12 Νοεμβρίου 2010

Ηλίας Βολιότης - Καπετανάκης: "Μούσα Πολύτροπος"


Ηλίας Βολιότης – Καπετανάκης

Μούσα Πολύτροπος
Μελωδική και κοινωνική διαδρομή από το δημοτικό στο «ρεμπέτικο»

Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Ηλίας Βολιότης-Καπετανάκης στο νέο βιβλίο του "ΜΟΥΣΑ ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΣ. Μελωδική και κοινωνική διαδρομή από το δημοτικό στο 'ρεμπέτικο'", μας καλεί σε ένα άκρως ενδιαφέρον μελωδικό ταξίδι με πρωτοδημοσίευτες αποκαλύψεις ανατρέποντας τις μέχρι τώρα ανιστόρητες θέσεις ερευνητών και ποικίλων «ρεμπετολόγων» που μεταφέρουν μηχανιστικά γαλλικά ή άλλα ευρωπαϊκά μελετητικά μοντέλα και μέσα σε αυτά θέλουν να πνίξουν τα μελωδικά καλούδια των ελληνικών πληθυσμών, οι οποίοι συρρέουν στα εγχώρια ανάπηρα αστικά κέντρα και στα ξένα σκλαβοπάζαρα. Ωστόσο το πιο σημαντικό είναι ότι ο συγγραφέας δεν περιορίζεται στην με επιθετική γλώσσα διατύπωση προσωπικών απόψεων. Παραθέτει πληθώρα στοιχείων πάνω στια οποία αυτές εδράζονται. Ενδεικτική σταχυολόγηση εικόνων από την λαϊκή μουσική μας ιστορία:
* Οι απαρχές του τραγουδιού από τους αρχαιοελληνικούς τρόπους στα αραβοπερσικά μακάμια, στους βυζαντινούς ήχους και στα μυστήρια «ρεμπέτικα» καραντουζένια. Οι μουσικές διεργασίες στην εκκλησιαστική και κοσμική μουσική του Βυζαντίου. Οι Ρωμιοί συνθέτες της Πόλης και οι ασίκηδες της Ανατολής.

* Οι αναζητήσεις στο νεοσύστατο ελληνικό κρατίδιο. Οι πρώτες βεγγέρες. Κλέφτικα και άλλα δημοτικά άσματα εναντίον βαυαρικών εμβατηρίων. Τα πρώτα λαϊκά μουσικά αστικά πειράματα και η ανίατη ξενομανία της άρχουσας τάξης. Η μουσική στο Κωμειδύλλιο και στην Αθηναϊκή Επιθεώρηση. Οι έντιμες πλην ατελέσφορες προσπάθειες των συνθετών της Επτανησιακής και της Αθηναϊκής Καντάδας. Τα τραγούδια του Καραγκιόζη.
* Η περιφρονημένη από την εξουσία δημοτική παράδοση που όσο την πολεμά η άρχουσα τάξη τόσο καρπίζει πρωτότυπο έργο και διαρκώς μετουσιώνεται στο λαϊκό τραγούδι των αστικών κέντρων. Για πρώτη φορά αναλύεται σε βάθος ο μηχανισμός μετάβασης από το δημοτικό στο «ρεμπέτικο» τραγούδι. Το δίστιχο, το ταξίμι και ο αμανές, δηλαδή ο διαρκής, πληθωρικός, ποικιλώνυμος και ποικιλότροπος στιχουργικός, οργανικός και φωνητικός αυτοσχεδιασμός, η μαμή της μουσικής σε ολόκληρη την μεσογειακή λεκάνη, «ξεγεννά» και το ελληνικό λαϊκό αστικό τραγούδι.
* Οι φυλακές, ο στρατώνας, οι συντεχνίες και η συμβολή τους στην λαϊκή μούσα. Τι τραγουδάνε οι εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες μετανάστες, που παίρνουν το δρόμο για τα αμερικάνικα σκλαβοπάζαρα;

* Ο «βραχνάς» της ανατολικής μουσικής στην Αθήνα με βάση τα θεάματα των εφημερίδων μετά το 1855 και οι επιμειξίες της με τα ελλαδίτικα την ίδια εποχή τραγούδια. Η ανάδυση του Πειραιά σαν το κέντρο της λαϊκής πολιτιστικής ζωής.
* Σμύρνη-Κωνσταντινούπολη-Θεσσαλονίκη κοιτίδες προηγμένης αστικής και μουσικής ζωής. Εστουδιαντίνες, μισμαγιές, σεφαραδίτικα τραγούδια και άλλα πειράματα που συγκλίνουν μετά την Καταστροφή για την νέα μουσική επανάσταση.

* «Σμυρναίικα» και «Πειραιώτικα» «ρεμπέτικα». Η «Τετράς η Ξακουστή, του Πειραιώς». Η λογοκρισία. Ο μύθος του χασικλίδικου ρεμπέτικου. Το κοσμικό …περιθώριο του λεγόμενου ελαφρού τραγουδιού.

* Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και το τραγούδι. Το ολέθριο παραμύθι της «Τραγουδίστριας της Νίκης» και τα αληθινά τραγούδια με τα οποία πολεμά και αντιστέκεται ο λαός. Το «ρεμπέτικο» η μοναδική απαντοχή στο άθλιο μετεμφυλιακό κλίμα υπερβαίνει την φασιστική λογοκρισία.

* Ο… διάλογος των προκατειλημμένων κωφών για το «ρεμπέτικο» από το 1947 μέχρι σήμερα.
Το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο είναι του Γιώργου Σταθόπουλου. Ο Σώτος Αλεξίου φιλοτέχνησε σχέδια χαρακτηριστικά της ατμόσφαιρας της εποχής και ο Νίκος Μπλαζάκης φιγούρες Καραγκιόζη.

10 Νοεμβρίου 2010

Συνέντευξη με τον Δημήτρη Μπάση - τεύχος 4 (2002)

Δημήτρης Μπάσης

Επανεκτέλεση & δημιουργία

του Ηλία Βολιότη- Καπετανάκη
(Περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ, τεύχος 4, 2002)

Όταν ο Μίκης Θεοδωράκης συνάντησε τον Δημήτρη Μπάση βγήκαν δυο δίσκοι με επανεκτελέσεις τραγουδιών του μεγάλου συνθέτη που δείχνουν μια ακόμα πλευρά της διαχρονικότητας του σπουδαίου έργου. Μπορεί να εμπνέει και να ψυχαγωγεί και την νέα γενιά των τραγουδιστών και μέσω αυτών να γίνεται πιο προσιτό στους συνομηλίκους τους. Η αρχή της συνεργασίας γίνεται με «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού» και συνεχίζεται με τα ερωτικά του Μίκη υπό τον τίτλο «Η αγάπη είναι φωτιά». Μετά το δημοτικό και το ρεμπέτικο μια «νέα» παράδοση παίρνει σιγά-σιγά την θέση της στην τεράστια ελληνική μελωδική προίκα, με τα έργα ή τα σκόρπια τραγούδια των κατοπινών λαϊκών συνθετών κατά τον ίδιο... πατροπαράδοτο τρόπο: Επανεκτελούνται ή γίνονται στημόνι για τα επόμενα κεντήματα της ελληνικής λαϊκής μουσικής. Παιδί μεταναστών ο Δημήτρης Μπάσης γεννιέται στη Γερμανία, αλλά στα οκτώ του χρόνια πραγματοποιεί το όνειρο του επαναπατρισμού. Ο ίδιος θεωρεί σημαντική την επίδραση της μετανάστευσης στην πορεία του. «Από μικρό παιδί τα αυτιά μου γέμισαν ελληνική μουσική, συνδετικός κρίκος με την πατρίδα. Αυτή η μουσική μας ταξίδευε στην Ελλάδα και τόνιζε το όνειρό μας ότι κάποια στιγμή πρέπει να γυρίσουμε στις ρίζες μας»- λέει. Μαζί με τον παιδικό πόθο να γίνει τραγουδιστής. Φυσικά δεν τολμούσε να τον εκφράσει, αφού όλοι οι γονείς μας, πολύ περισσότερο στην επαρχία, θέλουν να γίνει το καμάρι τους, γιατρός, δικηγόρος, πολιτικός μηχανικός, άντε πυρηνικός επιστήμονας και όχι... ανυπόληπτος καλλιτέχνης. Όταν όμως επιθυμείς κάτι πολύ... Αλλά καλύτερα να μας τα πει ο ίδιος...
-----

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΣΗΣ: Είναι φυσικό να υπάρχουν προκαταλήψεις σε κάθε μικρή κοινωνία. Μπορεί να έχει λάμψη αλλά οι γονείς θεωρούν ότι ο καλλιτεχνικός χώρος δεν είναι καθαρός, ότι κρύβει παγίδες. Η πρώτη μου επαφή με την μουσική ήταν η εκκλησία. Όταν γυρίσαμε στην Ελλάδα σαν οικογένεια εκκλησιαζόμασταν τακτικά. Εκεί ανακάλυψα τη μαγεία της βυζαντινής μουσικής. Πολύ γρήγορα αυτή η αγάπη με οδήγησε σε ηλικία 9 ετών στο ψαλτήρι και να ψάλλω δίπλα στον ψάλτη του χωριού. Για καλή μου τύχη ήταν γνώστης της βυζαντινής μουσικής, με σπουδές. Άρχισα, λοιπόν τα μαθήματα στο σπίτι με τον Θεόδωρο Αβρουζίδη. Δεν με έφταναν και σπούδασα και στο Μακεδονικό Ωδείο Γιαννιτσών.
Και το βάφτισμα του πυρός;
Δ. Μ.: Πρώτη εμφάνιση στην πόλη μου, στο Κιλκίς από όπου και κατάγομαι. Με την υποστήριξη των φίλων μου κάποια στιγμή ανέβηκα στο πάλκο, κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή. Τον επόμενο χρόνο κατεβαίνω στην Θεσσαλονίκη και δουλεύω σε μια καινούρια τότε μουσική σκηνή. Αυτά γίνονται σε ηλικία 20-21 ετών. Το μαγαζί λεγόταν "Πουέρτο" και είναι σταθμός στην καριέρα μου γιατί διαδόθηκε στην Θεσσαλονίκη το νέο ότι ένας πιτσιρικάς τραγουδά στο μαγαζί πολύ καλά. Με αφορμή αυτήν την φήμη πολλοί περνούσαν να γνωρίσουν τον... πιτσιρικά. Μεταξύ αυτών και ο Σταμάτης Κραουνάκης, από τότε κυνηγός ταλέντων. Τον χειμώνα του 1992 με ακούει και μου προτείνει να κατεβώ στην Αθήνα και να ενταχθώ στην ομάδα τους που τότε αποτελείτο από την Άλκηστη Πρωτοψάλτη, την Λίνα Νικολακοπούλου και τον νεοφερμένο Κώστα Μακεδόνα. Ήρθα Αθήνα και άρχισε να ξεδιπλώνεται το κουβάρι.

Και το δισκογραφικό βάφτισμα;
Δ. Μ.: Το παίρνω τον Απρίλιο του 1997 με τον πρώτο προσωπικό δίσκο με τραγούδια του Κώστα Φαλκόνη και του Χρήστου Παπαδόπουλου. Αυτός ο δίσκος έχει και 3 τραγούδια του Χρήστου Νικολόπουλου αλλά πολύ γρήγορα επισκιάστηκε γιατί 6 μήνες αργότερα κυκλοφόρησε το σάουντρακ "Ψίθυροι καρδιάς" το οποίο σημείωσε τεράστια εμπορική επιτυχία και ουσιαστικά ο κόσμος ξέρει σαν ξεκίνημά μου αυτό το σάουντρακ με την υπογραφή του Χρήστου Νικολόπουλου.

Τηλεοπτική αφετηρία…
Δ. Μ.: Για μένα ήταν δισκογραφική καριέρα γιατί η τηλεόραση ήταν αφορμή να ακουστεί το τραγούδι και να αγαπηθεί γρήγορα και εύκολα...

Να περάσουμε στο κύριο θέμα: Επανεκτελέσεις τραγουδιών και το ρίσκο που κρύβουν για τον καλλιτέχνη.
Δ. Μ.: Πρέπει στις δεύτερες εκτελέσεις να προσεγγίζουμε με σεβασμό τα τραγούδια. Να μην προσβάλεις το μεγαλείο που έχει κάθε τραγούδι. Λέω ναι στην δεύτερη εκτέλεση όταν γίνεται με τον τρόπο που αναφέραμε. Είχα μια πρόσφατη εμπειρία με το «Σπασμένο καράβι», ένα single που κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο και έγινε πολύ γρήγορα χρυσό.

Αλήθεια πώς σου φαίνεται με την απόσταση κάποιου χρόνου; Επειδή είμαι ευθύς και δεν κολακεύω, εμένα δεν μου άρεσε καθόλου αυτή η εκτέλεση...
Δ. Μ.: Θα σου πω το εξής: θέλησα να δώσω ένα άλλο χρώμα σε αυτό το τραγούδι. Σίγουρα όταν κάνεις κάτι δεν μπορεί να αρέσει σε όλον τον κόσμο.

...και δεν φταις εσύ, φταίει η εξεζητημένη ηλεκτρονική ενορχήστρωση.
Δ. Μ.: Κοίταξε να δεις, εγώ πιστεύω ότι το κομμάτι αποδόθηκε με έναν άλλο τρόπο, έγινε εμπορική επιτυχία και θα κρατήσω το εξής: παιδιά 15-16 χρόνων που έρχονται στο καμαρίνι μου λένε «συγχαρητήρια για το καινούριο σας τραγούδι». Και τους εξηγώ φυσικά ότι είναι του Γιάννη Σπανού σε ποίηση Γιάννη Σκαρίμπα με πρώτο εκτελεστή τον Καράλη. Αμέσως οι νέοι ανακαλύπτουν τα μεγάλα τραγούδια παλιότερων δημιουργών. Κάνει καλό η επανεκτέλεση.

Δεν διαφωνώ με αυτά που λες, αλλά επιμένω στο «Σπασμένο καράβι» φταίει η ηλεκτρονική εκφορά της μελωδίας...
Δ. Μ.: Σέβομαι την άποψή σου και μου αρέσει να ακούω να μιλάνε στα ίσα. Αλλά η πρώτη εκτέλεση έχει μια και μοναδική γοητεία.

Αποστασιοποιήσου από την δική σου ερμηνεία στο τραγούδι που την θεωρώ έντιμη. Γιατί να βάλουμε τόσα ηλεκτρονικά μπιχλιμπίδια στο τραγούδι που αλλοιώνουν την ατμόσφαιρά του;
Δ. Μ.: Διότι η μουσική εξελίσσεται. Δεν έγινε κάτι ακραίο. Απλώς δόθηκε ένας ηλεκτρισμός στο τραγούδι που πιθανόν εκείνη την εποχή να μην υπήρχαν τα μέσα για να δοθεί.

Να μιλήσουμε τώρα για την δουλειά σου με τον Μίκη.
Δ. Μ.: Ένας δίσκος με την υπογραφή και την σφραγίδα του μεγάλου Μίκη Θεοδωράκη...

...ο οποίος μετά από 15 χρόνια ξαναμπαίνει στο στούντιο, αυτό είναι το σημαντικότερο.
Δ. Μ.: Ίσως είναι το πιο σημαντικό πράγμα που έχω καταφέρει στην καριέρα μου. Ένας δίσκος με τον Μίκη Θεοδωράκη που ο ίδιος διευθύνει και ενορχηστρώνει. Ό,τι και να πούμε εμείς για αυτές τις εκτελέσεις τον πρώτο λόγο έχει ο Μίκης Θεοδωράκης. Τα συναισθήματα είναι ανάμικτα. Είμαι πανευτυχής που έχω στις αποσκευές μου αυτόν τον δίσκο. Υπάρχει όμως η αγωνία και το άγχος, διότι πραγματικά αυτά τα τραγούδια έχουν ερμηνευθεί από πολύ μεγάλες φωνές με κορυφαίο τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, που για μένα είναι η μεγαλύτερη φωνή μαζί με τον Στέλιο Καζαντζίδη. Μοιραία γίνεται σύγκριση. Υπάρχει ωστόσο και το άλλοθι του μεγάλου συνθέτη που επιλέγει έναν καλλιτέχνη της νέας γενιάς και με όχημα αυτόν θέλει να διαδώσει την μουσική του στις νεώτερες γενιές.

Υπάρχει και το «άλλοθι» που είπε ο Μίκης στην συνέντευξη παρουσίασης του δίσκου: Αν ένα τραγούδι μείνει ειπωμένο πριν 20-30-40 χρόνια και δεν ξαναεκτελεστεί κινδυνεύει να ξεχαστεί.
Δ. Μ.: Εγώ θα προσθέσω και το άλλο, μακάρι μετά από 30 χρόνια κάποιοι νέοι τραγουδιστές να επανεκτελέσουν δικά μου τραγούδια. Έτσι διαδίδονται τα καλά τραγούδια. Επειδή υπάρχει μια στειρότητα στην εποχή μας καταφεύγουμε στα παλιά μεγάλα τραγούδια. Εφόσον αναφέρεσαι στην συνέντευξη τύπου θα θυμάσαι και το άλλο που είπε ο Μίκης ότι «έχω σταματήσει να γράφω τραγούδια και επειδή ένιωσα την ανάγκη να μπω στο στούντιο με την φωνή του Μπάση καταφύγαμε σε παλιότερο υλικό».

Περνάνε τα χρόνια... Το θετικό είναι πως ο Μίκης Θεοδωράκης στα 76 -πόσο είναι τώρα;- είναι θαλερός και μπορεί να διευθύνει ορχήστρες, να παίζει το έργο του. Να επανέλθουμε: Εσύ πώς κινείσαι ανάμεσα στην Σκύλα του δέους και την Χάρυβδη του ρίσκου για τον καλλιτέχνη;
Δ. Μ.: Θεωρώ ότι η συνεργασία με τον Μίκη Θεοδωράκη και στο στούντιο αλλά και σε εμφανίσεις, γιατί είχα την τύχη να ερμηνεύσω στο Ηρώδειο το καλοκαίρι ένα από τα πιο σημαντικά έργα του συνθέτη «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού» - θεωρώ λοιπόν ότι είναι ευλογία ένας συνθέτης σαν τον Μίκη Θεοδωράκη να κάνει δίσκο με έναν τραγουδιστή της νέας γενιάς. Εμείς δεν γνωρίσαμε τους μεγάλους συνθέτες τον Μίκη, τον Λοΐζο, τον Χατζιδάκι, όλους αυτούς. Ευτύχησα όμως να συνεργασθώ με τον Μίκη Θεοδωράκη και...

...επομένως αλλάζει αντικείμενο το δέος, είναι όχι στο τραγούδι αλλά απέναντι στον μεγάλο συνθέτη...
Δ. Μ.: Ελαφραίνει λίγο το άγχος μου το ότι είμαι επιλογή του. Ναι μεν έχω άγχος γιατί μοιραία συγκρίνεσαι με τις παλιές εκτελέσεις αλλά από την άλλη είναι επιθυμία του ίδιου του Μίκη να γίνει ο δίσκος και δεν μπορώ να θεωρήσω ότι είναι το θράσος ενός νέου τραγουδιστή που αγγίζει αυτά τα τραγούδια.

Πώς τιθασεύεις το δέος απέναντι στον μεγάλο συνθέτη;
Δ. Μ.: Όσο μεγάλος είναι στο έργο του ο Μίκης Θεοδωράκης τόσο απλός στην ζωή. Επειδή ο ίδιος ξέρει ότι θα τον αντιμετωπίσεις με δέος προσπαθεί από την πρώτη στιγμή να σου αποβάλει το άγχος. Με βοήθησε πολύ. Πάντα με σεβασμό να ασχοληθώ με την δημιουργική πλευρά του δίσκου. Κατάφερε με τη διδασκαλία του να απελευθερώσω τον εαυτό μου και να μου πάρει τα καλύτερα στοιχεία που έπρεπε για το κάθε τραγούδι.

Όταν δεν υπάρχει αυτή η «ευλογία», όταν ο τραγουδιστής δεν έχει την τύχη να συνεργασθεί με έναν μεγάλο συνθέτη;
Δ. Μ.: Από κάπου πρέπει να πάρει το μήνυμα. Εγώ με το «Σπασμένο καράβι», επειδή το παρουσίαζα στο μαγαζί σφυγμομέτρησα τις αντιδράσεις του κόσμου. Στην περίπτωση που δεν έχεις την ευλογία του μεγάλου συνθέτη πρέπει με ακόμα μεγαλύτερο σεβασμό να αντιμετωπίζεις κάθε τραγούδι που επανεκτελείς. Να μην το ...χειρουργήσεις γιατί η εκτέλεση θα είναι προσβολή και για σένα αλλά και για τον κόσμο.

Εκεί είναι και το ρίσκο για τον καλλιτέχνη.
Δ. Μ.: Τίποτα δεν γίνεται χωρίς ρίσκο. Για τις επανεκτελέσεις το επαναλαμβάνω με σεβασμό και ευλάβεια.

Το ευλάβεια να μην το εκλάβουμε ως... αραχνιασμένο μουσείο.
Δ. Μ.: Όχι φυσικά! Το ζήτημα είναι να μην κουτσουρεύουμε τα παλιά μεγάλα τραγούδια.

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να πλασαριστεί ένας νέος στη δισκογραφία και στο πάλκο;
Δ. Μ.: Εξαρτάται, είναι και πολύ εύκολο και πολύ δύσκολο. Αναλόγως αν ο τραγουδιστής που θα πει το καλημέρα στην δισκογραφία και στο κοινό του είναι ή όχι κατασκεύασμα της δισκογραφικής εταιρείας.

Είναι ζήτημα συγκυριών;
Δ. Μ.: Είναι θέμα συγκυριών... Είναι θέμα ταλέντου... Αν θέλει να ακολουθήσει τον δύσκολο δρόμο, να υπηρετήσει το καλό τραγούδι, όχι να γίνει κατασκεύασμα με ημερομηνία λήξης. Εκεί δεν είναι εύκολα τα πράγματα.

Πώς βλέπεις με την μέχρι τώρα καριέρα σου τα κατασκευάσματα των εταιρειών;
Δ. Μ.: Όλοι οι καλλιτέχνες δεν είναι κατασκευάσματα. Υπάρχουν τραγουδιστές που με οδηγό το ταλέντο, επειδή η εποχή ζητά νέο πρόσωπο, με λίγη βοήθεια της τύχης εδραιώθηκαν στον χώρο. Είναι και οι άλλοι. Λέει η εταιρεία: θα φτιάξουμε έναν τραγουδιστή με αυτές τις εμπορικές προδιαγραφές της μόδας, θα του βγάλουμε 1-2 δίσκους και άμα δούμε ότι δεν τραβάει, ετοιμάζουμε τον επόμενο με άλλες προδιαγραφές. Τα τραγούδια βγαίνουν με τρομακτική ταχύτητα, ο τραγουδιστής λέει ένα δίσκο τον χρόνο με κάποιο σουξέ που μετά τρεις μήνες κανείς δεν το θυμάται.

Δεν μπήκες ποτέ στον πειρασμό, να σκεφθείς: έλα μωρέ να πούμε 2 σουξεδάκια φτηνιάρικα να τα οικονομήσουμε και μετά βλέπουμε;
Δ. Μ.: Όχι! Είναι θέμα χαρακτήρα, είναι καθαρά θέμα παιδείας, είναι πολλά... δεν θα μπορούσα να το κάνω. Δεν θα υπηρετούσα σωστά αυτό το πράγμα. Επειδή δεν μπορώ να το υπηρετήσω σωστά δεν είναι δυνατόν να αποτελέσω κατασκεύασμα κάποιας δισκογραφικής εταιρείας. Για παράδειγμα φτιάχνουν ένα δίσκο και πριν δουν τα τραγούδια σκέφτονται το εξώφυλλο. Στην άλλη όχθη μπορεί να περάσεις και 3 χρόνια ψάχνοντας για τραγούδια.

Είναι πιο επώδυνο οπωσδήποτε.
Δ. Μ.: Ναι, αλλά τουλάχιστον αφήνεις κάτι πίσω σου.

Οι τραγουδιστές δεν γράφετε τραγούδια. Ένα κατασκεύασμα εταιρείας φροντίζει αυτή πριν απ΄ αυτόν για αυτόν. Για σας ποιος... σκέφτεται; Δεν είναι μεγάλο άγχος;
Δ. Μ.: Σίγουρα είναι μεγάλο άγχος. Δεν υπάρχουν οι παλιοί μεγάλοι δημιουργοί που έβγαζαν τραγούδια. Επίσης μεγάλος ο πληθωρισμός. Βγαίνουν περίπου 2.000 δίσκοι τον χρόνο πολλαπλασίασέ το με το 12 ή το 14 και έχεις έναν αστρονομικό αριθμό τραγουδιών. Πώς θα βρεθούν; Ας μη γελιόμαστε, δεν είναι τόσο ρομαντικά τα πράγματα.

Πώς λοιπόν ο Δημήτρης Μπάσης σε μια μη ρομαντική εποχή προσπαθεί να εκφράσει τον ρομαντισμό του μέσα από το τραγούδι;
Δ. Μ.: Υπάρχει κατά βάθος φως στο τούνελ. Δεν μπορώ να το δω έτσι ψυχρά και εμπορικά. Υπάρχει ο ρομαντισμός να κάνουμε κάτι και εμείς που πρώτα θα το αγαπήσουμε οι ίδιοι και μετά ο κόσμος, κάτι να μείνει στην ζωή. Το προσπαθούμε. Πάντα με τραγούδια που αγγίζουν την ψυχή μας, που έχουν πρώτα να πουν κάτι σε μένα, γιατί, πιστεύω, ότι έτσι θα μιλήσουν και στον κόσμο.

Πώς βλέπεις το τραγούδι σήμερα; Όλα μας φταίνε;
Δ. Μ.: Ακούω από μερικούς φίλους και συναδέλφους μια κινδυνολογία για το τραγούδι που έφτασε στο χείλος του γκρεμού. Καθόλου δεν συμφωνώ. Δεν ζούμε σε χρυσή εποχή με τα μεγάλα τραγούδια. Είμαι αισιόδοξος μέσα σε αυτόν τον χαμό. Υπάρχουν καλά τραγούδια που αργούν να έλθουν στην επιφάνεια. Βγαίνουν νέοι αξιόλογοι συνθέτες, στιχουργοί, τραγουδιστές. Πολύ σύντομα, πιστεύω, θα περάσουμε σε καλές μέρες για το τραγούδι. Εκείνο που λέω πολλές φορές στον κόσμο είναι: Υπάρχουν και πολύ καλά τραγούδια. Ανακαλύψτε τα!

Έστω και σε εποχή κρίσης και υποβάθμισης των αξιών;
Δ. Μ.: Μπορεί να υπάρχει η κρίση αλλά όταν η εποχή γεννήσει μεγάλα ταλέντα είναι δυνατόν να καπελωθούν από την κρίση;

Αλλά πάλι και η κρίση θέλει έκφραση και απαντοχή.
Δ. Μ.: Πάντα το τραγούδι έπαιζε και παίζει αυτόν τον ρόλο. Εκεί είναι η μαγεία και η ομορφιά του λαϊκού μας τραγουδιού.

06 Νοεμβρίου 2010

Ο Περικλής Κοροβέσης για το ΜΕΤΡΟΝΟΜΟ


O Mετρονόμος

του Περικλή Κοροβέση

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, δύο φοιτητές, φίλοι και συγκάτοικοι στη Θεσσαλονίκη, συζητούσαν για την έκδοση ενός περιοδικού για την ελληνική μουσική. Ήταν ο Θανάσης Συλιβός και ο Νίκος Μακροδήμος. Η ιδέα ήταν συναρπαστική, αλλά η γνώση τους για περιοδικά περιορισμένη. Στην παρέα προστέθηκε και ο Δημοσθένης Οικονομίδης και η Ευαγγελία Ακρίβου που ήταν γραφίστες. Και έτσι τον Ιανουάριο του 2001, εμφανίζεται το περιοδικό «Μετρονόμος» με 28 σελίδες. Καθαρή η σύλληψη του περιοδικού από την αρχή, καλός ο σχεδιασμός των σελίδων και από το πρώτο τεύχος του περιοδικού εξασφαλίζονται οι υπογραφές του Ηλία Βολιότη-Καπετανάκη και του Ηλία Κατσούλη. Στην πορεία το περιοδικό απέκτησε φίλους και η αρχική παρέα μεγάλωσε. Σήμερα ο «Μετρονόμος» γίνεται ένα συλλεκτικό περιοδικό και γιόρτασε τα πέντε του χρόνια.

Το περιοδικό αυτό το παρακολουθούσα σχεδόν από την αρχή, λίγα ονόματα ήξερα από τους συντάκτες του και απορούσα ποια να ήταν αυτή η ομάδα που είχε τόση αγάπη και γνώση για την ελληνική μουσική. Δεν ανήκαν στους γνωστούς ρεμπετολόγους της καριέρας και των ανταγωνισμών και η γραφή τους ήταν ψύχραιμη και χαμηλών τόνων. Μέχρι που γνώρισα τον Θανάση Συλιβό στη Γιορτή της «Εποχής» να πουλάει τον «Μετρονόμο» σ’ ένα πάγκο. Το περιοδικό δεν έδειχνε ποτέ πλούσιο. Αλλά όπως και να το κάνουμε δεν φανταζόμουνα πως ο εκδότης και διευθυντής του περιοδικού, θα ήταν και ο πουλητής του.

Ήταν η επαλήθευση της σαββοπουλικής ρήσης «Ιστορία κάνουν οι παρέες». Το περιοδικό μπορεί να εμφανίζεται σα μουσικό έντυπο που ερευνά και μελετά την ελληνική μουσική αλλά είναι κάτι παραπάνω. Είναι ταυτόχρονα και πολιτικό και ιστορικό. Και κατά κάποιο τρόπο, ένας καταγραφέας του προφορικού λόγου. Σε κάθε τεύχος του περιοδικού, υπάρχουν μεγάλες συνεντεύξεις από παλιούς ρεμπέτες ή ρεμπέτισσες (όσοι ζούσαν ακόμα) ή από τα παιδιά τους. Ο λόγος τους είναι λαϊκός και τα βιώματά τους πλούσια και συγκλονιστικά. Σχεδόν ολόκληρος ο εικοστός αιώνας, από μνήμες των προηγούμενων γενιών περνάει στον προφορικό λόγο και γίνεται η μικροϊστορία που καταγράφει μεγάλα γεγονότα όπως Μικρασιατική Καταστροφή, πόλεμο, πείνα, κατοχή, εμφύλιος. Υπεύθυνος για τις πιο πολλές καταγραφές – συνεντεύξεις είναι ο Ηλίας Βολιότης – Καπετανάκης που πρόσφατα εξέδωσε το βιβλίο «Μάγκες αλήστου εποχής» (Εκδόσεις Μετρονόμος) που περιέχει 24 ρεμπέτικα πορτρέτα (στο βιβλίο αυτό θα επανέλθουμε.)

Το περιοδικό έχει πλούσιο φωτογραφικό υλικό που προέρχεται συνήθως από το οικογενειακό άλμπουμ της οικογένειας του ρεμπέτη ή της ρεμπέτισσας. Και θα ήταν πλουσιότερο αν δεν είχε περάσει ο Ηλίας Πετρόπουλος που το περισυνέλεξε και δεν το επέστρεψε ποτέ. Τον είχαν κατηγορήσει γι’ αυτό και του έδωσαν τη ρετσινιά του κλέφτη. Ο ίδιος ο Πετρόπουλος μου είχε πει πως τις διέσωσε. Όλες οι φωτογραφίες έχουν δημοσιευτεί και οι φωτογραφίες έχουν κατατεθεί στη Γεννάδιο Βιβλιοθήκη και είναι προσιτές σε κάθε ερευνητή. Την εποχή που αυτός μάζευε αυτό το υλικό, δεν ενδιαφερόταν κανένας. Αυτό υποστήριζε ο Πετρόπουλος, ο ίδιος δεν μπορεί να μιλήσει πια, μεταφέρω τα λόγια του.

Σε κάθε χώρα της Ευρώπης υπάρχει και ένα Κέντρο Έρευνας και Διάσωσης του Λαϊκού Πολιτισμού και συντονίζεται σ’ ευρωπαϊκό επίπεδο. Υπάρχουν γι’ αυτό και χρήματα από την ΕΕ. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει κανένα. Και όσες φορές πάρθηκε μια ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για τη δημιουργία ενός τέτοιου κέντρου, έπεσε στο κενό. Είτε δεν βρέθηκε ο κατάλληλος άνθρωπος, είτε ήταν τέτοιοι οι ανταγωνισμοί μεταξύ των συλλεκτών-ερευνητών που δεν μπόρεσε να γίνει τίποτα. Και φτάνουμε στο εξής παράδοξο. Να γίνονται ντοκτορά για τα ρεμπέτικα με υποτροφίες από ξένα πανεπιστήμια (η Μπάσμα, Μαροκινο-Γαλλίδα τέλειωσε ένα ντοκτορά για τα Σμυρναίικα), ενώ σε μας η έρευνα είναι στον πατριωτισμό του καθενός που αγαπάει την παραδοσιακή μας μουσική και την κάνει συχνά με θυσίες. Να σκεφτούμε μονάχα τους συλλέκτες δίσκων 78 στροφών.

05 Νοεμβρίου 2010

«Το Ταγκό της Κρίσης» στις 9 Νοεμβρίου


Ποιος φταίει για την κρίση; Τι είναι η κρίση; Κρίση είναι όταν... δεν ξέρω κυρία...

Φταίνε οι πολιτικοί; Φταίει που οι Έλληνες είναι καλοπερασάκηδες; Φταίει ότι τρώγαμε πολύ; Η ανυπακοή φταίει!!! Οι απεργοί, οι απεργοί φταίνε!!! Φταίει ο Βελζεβούλ!! Ά ρε Έλληνα..!!! Ορίστε τώρα...

Την Τρίτη, 9 Νοεμβρίου, «Το Ταγκό της Κρίσης» παρουσιάζεται για μία και μόνο παράσταση στο ΡΥΘΜΟΣ STAGE. Ένας θίασος 11 νέων μουσικών, ηθοποιών και video artists, από Ελλάδα και Αγγλία συμπράττουν για να παρουσιάσουν το πρώτο πολιτικό μιούζικαλ μετά τη μεταπολίτευση.

Λιμπρέτο: Φάνης Μαργαρώνης, Μουσική: Χρήστος Χατζησπύρου, Σκηνοθεσία: Θανάσης Χουλιαράς, Videos: Αλέξανδρος Παπαθανασίου

Συμμετέχουν: Βίκυ Αναστασίου, Θανάσης Χουλιαράς, Κώστας Κόγιος, Χρήστος Δαλιάνης, Γιώργος Θεοφάνους, Γιώργος Παύλου, Κώστας Μπέχλος, Μάκης Κρέτσης, Αλέξανδρος Παπαθανασίου, Φάνης Μαργαρώνης, Χρήστος Χατζησπύρου.

Ώρα έναρξης: 22.30, Είσοδος με ποτό: 12€, Τηλέφωνο κρατήσεων: 210 9750060
ΡΥΘΜΟΣ STAGE, Μαρίνου Αντύπα 38, Ηλιούπολη.

04 Νοεμβρίου 2010

Ηλίας Βολιότης - Καπετανάκης: "Μάγκες Αλήστου Εποχής - 24 'Ρεμπέτικα' Πορτρέτα"

Ηλίας Βολιότης – Καπετενάκης

ΜΑΓΚΕΣ ΑΛΗΣΤΟΥ ΕΠΟΧΗΣ
24 «ρεμπέτικα» πορτρέτα

«Μάγκες Αλήστου Εποχής» είναι ο τίτλος του καινούριου βιβλίου του δημοσιογράφου και συγγραφέα Ηλία Βολιότη - Καπετανάκη ο οποίος με τον δικό του τρόπο συνεχίζει να μας ταξιδεύει στον μοναδικής ομορφιάς κόσμο της ελληνικής λαϊκής μουσικής. Μια γλαφυρή «κινηματογραφική ταινία» όπου παρελαύνουν δημιουργοί, έργα, κοινωνικές συνθήκες, ολόκληρη, αλησμόνητη εποχή, όχι σαν μουσειακή αναπόληση, αλλά με το πρίσμα της σύγχρονης αναζήτησης - ψυχαγωγίας: Πώς οι Μεγάλοι Παλιοί και η διαχρονική τους μελωδική κληρονομιά μπορούν να δίνουν απαντοχή και στα τωρινά μας βάσανα που δεν είναι λίγα, παρά την λαμπερή καταναλωτική βιτρίνα. Πώς θα γίνουν αφετηρία για τις δικές μας εμπνεύσεις που ασφυκτικά συμπιέζονται στον βάλτο με τα πλαστικά είδωλα, αλλά ολοένα πιο συχνά ζητούν διέξοδο και νέα έκφραση.

Είκοσι τέσσερα «ρεμπέτικα» πορτρέτα, όσα και τα ελληνικά γράμματα. Το ζηλευτό αλφάβητο της λαϊκής ελληνικής μουσικής. Σκόρπια, ευτυχώς όχι λίγα, συναπαντήματα με σκονισμένες αλλοτινές εικόνες, κάδρα με πρόσωπα θρυλικά μα τόσο άγνωστα στον πλατύ κοινό. «Μάγκες Αλήστου Εποχής» που μας γαλούχησαν με τραγούδια, προίκισαν τον κόσμο ολόκληρο με το πιο όμορφο στον 20ο αιώνα έργο μελωδικού πολιτισμού. Σπονδή στην μνήμη όσων τ’ άσματα είναι πάντα στα χείλη, κυρίως στην καρδιά μας μα πέπλο λήθης σκέπασε τον βίο και την πολιτεία τους. Λες και έζησαν σε αρχαίο κι όχι σύγχρονο καιρό.

Σημειώνει χαρακτηριστικά στον πρόλογο του βιβλίου ο συγγραφέας: «Πρωτόπαιχτες μονογραφίες με τον δοκιμασμένο τρόπο της αδρής αφήγησης που φέρνει την αμεσότερη μέθεξη. Στοχεύουν το ταξίδι σε γκαστρωμένα χρόνια που τα αιώνιά τους παιδιά είναι πλοίο για να μην πνιγούμε στο λαμπερό τίποτα, κατάρτι να ανοίξουμε και τα δικά μας πανιά στην φουσκοθαλασσιά της κοινωνίας και της τέχνης. Εικόνες θα…δείτε όχι αγιογραφίες, σε περίοδο που είναι πληγή τα ποικίλα λευκώματα με τις μεταχρονολογημένες αποθεώσεις. Σάρκινες προσωπικότητες, όχι εικονική πραγματικότητα. Με τις αδυναμίες τους κυρίως, γιατί όσο μεγαλύτερα πάθη και κουσούρια τόσο πιο ωραίο, διαχρονικό έργο, αρκεί το μοναδικό ταλέντο να τα γονιμοποιεί. Ό,τι σπανίζει σήμερα;»

Φέτος γιορτάζουμε τα 100 χρόνια από την γέννηση του Μάρκου Βαμβακάρη, διόλου τυχαία λοιπόν το βιβλίο ξεκινά με τον Μεγάλο Συριανό, περιήγηση στην γενέτειρά του και αφήγηση του γιου του Στέλιου για το πώς ο πατέρας του με το μπουζούκι του ζωγράφιζε τους πίνακες της ζωής του. Πρωτοδημοσίευτα στοιχεία για άλλους μερακλήδες που άλλαξαν την πορεία της λαϊκής μας μουσικής: Ανέστος Δελιάς, Στράτος Παγιουμτζής, Γιώργος Κάβουρας, Βαγγέλης Παπάζογλου, μέσα από τις αφηγήσεις των δικών τους ανθρώπων. Οι τελευταίες συναυλίες του Γιώργου Θεολογίτη-Κατσαρού. Αποκαλυπτικά κείμενα για την «Συννεφιασμένη Κυριακή» του Βασίλη Τσιτσάνη και για τις μελωδικές μεταλλάξεις του Απόστολου Καλδάρα.

Μοναδικοί τραγουδιστές: Πρόδρομος Τσαουσάκης, Στέλλα Χασκίλ, Γιάννης Μπερνιδάκης-Μπαξεβάνης, Κώστας Χατζηχρήστος- Τσανάκος, και σήμερα τραγούδια που σφράγισαν με την φωνή τους παίζονται στα πάλκα, ψυχαγωγούν τις παρέες μα ελάχιστα ξέρουμε για αυτούς. Ο θρυλικός λυράρης Ανδρέας Ροδινός και ο σύντεκνός του Στέλιος Φουσταλιέρης. Ο ευπατρίδης του «ρεμπέτικου» Γιώργος Μητσάκης, οι «ξεχασμένοι» Κώστας Κανούλας, Σταύρος Παντελίδης, Τόλης Εσδράς. Οικογένειες μουσικών που χάραξαν με το παίξιμό τους την πορεία του τραγουδιού όπως ο Μανώλης και η Ευαγγελία Μαργαρώνη. Ο τρυφερός…καϊξής Απόστολος Χατζηχρήστος και το βιολί του «ρεμπέτικου» Δημήτρης Σέμσης-Σαλονικιός. Ο Σπύρος Καλφόπουλος το τελευταίο άστρο πριν το ινδικό σκοτάδι και ο σαρκαστικός Χοντρο - Νάκος.

Δεν θα μπορούσαν να λείψουν τα μεράκια από την ιδιαίτερη πατρίδα του συγγραφέα. Το θρυλικό κρασοπουλειό «Η Σκάλα» του Μιλάνου στον Βόλο, το παλιότερο λαϊκό ψυχαγωγείο της Ελλάδας. Εκατόν είκοσι πέντε χρόνια ζωής, μαζί με τον πρόγονό του στην Πορταριά του Πηλίου κι ακόμα διασκεδάζει τους χαροκόπους! Σαν επίμετρο, οι «Μάγκες Αλήστου Εποχής» κλείνουν με μια ακόμα πρωτότυπη μονογραφία: Γιώργος Κοντογεωργίου, ο πιονιέρος που κατασκεύασε το πρώτο ραδιόφωνο στην χώρα μας καθώς επίσης και τον πρώτο ελληνικό ραδιοφωνικό σταθμό.

Όταν η δημοσιογραφία παντρεύεται με το μεράκι για την έρευνα, προπαντός την μέθεξη στο παλιό που γλυκαίνει το σκληρό σήμερα και μπορεί να δίνει τα φώτα του για το αβέβαιο αύριο, γεννιούνται έργα σαν τους «Μάγκες Αλήστου Εποχής». Πρόσκληση για ένα όμορφο ταξίδι, ιδιαίτερα προς τους νέους που θέλουν να γνωρίσουν το «ρεμπέτικο» τραγούδι και την εποχή του. Αναζητούν και σήμερα αστείρευτες πηγές έμπνευσης…
Αθήνα, Εκδόσεις ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ

02 Νοεμβρίου 2010

Συνέντευξη της Μελίνας Κανά στο "Μετρονόμο" (τεύχος 3, 2001)

Μελίνα Κανά

«...το τραγούδι σαν πνοή»

του Ηλία Βολιότη - Καπετανάκη
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ, τεύχος 3, 2001)

Μια ωριαία εκπομπή είναι η συνέντευξη της Μελίνας Κανά για τον καινούριο της δίσκο. Αυτό ήταν το πρόσχημα για να γνωριστούμε στο Μουσικό Σεργιάνι της ΕΡΑ-5 με τον απόδημο Ελληνισμό, την Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου, αλλά και σήμερα με τους αναγνώστες του Μετρονόμου. Το επισημαίνουμε εξ αρχής, γιατί όσο κι αν προσπαθήσαμε να μεταφέρουμε στο χαρτί μια «άλλη»... παγωμένη δημοσιογραφική συνέντευξη, αβίαστα αναδύετο ο ραδιοφωνικός λόγος που προϋποθέτει σε 2-3 σημεία και τα τραγούδια που ακούγαμε και σχολιάζαμε. Τον απομαγνητοφωνήσαμε λοιπόν αυτολεξεί προσπαθώντας να διαφυλάξουμε την αμεσότητα της επικοινωνίας, το γόνιμο, πιστεύουμε, διάλογο αλλά και την ωραία αίσθηση για τον τρόπο ερμηνείας στη σημερινή μουσική σκηνή. Δεν ξέρω αν είναι θέμα ...χημείας, αλλά χαίρεσαι αληθινά να συζητάς με ορισμένους καλλιτέχνες της νέας γενιάς. Μετά από 25 χρόνια θητείας και κυρίως στον τηλεοπτικό βόθρο που μας περιτριγυρίζει, νιώθεις ότι αυτό το επάγγελμα έχει ακόμα αποθέματα φαιάς ουσίας, αισθητικής και κυρίως ανθρώπινης επαφής. Φίλοι ακροατές (συγνώμη, αναγνώστες) είμαστε ήδη στον ραδιοθάλαμο με δυο όμορφες κυρίες, μέσα, η πρώτη προσπαθεί να ντύσει με λέξεις στιγμές καλλιτεχνικής δημιουργίας και έξω η κόρη της, η μικρή Βιργινία, μάλλον προτιμά να παίζει με τους τεχνικούς...

Δυο- τρεις βιογραφικοί σταθμοί για αυτούς που μας ακούνε σ' όλο τον κόσμο (σ.σ. και θα μας διαβάσουν στο Μετρονόμο).
Μελίνα Κανά: Ξεκίνησα στη Θεσσαλονίκη σε μια μπουάτ, ήμουν τότε φοιτήτρια της Φιλοσοφικής, πριν 12-13 χρόνια, εκεί γνώρισα το Νίκο Παπάζογλου ο οποίος ήταν η πρώτη σημαντική γνωριμία, με έβαλε στη δική του μουσική παρέα και με πήρε μαζί του σε μια καλοκαιρινή περιοδεία. Εκεί γνώρισα και το Σωκράτη Μάλαμα και συνεργάσθηκα μαζί του. Ο πρώτος μου δίσκος, που θεωρώ ότι είναι και το πρώτο μου αξιόλογο βήμα ήταν με το Νίκο Μαμαγκάκη, τα Μυστικά τραγούδια.

Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Μια καλή αρχή προδιαθέτει για μια σημαντική πορεία.
Μ.Κ.: Σαφώς. Μετά συνεργάστηκα με τους Θανάση Παπακωνσταντίνου, Πέτρο Δουρδουμπάκη, Θόδωρο Παπαδόπουλο, Στάμο Σέμση και άλλους...

Με όλη την γενιά των καινούριων δημιουργών, φοβάμαι μην παραλείψουμε κάποιον.
Μ.Κ.: ...καταλήγουμε στο τελευταίο cd, που είναι όλοι οι δημιουργοί καινούριοι, εκτός από τον Κώστα Παρίση που τον ξέρει κόσμος από τα «Υπόγεια Ρεύματα».

Πριν περάσουμε στη νέα σου δουλειά. Αν κοιτούσες νοσταλγικά πίσω τι θα έλεγες με τρεις κουβέντες κάνοντας έναν απολογισμό;
Μ.Κ.: Αν έκρινα τον δρόμο που έχω διανύσει; Δε θα 'λεγα ευτυχώς που δεν πάθαμε και τίποτα! Ωραία! Ωραία είναι τα πράγματα! Ωραίες στιγμές, έντονες! Πολύ ενδιαφέρουσες γνωριμίες και πρώτα απ' όλα πολύ... πολύ όμορφα τραγούδια. Όμορφες νύχτες, συναυλίες, άγχος πολύ, αβεβαιότητα... Βλέπεις ότι δεν μπορώ να πω τα πράγματα με τρεις λέξεις.

Η αβεβαιότητα, άραγε, και το άγχος ξεπληρώνονται από τις όμορφες στιγμές, ή όταν τα πράγματα έχουν ευτυχές τέλος ξεχνιούνται η ταλαιπωρία και το άγχος;
Μ.Κ.: Ε! Υπάρχουν και στιγμές που το βάρος αυτού του άγχους δε μετράει μπροστά στη χαρά της στιγμής, αλλά νομίζω ότι είναι κάτι που επανέρχεται. Αν δε το δεχτείς αυτό, ότι είναι ένας κύκλος, θα ησυχάσεις, θα ξαναγχωθείς, θα πάρεις πάλι τ' απάνω σου και θα ξαναπροσπαθήσεις, θα φθάσεις σ' ένα επίπεδο. Γιατί είναι ελεύθερος ο χώρος δεν έχει νόμους.

Πόσο οι σημερινοί καλλιτέχνες χαίρονται την κάθε στιγμή που πετάει και χάνεται; Και λέω οι σημερινοί καλλιτέχνες, γιατί το τραγούδι και γενικά η ζωή μας έχασε το αυθόρμητο, το ρομαντισμό, έχει τυποποιηθεί πια.
Μ.Κ.: Αυτό κατ' αναλογία με τις συνθήκες της εποχής, σίγουρα το τραγούδι έχει χάσει λίγη από την μαγεία και την αμεσότητα. Θυμήθηκα τώρα μια ρήση του συγχωρεμένου Στέλιου Καζαντζίδη. Τα πράγματα για μας έχουν χαλάσει -είχε πει- γιατί θυμόταν το κοινό και τις καταστάσεις στα μαγαζιά στα δικά του τα χρόνια. Ήταν πιο ζεστά και σε οδηγούσε αυτό σε μια κατάσταση... -πώς να το πούμε;- μουσικής έκστασης, μια υπερδιέγερσης του συναισθήματος;

Κάνει ιδιαίτερη προσπάθεια σήμερα ο καλλιτέχνης για να επικοινωνήσει με το κοινό του;
Μ.Κ.: Όχι! Ήθελα να πω, συνεχίζοντας, ότι παρόλα αυτά, παρότι η εποχή είναι τεχνολογική και πιο δύσκολη στην επικοινωνία, το τραγούδι πάντα θα είναι ένας χώρος που θα συναντιούνται οι άνθρωποι. Η... νιρβάνα και ...η χημεία

Καινούριος δίσκος, νέες συνεργασίες, να πούμε για την ιστορία των τραγουδιών;
Μ.Κ.: Σου έλεγα πριν που δεν ήμασταν στον αέρα, ότι για μένα το σημαντικό είναι να μην κάνω κάτι που θα θυμίσει τον ήχο της προηγούμενης δουλειάς για να πατήσω στην ήδη επιτυχία. Σαφώς θέλω να έχω μια συνέπεια σ' αυτό που κάνω, αλλά για μένα η συνέπεια επικεντρώνεται αλλού, όχι αν θα είναι ο ήχος ηλεκτρικός ή φυσικός, αυτό έχει να κάνει με άλλα πράγματα. Αυτό που αναζητώ είναι να έχω κάθε φορά κάτι να με κουνήσει, κάτι να με ξυπνήσει, γιατί υπάρχουν διαστήματα που πέφτω-πώς να το πω; - πέφτω σε αισθητική νιρβάνα. Δε με κεντρίζει τίποτα. Αυτά τα τραγούδια λοιπόν, ήρθαν μέσ' τα χρόνια, σε διαφορετική χρονική στιγμή το καθένα, και τα κράτησα. Τα διάλεξα δηλαδή από τους δημιουργούς τους και το πρώτο μέλημα ήταν να βρω έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να τα κάνει ομάδα.

Τραγούδια που τα διάλεξες εσύ κατά καιρούς; Σε διέκοψα, όμως,...
Μ.Κ.: Ναι, και αυτός ο άνθρωπος ήταν ο Κώστας Παρίσης που ανέλαβε να συνεργασθεί με τους δημιουργούς των τραγουδιών και με μένα ώστε να μπορέσουμε να έχουμε αυτόν το δίσκο. Έτσι λοιπόν, το ηχητικό αποτέλεσμα είναι η ιδέα που δημιουργήθηκε στον Κώστα όταν άκουσε αυτά τα τραγούδια.

Εννοείς δηλαδή ότι αυτά τα διαφορετικά ύφη, η ποικιλία να έχουν κοινό παρανομαστή ώστε να αποτελέσουν ένα δίσκο...
Μ.Κ.: Ένα σύνολο, αλλά το άλλο μέλημα ήταν να μη χαθεί η προσωπικότητα του κάθε δημιουργού, γιατί μιλάμε για διαφορετικές μουσικές κατευθύνσεις. Παρόλα αυτά γνώριζα τους δημιουργούς, ήμουνα φίλη με αυτά τα παιδιά και αυτό ήταν κάτι που με έβαλε πολύ μέσα στη δουλειά. Με απασχολούσε πάρα πολύ τι θα γίνει, τι αποτέλεσμα θα υπάρξει.

Πριν μπούμε στο στούντιο έκανες λόγο για την ιστορία των τραγουδιών, εννοούσες μια ιστορία για το καθένα;
Μ.Κ.: Α! Εννοούσα τα δυο a capella που έχω συμπεριλάβει. Λέω δυο δημοτικά τραγούδια, το ένα είναι κρητικό και το άλλο του Αρχάγγελου της Ρόδου. Αυτά τα τραγούδια τα έλεγα στις συναυλίες, στο τέλος του προγράμματος. Ο κόσμος τα έμαθε σιγά-σιγά και μου τα ζητούσε. Εγώ δεν ήθελα όμως να τα βάλω σε μια δουλειά, όπου να πω ότι τώρα κάνω δημοτικά και να παρουσιάσω την δική μου άποψή για τη δημοτική μουσική. Δεν ήθελα να το κάνω αυτό. Ήθελα να μείνουν έτσι, προσωπική προσφορά στον κόσμο χωρίς πρόγραμμα, χωρίς ορχήστρα, χωρίς άποψη. Τα έβαλα έτσι στο cd.

Άλλο κεφάλαιο, έθεσες εσύ το θέμα προς συζήτηση. Οι σχέσεις συνθέτη, στιχουργού και τραγουδιστή. Όχι μόνο σ' αυτόν τον δίσκο, που ήταν τραγούδια που εσύ τα είχες κατά νου και έπρεπε να δέσουν μεταξύ τους, αλλά ποιος επιλέγει ποιον και με ποια κριτήρια; Όταν εσύ λες θα κάνω δίσκο βγαίνεις στη γύρα για συνθέτες και στιχουργούς; Όταν ένας συνθέτης θέλει να κάνει δίσκο ψάχνει για στιχουργό και τραγουδιστή; Όταν ένας στιχουργός έχει κάποιους στίχους λέει: Α, να βρω ένα συνθέτη και ένα τραγουδιστή;
Μ.Κ.: Νομίζω ότι γίνονται όλα αυτά, ανάλογα με την περίπτωση. Εμένα μου συνέβησαν τα δυο πρώτα μέχρι τώρα. Υπήρξαν δημιουργοί που με καλέσανε να τραγουδήσω ένα υλικό ήδη φτιαγμένο, ή εν πάση περιπτώσει έτοιμο κατά 70%. Έτσι γίνανε οι δουλειές με το Θανάση Παπακωνσταντίνου, με το Σωκράτη Μάλαμα και με το Σέμση, όπως υπήρξαν και περιπτώσεις που εγώ αναζήτησα υλικό και απευθύνθηκα σε κάποιους δημιουργούς, ή μέσ' τα χρόνια με βρίσκουν άνθρωποι και μου λένε: έχω μια κασέτα με τραγούδια, θες ν' ακούσεις; Ναι. Και τα κρατάω ανάλογα με τη χρονική φάση που βρίσκομαι, αν θα κάνω σύντομα δίσκο ή όχι. Κάποια από τα τραγούδια του νέου δίσκου τα είχα στο συρτάρι τρία χρόνια. Στο συρτάρι... όχι στο δικό μου το συρτάρι... Είχα πει στους ανθρώπους αυτούς, ότι ξέρεις Νίκο Πλάτανε, εγώ θέλω να το πω αυτό το τραγούδι, μην το δώσεις σε παρακαλώ, δε θα κάνω δίσκο τώρα, θα κάνω σε ένα χρόνο ή σε δύο. Το κλείνω δηλαδή όταν μ' αρέσει.

Το καπαρώνεις έγκαιρα. Ποιο είναι το πιο αποδοτικό για τον τραγουδιστή, για σένα, το να ψάχνεις εσύ ή το να σε ψάχνουν οι άλλοι;
Μ.Κ.: Δε θα έλεγα ότι το ένα είναι πιο αποδοτικό από το άλλο. Και τα δυο. Το υλικό, δηλαδή τα ίδια τα τραγούδια, είναι που σε κάνουν να αποδίδεις ή να μην αποδίδεις...

Το υλικό και η συγκυρία, προφανώς, αυτό που λέμε με μια λέξη του συρμού, η ...χημεία.
Μ.Κ.: Βεβαίως είναι ένα πράγμα πολύ σημαντικό.

Αλήθεια, πώς βρίσκει τη ...χημεία ο τραγουδιστής, ο συνθέτης και ο στιχουργός, με δεδομένα ότι σήμερα κυκλοφορεί πολύ ψώνιο στην πιάτσα, οι δισκογραφικές εταιρείες έχουν τη λογική να βγάλουμε όπως - όπως να πουλήσουμε και υπάρχει πληθωρισμός, κάθε δίσκος έχει 12-15 τραγούδια;
Μ.Κ.: Κατ' αρχήν η ...χημεία είναι σαν τον ίσκιο μας, όταν πάμε να την... πιάσουμε φεύγει μακριά και χάνεται. Άρα είναι κάτι που προκύπτει, χωρίς να μπορείς να το προγραμματίσεις. Είναι περισσότερο θέμα ενστίκτου, θα έλεγα. Μετά αυτό καλλιεργείται. Δηλαδή καλλιεργείται η σχέση πια που έχει να κάνει με την κοινή αισθητική, με κάποιες διαφωνίες ή συμφωνίες ιδεολογικού ή κοινωνικού περιεχομένου. Αυτά καθορίζουν και τη δημιουργία. Οπότε αν βρεις κοινούς παρανομαστές σ' αυτά μετά τα άλλα ρυθμίζονται, νομίζω.

Το κριτήριο είναι αυτό που λέμε να σου κάνει "κλικ".
Μ.Κ.: Ναι αυτό είναι το κλικ. Θεωρώ δηλαδή ότι είναι κάποιοι χώροι που συμφωνούμε εμείς οι δυο και μπορούμε να ανταλλάξουμε απόψεις, να συμφωνήσουμε ή να διαφωνήσουμε. Αυτό, και επίσης μου είσαι ευχάριστος να σε συναναστραφώ. Δε σε βλέπω και... απλά και ανθρώπινα πράγματα δηλαδή.

Πάμε ν' ακούσουμε τα επόμενο τραγούδι, σπονδή στις κοινές φιλολογικές μας σπουδές. Πώς ο Νίκος Πλάτανος μελοποίησε, φαντάζομαι και δικό σου αγαπημένο ποίημα, γιατί για τη «Λυπημένη» και για τα πρώιμα ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη, είχα κάνει και στη φιλοσοφική σχολή μια υποτυπώδη εργασία. (Ακούγεται η «Λυπημένη»).

Λέω να μην το αναλύσουμε, για να μη φάμε την ώρα, είναι συγκλονιστικό ποίημα.
Μ.Κ.: Πάρα πολύ καλό και απλό στην διατύπωσή του.

Η μελοποίηση έχει ή δεν έχει πετύχει, διαλέγει ο ακροατής αυτό (και ο αναγνώστης) στο βαθύ νόημα του ποιήματος υπάρχει μια ελαφρά μελωδική νύξη...
Μ.Κ.: Ναι δεν έχει καθίσει πάνω στο στίχο, δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, καπελώσει το στίχο, είναι μια πολύ απλή μελωδία, σχεδόν παιδική, η οποία όμως είναι και πεντακάθαρη ελληνική και αυτό είναι το συγκινητικό, θα έλεγα.

Θα μπορούσε να πει κανείς πολλά, τέλος πάντων... Επιστρέφουμε... Ερμηνεύεις ρόλους στο τραγούδι;
Μ.Κ.: Πολλές φορές ναι.

Θέλω να μου το εξηγήσεις αυτό. Οι γνώμες διίστανται. Άλλοι συνάδελφοί σου λένε ότι ερμηνεύουν ρόλους και άλλοι ότι απλώς προσεγγίζουν με την δική τους προσωπικότητα το κάθε τραγούδι. Εσύ;
Μ.Κ.: Νομίζω ότι κάνω και ένα τρίτο, δηλαδή στέκομαι έξω από το τραγούδι. Αυτό που εγώ θεωρώ πιο ουσιαστικό είναι ότι, αφού χρησιμοποιήσω τους ρόλους για να το κατανοήσω και αφού χρησιμοποιήσω τη προσωπική μου άποψη για να το ερμηνεύσω με τον δικό μου κώδικα, το επόμενο βήμα είναι να αποστασιοποιηθώ εντελώς, δηλαδή να φύγω από το τραγούδι, να είναι μόνο η φωνή που το υπηρετεί.

Στο πάλκο δεν ερμηνεύεις το ρόλο;
Μ.Κ.: Αυτό είπα. Όχι πάντα. Άλλες φορές προσεγγίζω το τραγούδι μέσα από τον ρόλο. Αυτό είναι ένα πρώτο στάδιο γνωριμίας. Αν υποθέσουμε ότι το τραγούδι περιέχει μια ιστορία, διαλέγεις το πρόσωπο που θέλεις να προβάλεις μέσα από την ερμηνεία, για παράδειγμα παίζεις το ρόλο της πληγωμένης ή της ερωτευμένης γυναίκας, του επαναστάτη, ή το θύμα της κοινωνίας ή οτιδήποτε. Αυτό συμβαίνει σε ένα πρώτο επίπεδο.

Όταν φοράς ακουστικά και γράφεις στο στούντιο, μια εικόνα, και όταν είσαι με το κοινό, η άλλη εικόνα. Ποια είναι η δική σου στάση σε αυτές τις εικόνες, ερμηνεύτρια ρόλων ή μια αποστασιοποιημένη τραγουδίστρια;
Μ.Κ.: Δεν είναι στάνταρ αυτό, παίζει. Επαναλαμβάνω ότι υπάρχουν 3 φάσεις για μένα. Η πρώτη είναι αυτή των ρόλων, η δεύτερη φάση είναι αυτή της προσωπικής ερμηνείας όπου συνυπάρχουν οι ρόλοι και η τρίτη και η επιθυμητή για μένα, σαν το τελευταίο σκαλί ότι κέρδισα το τραγούδι, το κατέχω και με έχει και εκείνο ανά πάσα στιγμή και ώρα, είναι η πλήρης αποστασιοποίηση. Να μην με απασχολεί ούτε που θα τοποθετηθώ, ούτε πώς θα το πω. Ν' ανοίγω το στόμα μου και να βγαίνει το τραγούδι σαν πνοή.

Αυτό είναι το τεχνικό μέρος.
Μ.Κ.: Όχι! Όχι, δεν είναι τεχνικό μέρος! Το τεχνικό μέρος περισσότερο χρησιμοποιείται στις πρώτες φάσεις, εκεί πρέπει να σκεφτείς και να οργανώσεις ποια νότα θα χρησιμοποιήσεις, που χρειάζεται να αναπνεύσεις, τι τσαλκάτζα θα κάνεις πού και πώς. Αυτά είναι τα τεχνικά. Μετά πρέπει να τα ξεχάσεις αυτά όλα και να φύγεις, δηλαδή να είσαι εσύ ένα με το τραγούδι ή να μην υπάρχεις καν.

Άρα αποστασιοποιημένη ερμηνεύεις το ...ρόλο του τραγουδιού. Δεν το λέω σαν λογοπαίγνιο.
Μ.Κ.: Ναι, αλλά δεν είναι αυτό σταθερό. Άλλα τραγούδια με βάζουν σε ένα πολύ έντονο και πρωταγωνιστικό ρόλο και άλλες φορές καταλαβαίνω τον εαυτό μου ότι κάνω αυτό που σου είπα, αποστασιοποιούμαι δηλαδή. Δεν είναι εύκολο βέβαια.

Και σε αυτές τις 3 φάσεις πού βρίσκεται ο συνθέτης και ο στιχουργός; Ή δεν περνάνε καθόλου αυτοί, εσύ το λες όπως το καταλαβαίνεις;
Μ.Κ.: Αυτό που καταλαβαίνω εγώ, όμως, επιθυμώ να έχει μια βάση που να αφορά το συνθέτη και το στιχουργό, γιατί είναι πολύ εύκολο να οδηγηθείς σε λάθος δρόμους...

...να διαστρεβλώσεις την επιθυμία του συνθέτη και του στιχουργού...
Μ.Κ.: Μπράβο! Δηλαδή το τραγούδι είναι ένα κωδικοποιημένο μήνυμα. Πρέπει λοιπόν εγώ που θα μεταφέρω αυτό το μήνυμα στον κόσμο να βρω ποιος είναι ο κώδικας του συνθέτη και του στιχουργού. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν, επιλέξανε κάποιες μουσικές φράσεις, έτσι και όχι αλλιώς, ή κάποιον ρυθμό, αυτόν κι όχι άλλον, ή κάποιες λέξεις, αυτές κι όχι άλλες; Αυτό έχει κάποια σημασία, δεν είναι τυχαίο.

Κρατήστε, φίλοι, αυτό το τραγούδι, είναι πολύ όμορφο, έχει ήδη παίξει αρκετές φορές στο «Μουσικό Σεργιάνι». Είναι το «Ποινικό Μητρώο» του Δημήτρη Ψαρρά και του Άλκη Αλκαίου. Μετά θα το σχολιάσουμε αφού ακούσουμε και το... ταίρι του.


Πώς συνταιριάζεις τη δική σου διαδικασία προσέγγισης και ερμηνείας με τον τρόπο γραφής και σκέψης του συνθέτη και του στιχουργού για τραγούδια που δεν είναι και τόσο εύκολα, δεν είναι σπαραξικάρδια, έχουν και ένα κατά τεκμήριο βαθύτερο νόημα;
Μ.Κ.: Νομίζω ότι εκεί βρίσκεται το προσωπικό μου ενδιαφέρον. Αυτή είναι η χορδή που πάλλεται περισσότερο, όταν τα τραγούδια ....εντάξει τα ερωτικά είναι ωραία, είμαι και από τους ανθρώπους που έχουν ερωτευτεί πολύ στη ζωή τους.

Και ποιος δεν είναι;
Μ.Κ.: Ναι, θέλω να πω ότι γνωρίζω πάρα πολύ καλά τι σημαίνει αυτό, αλλά παρόλα αυτά η μονοδιάστατη εμμονή με το θέμα έρωτας δεν νομίζω ότι κάνει καλό στον έρωτα, και...

Θα φθάσουμε και εκεί. Ας μείνουμε στην ερμηνεία...
Μ.Κ.: Ναι. Αυτό που ήθελα να πω είναι ότι όταν αντιλαμβάνομαι ότι ένα τραγούδι έχει και άλλες προεκτάσεις και δε μένει μόνο στο ζήτημα «εγώ κι εσύ» με ενδιαφέρει περισσότερο να ανιχνεύσω τον τρόπο του πώς θα το προσεγγίσω και πώς θα το φανερώσω στον κόσμο καλύτερα.

Άλλο θέμα τώρα: Πώς επιλέγεις τα τραγούδια, με βιώματα της δικής σου προσωπικής ζωής; Δε θέλω να μου πεις ποια βιώματα, αλλά πόσο μετράει στην επιλογή των τραγουδιών το προσωπικό βίωμα;
Μ.Κ.: Μετράει αρκετά, θα έλεγα. Διαλέγω τα τραγούδια μου με βιωματικά κριτήρια.

Βρίσκεις σήμερα εύκολα συνθέτες και στιχουργούς με παράλληλους βιωματικούς δρόμους;
Μ.Κ.: Δε θα το έλεγα και δεν είναι μεγάλη μου αγωνία αυτό, να βρω κάποιον που να μοιράζεται τα ίδια ή ανάλογα βιώματα με εμένα, μου αρκεί να χρησιμοποιεί τα δικά του βιώματα για να δημιουργεί. Επίσης όσο χρησιμοποιώ τα δικά μου βιώματα για να διαλέξω κάποιο τραγούδι, άλλο τόσο δεν τα χρησιμοποιώ, με την έννοια ότι δε θα αρνιόμουν ποτέ να τραγουδήσω ένα τραγούδι που δεν έχω εμπειρία από αυτό που λέει, αν θα μου άρεσε το τραγούδι και αν θα συμφωνούσα με αυτό που λέει.

Θα είναι πιο δύσκολη η προσέγγιση.
Μ.Κ.: Εντάξει, αλλά θα με προκαλούσε να το πω αν θα ήταν ένα αρεστό τραγούδι, πέρα αν θα είχα την εμπειρία τη συγκεκριμένη ή όχι.

Να που ξαναγυρίσουμε από άλλο μονοπάτι στους ρόλους. Είναι κατ' αναλογία με τον ηθοποιό, όταν στο έργο ότι ο πρωταγωνιστής αυτοκτονεί δε σημαίνει ότι ο ηθοποιός πρέπει να γίνει αυτόχειρας για να ερμηνεύσει πειστικά τον ρόλο...
Μ.Κ.: Ακριβώς. Συμβαίνει κατ΄ αναλογία και στο τραγούδι.

Προσαρμόζεις κάποια βιώματα και μηνύματα στο δικό σου τρόπο σκέψης και αντίδρασης σε αυτό που περιγράφει το τραγούδι.
Μ.Κ.: Ε, σαφώς! Γιατί μετά θα έλεγα ψέματα αν δεν το προσάρμοζα στο δικό μου τρόπο έκφρασης.

Πάμε να ακούσουμε το δεύτερο από τα κατά την γνώμη μου πιθανά διαχρονικά τραγούδια, την περίφημη «Σβούρα» του Βασίλη Γκάντζου. Τώρα να ολοκληρώσω το σχόλιο για τη «Σβούρα» και το «Ποινικό Μητρώο». Ο δίσκος σου είχε αρκετές αρνητικές κριτικές. Καθόλου κακό για σένα. Στην εποχή μας η καλύτερη διαφήμιση είναι η αρνητική. Αποδείχθηκαν, όμως, ακόμα μια φορά δυο από τις παραδοξολογίες του Όσκαρ Ουάιλντ, ότι όταν οι κριτικοί διαφωνούν μεταξύ τους σημαίνει ότι ο καλλιτέχνης συμφωνεί με τον εαυτό του και ότι κάθε κριτική είναι άχρηστη. Ανεξάρτητα αν τους φταίει το εξώφυλλο, αν ένα κομμάτι μπορεί να θυμίζει, και άλλες λεπτομέρειες, όμως αν μη τι άλλο υπάρχουν δυο σημαντικά τραγούδια που οι... κριτικοί δεν τα εντόπισαν. Φάνηκε η ανοησία τους, η προσπάθεια εξυπνακισμού, να πιαστούν από κάπου για να πουλήσουν μουρίτσα. Δε σε καλώ, βέβαια, να πάρεις θέση. Κλείνει η παρένθεση.

«Θέλω να είμαι λεύτερος και ας τερματίζω δεύτερος», όμορφος στίχος και ευρηματικός όπως και ο άλλος του Αλκαίου «Χωρίς χιονιά χιονίζομαι, χωρίς νοτιά νοτίζομαι...» Σήμερα μπορεί ο τραγουδιστής, ο συνθέτης, ο στιχουργός να ξεφύγουν από αυτό τον αρρωστημένο, τον μονοδιάστατο ερωτισμό;
Μ.Κ.: Ε, να! Ένας τρόπος είναι να κάνει ένα τραγούδι που το θέμα του να είναι διαφορετικό.

Ένας άλλος τρόπος είναι όπως το παλιό τραγούδι που έβλεπε την κοινωνική διάσταση του έρωτα.
Μ.Κ.: Σαφέστατα γιατί κι ο έρωτας υπάρχει εκεί που δεν τον ψάχνεις, εκεί τον βρίσκεις συνήθως, αν συνεχώς μιλάς για αυτόν, νομίζω ότι εξασθενεί.

Σήμερα στα σκυλάδικα τραγούδια, αλλά και ορισμένοι άλλοι συνθέτες με το πρόσχημα της αναζήτησης καινούριων τρόπων έκφρασης μένουν μονοδιάστατα προσκολλημένοι στην ερωτική απογοήτευση.
Μ.Κ.: Είναι γιατί οι περισσότεροι από μας ερωτευόμαστε κάποιον ο οποίος κλαίγεται και θεωρούμε ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς εμάς, ερωτευόμαστε δηλαδή την αδυναμία του άλλου, την αδύναμη στάση του απέναντι στη ζωή και τρέχουμε να τον βοηθήσουμε μέσα από τον ερωτά μας, ενώ η «Σβούρα» για παράδειγμα παρουσιάζει κατά την γνώμη μου έναν άνθρωπο που είναι κατ' εξοχή ερωτεύσιμος, εφόσον δέχεται να ζει έτσι και κατ' αυτήν την έννοια παρουσιάζει ένα διαφορετικό έρωτα, έναν πιο κοινωνικό έρωτα. Έναν απελευθερωμένο έρωτα από αυτήν την μίρλα και το κλάμα, θα μ΄ αφήσεις και θα πεθάνω και θα σε σκοτώσω και τα συναφή.

...και το "Ποινικό μητρώο" το ίδιο κάνει.
Μ.Κ.: Στο «Ποινικό μητρώο» είναι πιο μέσα στο μάτι του κυκλώνα αυτός ο άνθρωπος, υπάρχει και μια κίνηση ότι εγώ θα φύγω αλλά θα είμαι στις αναμνήσεις σου και όμως καίγομαι, πονάω για σένα, αλλά με τον στίχο του Αλκαίου δεν εκχυδαΐζεται μέσα από την υπερβολή το συναίσθημα. Όλοι έχουμε και τις ακραίες στιγμές που αισθανόμαστε ότι τα πράγματα τελειώνουνε για να ξαναρχίσουν.

Μα τώρα... Σε ρωτάω με το χέρι στην καρδιά: Θα μπορούσες να κάνεις ή να δεχτείς ερωτική εξομολόγηση με τα σημερινά καψουροτράγουδα;
Μ.Κ.: Όχι φυσικά.

Θα απεχθανόμουν την κοπέλα που σε μια ιδιαίτερη μας στιγμή θα τα τραγουδούσε έστω και για πλάκα.
Μ.Κ.: Ε ναι! Είναι γιατί η δική σου ερωτική χώρα ποτίζεται από άλλα πράγματα.

Ίσως η γυναικεία ψυχολογία είναι πιο ευάλωτη στο μονοδιάστατο κλαψιάρικο τραγούδι, έχουμε και στη λογοτεχνία ανάλογες τάσεις, το γυναικείο μυθιστόρημα...
Μ.Κ.: Εγώ τώρα θα σου απαντήσω ότι δε θα έκρινα ...γυναικεία αυτήν την τάση.

Υπάρχει όμως αυτή η τάση στη λογοτεχνία για παράδειγμα...
Μ.Κ.: Ναι αλλά σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο η γυναίκα είναι ο καθρέφτης του άνδρα, άρα εσείς είστε αυτοί που προωθείτε αυτήν την εικόνα...

Ωχ! Τώρα στο τέλος πάμε για φεμινιστικό καβγά...
Μ.Κ.: Ε, αυτό ήθελα να πω, ότι όποιο τραγούδι και στίχος, για μένα, εφόσον ζητήθηκε η άποψή μου, προωθεί με μη δημιουργικό τρόπο τον πόλεμο του αρσενικού και του θηλυκού, με μη δημιουργικό τρόπο, επαναλαμβάνω, μόνο και μόνο να διαφωνούμε για την διαφωνία, εμένα δε με βρίσκει σύμφωνη, ούτε πολύ περισσότερο με ερεθίζει.

Ηλεκτρικός ή φυσικός ήχος, στο τραγούδι, στη συναυλία, στη ζωή;
Μ.Κ.: Δεν είναι δίλημμα για μένα αυτό πραγματικά. Για μένα η ουσία είναι αλλού, στον πυρήνα του κάθε τραγουδιού που δεν έχει να κάνει με το φόρεμα που φοράει κάθε φορά. Έχουμε ακούσει ρεμπέτικα τραγούδια με ηλεκτρικές κιθάρες. Έχουμε ακούσει δημοτικά με σαξόφωνα. Έχουμε ακούσει πολλά. Υπάρχουν πράγματα που είμαι σίγουρη ότι ακόμα και ένας παραδοσιακός μουσικός θα τα αποδεχθεί και άλλα για τα οποία θα μιλήσει αρνητικά. Το θέμα είναι το συναίσθημα και το αισθητικό αποτέλεσμα.

Το χειμώνα τι θα κάνεις;
Μ.Κ.: Το χειμώνα θα κάνω ένα πρόγραμμα στο Αερικό. Θα έχω μαζί μου δυο νέους άνδρες, έναν τραγουδιστή τον Δημήτρη Σταματέλο και τον κύριο Βασίλη Γκάτσο από την Θεσσαλονίκη.

Πέρασε κιόλας ο χρόνος , απότομη αποφώνηση υπό την απειλή του ...ρολογιού. Είχαμε πολλά να πούμε ακόμα. Απέραντος και προπαντός ολάνθιστος ο κήπος του ελληνικού τραγουδιού και των δουλευτών του. Γι’ αυτό ίσως τα πιο σημαντικά μένουν, ευτυχώς, άγραφα, ή για να ακριβολογούμε ανείπωτα...