠΑΣΟΚ έκανε εκεί τον χορό της, αυτό λέει πολλά. Και μετά να όλα τα κανάλια να δείχνουν τον Σκανδαλίδη να χορεύει. Δείχνουνε τον λαϊκισμό, δίνουνε πρότυπα ζωής. Κατάλαβες;

-Κανείς δεν πρόκειται να διατηρήσει αυτές τις εικόνες. Ενώ τα Σμυρναίικα τραγούδια, τα κάθε σμυρναίικα τραγούδια, μένουν.
Π. Θ.: Σίγουρα μένει το καλό τραγούδι. Και ξέρεις γιατί; Πάντα υπήρχε καλό λαϊκό τραγούδι. Δεν παύουν να τραγουδάνε οι άνθρωποι, να έχουν βάσανα που τα κάνουν τραγούδια. Από εκεί και πέρα είναι να φθάσει στα αυτιά του κόσμου το καλό λαϊκό τραγούδι. Όπως ένας ερασιτεχνικός θίασος ανεβάζει καλό έργο και δεν το ξέρει κανείς. Οι πρώτοι είναι να πάνε κι από κει στόμα με στόμα διαδίδεται το καλό νέο».

-Το ψυχογράφημα του κοινού που σας ακούει στο κέντρο και στις συναυλίες. Πολύ νεαρόκοσμος αλλά και ώριμες ηλικίες.
Π. Θ.: Επειδή στα μαγαζιά παίζουμε συνήθως από τις 11.30 το βράδυ μέχρι τις 3.30 το πρωί βλέπεις και πολλές ίδιες φάτσες. Τον Κυριακή το μεσημέρι που ανοίγουμε, βλέπεις ανθρώπους που δεν μπορούν να ξενυχτήσουν. Για μια ακόμα φορά αποδεικνύεται πόσο λάθος είναι η ώρα που λειτουργούν τα κέντρα, ειδικά στο είδος της μουσικής που παίζουμε εμείς. Θέλει να σ’ ακούσει αλλά δεν μπορεί να ξενυχτήσει.

- Πάντως εσείς δουλεύετε φουλ…
Π. Θ.: Αυτό δεν αναιρεί μια αλήθεια. Νομίζω αν αρχίζουν τις καθημερινές 9.30 με 10 το βράδυ είναι το καλύτερο, για να μπορεί ο άλλος το πρωί να πάει στη δουλειά του. Άλλοι κάνουνε μια θυσία, ξενυχτάνε ένα βράδυ κι έρχονται να σε ακούσουν…

-Θα ήθελα να μου σχολιάσεις τις αντιδράσεις του κοινού όπως τις βλέπεις από το πατάρι.
Π. Θ.: Βλέπουμε κόσμο να είναι…τρελαμένος με το πρόγραμμα, άλλους που απλώς τους αρέσει και άλλους ευχαριστημένους. Πιστεύω ότι το ωφέλιμο κοινό είναι αυτό που φεύγει ευχαριστημένο, το οποίο απροσδιόριστα δεν ξέρει τι του έχει αρέσει αλλά φεύγει με μια γλύκα ότι κάτι του άρεσε και είναι ευχαριστημένο. Και κάτι ακόμα σημαντικό: όχι προσωποποιημένη η ευχαρίστηση, του άρεσε ο Παντελής, ή ο Πάνος ή η Ειρήνη, ή η Κατερίνα. Εμείς παίζουμε μπάλα όλοι μαζί. Ομαδική δουλειά. Δεν πάει ο ένας για πρωτάθλημα και ο άλλος για να τον ρίξει στη Β’ κατηγορία».

-Δεν το ρωτάω αυτό, γιατί το έχουν πει ερήμην σου όλοι, ο Ρεντίφης, η Χαρίδου, η Παπαδοπούλου….
Π. Θ.: Αυτή είναι η δική μου ιδεολογία… Είναι σαν το ποδόσφαιρο, πρέπει να δίνεις πάσες, αν δεν δίνεις μπαλιές όχι μόνο δεν θα βάλεις γκολ αλλά …

…θα φας έξη, όπως η ΑΕΚ!
Π. Θ.: Κοίταξε! Η ΑΕΚ πήγε για να χάσει, φίλε μου, και μη μου χαμογελάς πονηρά…

-Αστείο ήταν. Να επιστρέψουμε. Έχεις επιτυχία στην επαφή με το κοινό επειδή στα προγράμματά σου εκπέμπεται άφθονος ερωτισμός;
Π. Θ.: Χωρίς να γίνεται σκόπιμα πρέπει να υπάρχει. Και όταν λέω πρέπει, σημαίνει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει. Δεν είναι στημένος, όχι φτιασίδωμα, τώρα θα πω κάτι ερωτικό. Όχι! Νομίζω ότι το πρόγραμμα που είναι φτιαγμένο μέσα σε παρέα δεν έχει ανάγκη να του προσθέσεις ερωτισμό από έξω».

- Πώς ξεφεύγεις στο κέντρο και στη σύνθεση των τραγουδιών από το φάσμα του φτηνιάρικου και εμπορεύσιμου ερωτισμού που αφθονεί σήμερα; Εσείς και στο πιο ερωτικό τραγούδι φέγγει η κοινωνία.
Π. Θ.: Όταν τραγουδάς και δεν σκέφτεσαι πόσο ωραίος είσαι, ξεφεύγεις από αυτές τις κακοτοπιές. Αν όμως όταν τραγουδάς νομίζεις ότι έχεις απέναντι ένα καθρέφτη και λες: “Να γυρίσω έτσι; Είμαι ωραίος!”,ή αν ακούς τη φωνή σου και σκέφτεσαι “Τι ωραία που είναι!”… τότε έχεις εκτροχιαστεί για τα καλά.

-Και που πας;
Π. Θ.: Στην πασαρέλα, στα πολυπρογράμματα. Εκεί υπάρχει μια πασαρέλα όπου ανεβαίνουν γλάστρες και κουνιούνται για να αρέσουνε. Από εκεί και πέρα ποιος νοιάζεται αν είπε καλά το τραγούδι ή…, δεν ξέρω ποια τραγουδίστρια».

- Άλλωστε δεν το λέει αυτή αλλά το play back!
Π. Θ.: Δεν έχει σημασία αυτό! Το έχει πει τουλάχιστον μια φορά στον δίσκο. Δεν είναι το play back! Βγαίνει και λέει κάπως ένα τραγούδι. Ποιος προσέχει τί λέει όταν φορά κοντό φουστάνι;

-Όταν η πίστα είναι τσίρκο! Τους κατεβάζουν με τροχαλίες, με φτερά, με άλογα…
Π. Θ.: Άκου να σου πω: Όταν πάω σ’ ένα μαγαζί και η τραγουδίστρια έχει κοντό φόρεμα, δεν προσέχω πως τραγουδάει…

-Κι εγώ το ίδιο…
Π. Θ.: Έτσι δεν είναι; Θα προσέξω τη φωνή; Άμα μ’ αρέσει αυτό που βλέπω τι με νοιάζει;»

- Ένα κρυμμένο Αχ!, τραγούδι με κοινωνικές προεκτάσεις. Για σχολίασέ το λιγάκι…
Π. Θ.: Αυτός είναι και ο τίτλος του δίσκου. Το κρυμμένο Αχ! είναι που κουβαλάει ο πρόσφυγας που έρχεται εδώ και νομίζει ότι είναι η γη της επαγγελίας, πιστεύει ότι θα βρει τα πράγματα όπως στα όνειρά του. Βέβαια αυτοί που είναι εύποροι καλά θα περάσουν, όσοι όμως έρχονται από τις Ανατολικές χώρες, το λεγόμενο “παραπέτασμα” που έφυγαν χωρίς τίποτα και έρχονται με λιγότερο από το τίποτα πελαγοδρομούν εδώ πέρα».

- Είδες πως τα φέρνει η τύχη; Ο όρος παραπέτασμα ήταν προϊόν της αντίδρασης και συκοφαντία, αλλά οι οικονομικοί πρόσφυγες έρχονται από ένα περιθώριο για να φτιάξουν την ζωή τους…
Π. Θ.: Βέβαια το τραγούδι μιλά για τους Πόντιους, που φτιάχνουν την ζωή τους οι πιο πολλοί, γιατί είναι θεληματάρηδες και δουλευταράδες. Όποιος δουλεύει δεν πάει χαμένος. Αυτοί που καταστρέφουν τη ζωή τους είναι όσοι πέφτουν στον τζόγο, είτε είναι κρατικός, είτε είναι ιδιωτικός. Εγώ αυτό πιστεύω.

- Πώς δένει το κοινωνικό τραγούδι με τις σημερινές καταστάσεις;
Π. Θ.: Κοινωνικό πρόβλημα έχει γίνει ακόμα και ο έρωτας σήμερα. Οι νέοι απομονώνονται, καθένας στον εαυτό του και στο κομπιούτερ του. Δεν υπάρχει η σχέση, οι παρέες, οι εκδρομές, όπως παλιά. Δεν ξέρω γιατί, δεν είμαι νέος και δεν μπορώ να το ζήσω όπως παλιά.

- Είσαι νέος! Είμαστε νέοι, μια και είμαστε σχεδόν συνομήλικοι, αλλά Παντελή οι εικόνες που δίνεις με την βοήθεια και των στιχουργών είναι μια άλλη προοπτική ζωής.
Π. Θ.: Τα κοινωνικά προβλήματα υπάρχει τρόπος να τα τραγουδήσεις, ανάλογα με τη σκοπιά που ο καθένας τα προσεγγίζει».

- Ποιος είναι ο τρόπος στην στείρα εποχή;
Π. Θ.: Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που μπορεί να τους συγκινεί μια κατάσταση και να καθίσουν να γράψουν ένα ωραίο στίχο ή μια όμορφη μελωδία. Υπάρχουν χιλιάδες πράγματα, εκτός από τον έρωτα, που μπορεί να τραγουδήσει κανείς, η ζωή, ο θάνατος, η γέννηση, το μεροκάματο, η καθημερινότητα…

- Όλα αυτά δεν δένονται με το έρωτα; Ίσως λάθος που τα ξεχωρίζουμε…
Π. Θ.: Δεν τα ξεχωρίζουμε. Προσπαθώ στα τραγούδια μου να είμαι, όπως λένε, παραδοσιακός στα θέματα. Ένα τραγούδι να έχει μια διαχρονικότητα. Όταν μιλά για τον έρωτα να μην μιλά φτηνά για τον έρωτα αλλά για τον άγιο έρωτα.

-Ποια είναι τα στοιχεία της διαχρονικότητας; Ποια προσέχεις;
Π. Θ.: Τα στοιχεία που θα υπάρχουν μετά από 100 χρόνια, μετά από 20 χρόνια. Σίγουρα δεν θα γράψω ένα τραγούδι για το κομπιούτερ. Θα ξεπεραστεί το κομπιούτερ. Θέλω να γράφω τραγούδια για τα συναισθήματα.

-Μήπως αν υπερισχύσει το κομπιούτερ δεν θα υπάρχουν συναισθήματα;
Π. Θ.: Πάντα υπάρχουν συναισθήματα. Ακόμα και μέσα από το κομπιούτερ, αλλά είναι ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνούμε. Δεν είναι δυνατόν να επικοινωνούμε ερωτικά μέσα από το κομπιούτερ. Σήμερα μπορεί οι νέοι να το θεωρούν φυσιολογικό αυτό. Εγώ δεν το θεωρώ φυσιολογικό γιατί έζησα και την άλλη πλευρά.

- Αυτά ως προς τους στίχους. Τι προσέχεις ως προς την μουσική;
Π. Θ.: Να σου πω τελικά την αλήθεια; Δεν προσέχω τίποτα! Αυτό που μου βγαίνει, αυτό που με συγκινεί, λειτουργώ πάντα με το ένστικτο και τη συγκίνηση. Όταν κάτι με συγκινεί πιστεύω ότι είναι καλό. Η συγκίνηση είναι μια αλήθεια. Όταν σηκωθεί η τρίχα σου είναι αλήθεια. Δεν μπορεί να ’ναι ψέμα! Μπορεί να συγκινείσαι πολύ εύκολα, είναι όμως μια αλήθεια μέσα σου. Μπορεί να μην συγκινείσαι με τίποτα. Πάλι κι αυτό είναι μια αλήθεια.

- Όσοι άνθρωποι δεν συγκινούνται δεν κάνουν τέχνη…
Π. Θ.: Με κάτι όμως συγκινούνται, δεν υπάρχει κάποιος που να μην έχει κλάψει ποτέ από χαρά ή από συγκίνηση. Θυμάμαι όταν η ΑΕΚ έβαλε το γκολ στο 90ο λεπτό, έγινε χαμός. Τέλος πάντων σου λέω ένα απλό παράδειγμα…

- Από δω και πέρα τι; Πόσο εύκολο είναι το επόμενο βήμα για έναν καλλιτέχνη που δίνει προτεραιότητα στην αισθητική και την ποιότητα;
Π. Θ.: Εγώ πιστεύω ότι με την ποιότητα και με το τραγούδι μου θα κατορθώσω να φθάσω στον πάτο πάλι! Εννοώ ότι θα εξακολουθήσω να κάνω τα τραγούδια που έκανα χωρίς σκόντο στον εαυτό μου, χωρίς να κάνω προϊόντα ημιμάθειας. Θα κάνω τραγούδια αυτά που ξέρω. Αν πάψουν να αρέσουν στον κόσμο αυτά τα τραγούδια… Κάποια μέρα θα γίνει και αυτό, όλα ανακυκλώνονται, όταν έχουμε κάτι στο κεφάλι μας πολύ έντονα και συνέχεια το ανακυκλώνουμε σιγά- σιγά, πολύ περισσότερο που ζούμε στην εποχή της πολυχρωμίας και των πολλών ακουσμάτων…

- Να στο πω λίγο διαφορετικά. Κάθε άνθρωπος στη ζωή του ένα δρόμο ανοίγει…
Π. Θ.: Εντάξει. Εγώ αυτά θα κάνω. Υπάρχουν και άλλα πράγματα που ξέρω και θέλω να κάνω, που πιστεύω ότι αν αρέσουν θα τα κάνω.

- Απ’ όσο σε ξέρω κι αν ακόμα δεν αρέσουν, εσύ το κέφι σου θα το κάνεις….
Π. Θ.: Αρκεί να υπάρχει επικοινωνία. Από ένα άτομο το οποίο να του αρέσει κάτι και να μπορούμε να μιλάμε, γιατί αλλιώς θα τρελαθούμε εντελώς, να μπορούμε να τραγουδάμε μαζί, ένας, δυο, χίλιοι, δυο χιλιάδες, όσοι θέλουν. Η παρέα είναι ανοιχτή για όλο τον κόσμο.

- Είσαι από τους καλλιτέχνες που ακούνε τον περίγυρο. Μπορεί να μην συμφωνείς με μια ιδέα αλλά την ακούς, μαζεύεις συνεχώς από τους γύρω είναι χάρισμα αυτό…
Π. Θ.: Είναι κι ένα μυστικό, ξέρεις…. Αυτό που είπες πριν για τα προγράμματα και τους δίσκους…Πρέπει να ‘σαι και ακροατής σ’ αυτό που κάνεις, να ‘χεις την ικανότητα να ακούς αυτό που τραγουδάς. Αν ήσουν κάτω σε μια καρέκλα θα ένιωθες καλά ή θα έλεγες “τι μας λέει τώρα!”.

- Σωστά! Αλλά και όταν δεν τραγουδάς ψάχνεις κάθε ψήγμα ιδέας.
Π. Θ.: Κι όχι μόνο αυτό. Κι όταν τραγουδάς είσαι σε εγρήγορση. Εν πάση περιπτώσει ένα χρόνο θα ξεκουραστώ. Μέχρι το άλλο Πάσχα. Θέλω να κάνω ένα καλό δίσκο, μόνο. Τίποτα άλλο.

- Μην το λες αυτό γιατί οι σειρήνες, όχι του κέρδους - γιατί σε ξέρω καλά- αλλά οι σειρήνες του κοινού είναι γοητευτικές!
Π. Θ.: Είναι και το άλλο: Δεν μπορείς να μένεις στο σπίτι τα βράδια, τρελαίνεσαι! Αλλά εγώ δεν θα τρελαθώ γιατί έχω κουραστεί 8 σεζόν, χειμώνα- καλοκαίρι, και θέλω να καθίσω να κάνω έναν καλό δίσκο. Είναι αδύνατο να κάνεις δίσκο δουλεύοντας.

-----
* Η συζήτηση με τον Παντελή Θαλασσινό έγινε στην εκπομπή της ΕΡΑ-5 «Μουσικό Σεργιάνι», την Παρασκευή 26 Ιανουαρίου 2001.

22 Οκτωβρίου 2010

Νεοκλής Νεοφυτίδης - Δημήτρης Λέντζος: "Φαγιούμ"


Νεοκλής Νεοφυτίδης - Δημήτρης Λέντζος
Φαγιούμ

«...και του τσιγάρου η μικρή στα χείλη τους η καύτρα
φωτίζει σαν παλιά φαγιούμ βαθιά τα πρόσωπα τους».

Το περιοδικό και οι εκδόσεις Μετρονόμος παρουσιάζουν την πρώτη προσωπική δουλειά του συνθέτη Νεοκλή Νεοφυτίδη σε στίχους του Δημήτρη Λέντζου με τίτλο
«Φαγιούμ».

Παρατηρώντας σήμερα τα βλέμματα των φαγιούμ (εκείνων των προσωπογραφιών που ανακαλύφθηκαν στην όαση Φαγιούμ της Αιγύπτου) νιώθουμε την αίσθηση ότι «αφηγούνται» τις δικές τους ή ...τις δικές μας ιστορίες. Κάπου εκεί συναντιούνται το παλιό και το νέο παίρνοντας το ένα κάτι από τη γεύση του άλλου.

Μια «μουσική δοκιμή-προσέγγιση» πάνω στο παλιό και στο νέο, μέσα από 12 διαφορετικές ιστορίες. Από τη μια διαχρονικές φόρμες, ρυθμοί και στιχουργικά σχήματα, βαφτίζονται στην όαση των παλιών αισθήσεων και εικόνων, κι από την άλλη, εκείνα τα παλιά πρόσωπα των φαγιούμ βαφτίζονται στην όαση του σήμερα και ξαναγεννιούνται δημιουργώντας μια σύγχρονη προσωπογραφία.

Τα 12 τραγούδια ερμηνεύουν ο Μανώλης Μητσιάς, η Σοφία Παπάζογλου, ο Δώρος Δημοσθένους, ο Μανώλης Πασχαλίδης, και ο συνθέτης.

Έπαιξαν οι μουσικοί: Σταύρος Αγιαννιώτης κλασική, ακουστική κιθάρα,Γιάννης Σινάνης μπουζούκι, τζουρά, Μιχάλης Σωτηράκης μπουζούκι, λαούτο, Νίκος Παπαναστασίου ακορντεόν, Ανδρέας Νικολής ντραμς, κρουστά, Τεό Λαζάρου κοντραμπάσο, Χάρης Μέρμηγκας κοντραμπάσο, Μάνος Αβαράκης φυσαρμόνικα, Μαρίνος Γαλατσινός κλαρινέτο, Διονύσης Κοκκόλης τρομπέτα, Mαριλίζα Παπαδούρη τσέλο, Πέτρος Γιωρκάτζης βιολί και Νεοκλής Νεοφυτίδης πιάνο, μελόντικα.

Η ενορχήστρωση των τραγουδιών είναι του Νεοκλή Νεοφυτίδη, ενώ τα πορτραίτα Φαγιούμ, στο εξώφυλλο και το ένθετο, φιλοτέχνησε η Εβίνα Μακρή.

Νεοκλής Νεοφυτίδης
Γεννήθηκε το 1976 στη Λευκωσία. Μεγάλωσε στη Λεμεσό. Αποφοίτησε (πιάνο και θεωρητικά) από το Κυπριακό Ωδείο Λεμεσού με καθηγητή τον Πέτρο Χριστοδουλίδη. Είναι επίσης διπλωματούχος πιάνου και θεωρητικών του Trinity College of Music. Έκανε σπουδές στο βιολί (μέχρι Grade 8 του Royal Academy of Music) με τον Παναγιώτη Στυλιανού.Υπήρξε μέλος της Κρατικής Ορχήστρας Νέων Κύπρου (βιολί). Είναι αριστούχος του Τμήματος Μουσικών Σπουδών (Μουσικολογίας) του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στο ίδιο τμήμα εκπονεί διδακτορική διατριβή με θέμα «Το μεταγραφικό έργο του Άρνολντ Σαίνμπεργκ».

Μια σύνθεση του (Α΄ βραβείο) αποτέλεσε τον ύμνο της Παγκόσμιας Γυμνασιάδας που έγινε στη Κύπρο το 1993. Το 2000 κέρδισε το Α΄ βραβείο και χρηματικό έπαθλο στους πρώτους αγώνες σύνθεσης της Κρατικής Ορχήστρας Ελληνικής Μουσικής (Κ.Ο.Ε.Μ.) με μαέστρο και καλλιτεχνικό διευθυντή τον Σταύρο Ξαρχάκο. Το έργο του «Ο θαυμαστός κόσμος του Καραγκιόζη» δέχτηκε τα εγκωμιαστικά σχόλια των μελών της κριτικής επιτροπής (ανάμεσα σ’ άλλους οι Σταύρος Ξαρχάκος (συνθέτης), Λουκάς Καρυτινός (διευθυντής ορχήστρας), Στέφανος Βασιλειάδης (μουσικολόγος). Συμμετέχει κατά καιρούς σε διάφορους διαγωνισμούς σύνθεσης, όπως στον Α΄ Διαγωνισμό Σύνθεσης του Κέντρου Μεσογειακής Μουσικής.

Είναι μόνιμος συνεργάτης του Χρήστου Λεοντή, ενώ ως πιανίστας- ενορχηστρωτής έχει συνεργαστεί με τον Ηλία Ανδριόπουλο, την Ελένη Βιτάλη, το Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Έχει συμμετάσχει ως πιανίστας και ενορχηστρωτής στις μουσικοθεατρικές παραστάσεις: «Θέλω να σας πω» με τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ζορμπαλά (Θέατρο Τέχνης, 2005), «One for the road» με τον Δώρο Δημοσθένους, (2007-2009), «Τα Κυπριακά» με το Δώρο Δημοσθένους, «Τραγούδια από το θέατρο» με τον Παναγιώτη Μπούσαλη και τη Μαρία Κανελλοπούλου (2008), «Πώς αλλιώς αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι» με τη Ζωή Παπαδοπούλου (2009).

Εκτός από προσωπικά τραγούδια και πολλές διασκευές για πιάνο ή μικρά σύνολα σε τραγούδια και μουσική Ελλήνων κυρίως συνθετών (Λεοντής, Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Ανδριόπουλος, Ανδρέου, κ.ά.) έχει συνθέσει μουσική για τα θεατρικά έργα: «Πλατς-μουτς» (παιδικό) του Ευγένιου Τριβιζά με την θεατρική ομάδα «Μίμηση πράξεως» σε σκηνοθεσία Παναγιώτη Σερεφίδη (2008), «Τίτα-Λου» της Κατρίν Ανν με τη θεατρική ομάδα «Σόλο για τρεις» σε σκηνοθεσία Μαρίας-Μανναρίδου Καρσερά (2009), και για τις μικρού μήκους ταινίες «Λουτρά Εμερκές» του Παύλου Νεοκλέους και «Ορφέας» του Αντώνη Βουτσίνου.

Δημήτρης Λέντζος
Γεννήθηκε το 1960 στις Μηλιές Ηλίας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές εργασίες και ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από τον Χρήστο Λεοντή, τον Μιχάλη Τερζή, το Νεοκλή Νεοφυτίδη κ.ά. Τραγούδια του έχουν ερμηνεύσει ο Δημήτρης Μητροπάνος, ο Μανώλης Μητσιάς, ο Νίκος Δημητράτος, ο Παντελής Θαλασσινός, η Γλυκερία, ο Δώρος Δημοσθένους, η Μαρία Σουλτάτου, η Σοφία Παπάζογλου κ.ά.

Το 2008 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μετρονόμος το βιβλίο του «Η μεγάλη διαδήλωση του ενός» - Οκτώ διηγήματα και ένα παραμύθι.

20 Οκτωβρίου 2010

Ανδρέας Ψαράκης: "Με λυμένα κορδόνια"


Aνδρέας Ψαράκης

Με λυμένα κορδόνια

ISBN 978-960-88528-6-0
Σελίδες: 188
Σχήμα: 14 x 21
Ο Ανδρέας, ο ήρωας του βιβλίου, ξεκινάει από μικρός τις αναζητήσεις του στον κόσμο των μεγάλων» αλλά πάντα τον μπερδεύουν οι γυναίκες της ζωής του και τον οδηγούν σε περιπέτειες που κάτι θυμίζουν σε όλους μας...
Με καταλυτικό χιούμορ, άφθονο αυτοσαρκασμό, τρυφερότητα και ευαισθησία, ο συγγραφέας αφηγείται την πορεία της ενηλικίωσης του Ανδρέα μέχρι την ολοκλήρωση του ως άντρα... Ή μήπως αυτό δεν γίνεται ποτέ;
Το βιβλίο χαρακτηρίστηκε από άντρες ως διασκεδαστικό, από γυναίκες ως συγκινητικό και από εφήβους ως διδακτικό...