20 Νοεμβρίου 2010

Η νέα ιστοσελίδα του ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΥ

Στο νέο site του "Μετρονόμου" www.metronomos.gr μπορείτε να ενημερωθείτε για το περιοδικό, τις εκδόσεις και τις μουσικές παραγωγές του Μετρονόμου.

18 Νοεμβρίου 2010

Συνέντευξη της Μαρίας Φαραντούρη - τεύχος 5 (2002)



Μαρία Φαραντούρη

Τραγούδια που συντροφεύουν τη ζωή μας


του Ηλία Βολιότη - Καπετανάκη*
(Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στον ΜΕΤΡΟΝΟΜΟ, αρ. 5, 2002)

Μια συνομιλία με την Μαρία Φαραντούρη συνιστά και έναν απολογισμό της ως τώρα ζωής μας, καθώς ανήκει στις 3-4 μεγάλες φωνές που ταξίδεψαν τις αγωνιστικές και κοινωνικές μας αναζητήσεις. Το προηγούμενο καλοκαίρι η σπουδαία ερμηνεύτρια αποφάσισε να φυλλομετρήσει με την φωνή της το ίδιο το ελληνικό τραγούδι στην διαδρομή του τον περασμένο αιώνα, με μια συναυλία στο Ηρώδειο. Δύσκολο έως αδύνατο εγχείρημα- θα πείτε. Τώρα αυτή η δουλειά κυκλοφορεί σε ένα διπλό δίσκο και σημειώνει μεγάλη επιτυχία. Δείγμα ότι ο κόσμος στην στειρότητα της παρούσας εποχής αντλεί από τα όμορφα παλιά, πρόσφατα και απώτερα;

Να ξεκινήσουμε με δυο λόγια για τον δίσκο. Ένας αιώνας... ένας αιώνας... τραγούδι. Κομπιάζω γιατί πριν από 10 χρόνια είχα βγάλει με τις εκδόσεις Λιβάνη το πρώτο μου βιβλίο «Ένας αιώνας λαϊκό τραγούδι». Συμπτωματικά αυτός ο τίτλος χρησιμοποιείται...

Μαρία Φαραντούρη: Ναι; Με μια μικρή, όμως, παραλλαγή, «Ένας αιώνας ελληνικό τραγούδι»...

Δυο λόγια λοιπόν για αυτήν την όμορφη συναυλία που παρακολουθήσαμε πέρσι το καλοκαίρι στο Ηρώδειο και έγινε τελικά διπλός ψηφιακός δίσκος...

Μ. Φ.: Με την Ορχήστρα των Χρωμάτων, μια από τις σπουδαίες κλασικές ορχήστρες που όπως θυμόσαστε την ίδρυσε ο Μάνος Χατζιδάκις. Με αυτήν τραγουδήσαμε τραγούδια του Μίκη, του Μάνου αλλά και λαϊκά, του λεγόμενου ελαφρού ρεπερτορίου, Αττίκ, Γιαννίδη, Χαιρόπουλο, και ορισμένα παραδοσιακά. Προσπαθήσαμε με τον Γιώργο Παπαδάκη που έκανε την επιμέλεια, δηλαδή που υπέδειξε περίπου 100 κομμάτια και από αυτά επέλεξα αυτά που και ταιριάζουν στην φωνή μου και αντικειμενικά θεωρώ ότι είναι αντιπροσωπευτικά του αιώνα, το καθένα για δικό του λόγο.

Ο Μίλτος Λογιάδης είχε την διεύθυνση...

Μ. Φ.: Ο Μίλτος, ο εξαίρετος μαέστρος, και σε κάποια τραγούδια συμμετείχε ο Δημήτρης Ψαριανός ο τραγουδιστής του Μεγάλου Ερωτικού και ο Μανώλης Παπαδάκης, ένας εξαιρετικός βαρύτονος που είπαμε μαζί τις καντάδες. Αρχίσαμε με δημοτικά και καταλήξαμε στους νεώτερους όπως είναι ο Σαββόπουλος και ο Μικρούτσικος. Δεν τραγούδησα όμως κομμάτια της τελευταίας δεκαετίας, είναι πολλά και εδώ χρειάζεται...

Διάβασα το προλογικό σας σημείωμα του δίσκου και συμφωνώ, ότι για τα σημερινά δεν έχει πει ακόμα την γνώμη του ο χρόνος. Αν και η κοινωνία τρέχει σήμερα με μεγαλύτερη ταχύτητα και αυτό έχει τα αρνητικά του, κάποια άσματα μπορεί να χαθούν από τα τωρινά...

Μ. Φ.: Αν και πιστεύω ότι αν κάτι συγκινεί τον κόσμο βαθιά και αληθινά θα τραγουδιέται πάντα, βρίσκει τον δρόμο να διεισδύει και να μένει. Εκτός αν...

...έχουμε θεμελιακές μεταλλάξεις του ανθρώπινου γένους.

Μ. Φ.: Εγώ πιστεύω ότι όσο ζει ο άνθρωπος θα τραγουδά και κάποια τραγούδια θα τον συντροφεύουν, θα τον σημαδεύουν. Το ίδιο θα συμβαίνει και στο μέλλον. Και τώρα μέσα από τον σωρό υπάρχουν ορισμένα πολύ καλά τραγούδια της νέας γενιάς.

Κάνατε μια επιτομή των τραγουδιών του αιώνα και γιατί;

Μ. Φ.: Γιατί ήταν πολλοί οι λόγοι. Πρώτον τα τραγούδια που είπαμε είχαν ένα βάθος και στον χρόνο και στην ποιότητα. Δεύτερον κομμάτια που πηγαίνουν στην δική μου εκφραστική ικανότητα. Τρίτον να μπορούν να παιχτούν με συμφωνική ορχήστρα. Α! Υπήρχε και λαϊκή ορχήστρα, παίξανε λαϊκά τραγούδια που ερμήνευσαν νέα παιδιά. Κάναμε οντισιόν για να φανούν στο Ηρώδειο νέες φωνές, αλλά στον διπλό δίσκο που κυκλοφόρησε είναι κυρίως το υλικό που εγώ τραγούδησα.

Είναι η νοσταλγία του φτασμένου καλλιτέχνη να αποδίδει αυτά τα τραγούδια, κάπου-κάπου να σταματά και να κάνει τον απολογισμό του;

Μ. Φ.: Όχι η νοσταλγία. Η βαθιά επιθυμία, η δίψα του λαού να ακούσει το καλό ελληνικό τραγούδι. Στο γύρισμα του αιώνα υπάρχει τέτοια σύγχυση και η μουσική βιομηχανία ασχολείται με το εμπορικό προϊόν που πάντα αντικαθίσταται αμέσως και εύκολα. Έτσι δεν την ενδιαφέρει τι τραγούδι θα μείνει, αν τραγουδιέται στις παρέες, αν συγκινεί τον κόσμο. Οι εταιρείες προσβλέπουν μόνο στο κέρδος και προωθούν ό,τι εντυπωσιάζει.

Υπάρχει αντίλογος εδώ, ότι αυτή η ταχύτητα της ζωής έχει σαν αποτέλεσμα μια έλλειψη ρεπερτορίου.

Μ. Φ.: Μην τα ρίχνουμε όλα εκεί. Υπάρχουν σοβαρότατα λάθη των εταιρειών. Εδώ και χρόνια αποφάσισαν ότι δεν χρειάζονται τον συνθέτη, μόνο τους τραγουδιστές για να μπορούν να τους ελέγχουν απόλυτα, για να παράγουν εύκολο τραγούδι που διαρκώς αντικαθίσταται γρήγορα. Γίνανε και τόσες πολλές εταιρείες... Βγάζουν αμέτρητα τραγούδια... Όχι νοσταλγία λοιπόν... Το καλό ελληνικό τραγούδι δεν έχει χαθεί. Μπορεί να μην τραγουδήθηκε τα τελευταία χρόνια, αλλά τώρα βλέπουμε την βαθιά ανάγκη να το γνωρίσει η νέα γενιά που δεν το άκουγε γιατί της το είχαν αποκρύψει από τα ραδιόφωνα. Εσείς ακούσατε κανένα ραδιόφωνο να βάζει την «Συννεφιασμένη Κυριακή»; Ακούγατε τον Καζαντζίδη; Έπρεπε να αρρωστήσει ο άνθρωπος και να πεθάνει για να ακούσουμε στα ραδιόφωνα τα υπέροχα τραγούδια του, για τον μετανάστη, για την εργατιά, για τον προδομένο έρωτα, κάποια που είναι τόσο κλασικά. Και τώρα ξαφνικά τα ανακαλύψανε γιατί είδανε και εδώ κέρδος οι εταιρείες.

Οι καταξιωμένες φωνές δεν έχουν σήμερα μεγαλύτερο πρόβλημα να πούνε καταξιωμένα τραγούδια; Είναι άλλο πράγμα να βγαίνει κανείς σήμερα και να σκέφτεται: προκειμένου να μην μείνω στην αφάνεια ας τραγουδήσω ένα μέτριο τραγούδι, ενώ εσείς μετά τον Μίκη και τον Μάνο δεν μπορείτε να τραγουδάτε ό,τι κι ό,τι μόνο και μόνο για να είσαστε στα μικρόφωνα.

Μ. Φ.: Θέλετε να πείτε ότι είμαι δέσμια του καλού μου ρεπερτορίου, των καλλιτεχνικών μου επιλογών;

Ναι, είναι ένας σκόπελος για τους σπουδαίους τραγουδιστές.

Μ. Φ.: Συμφωνώ, αλλά χωρίς να χάνουμε την αισιοδοξία, αν λίγο ανησυχήσεις, αν λίγο ψάξεις, αν ακούσεις και πέντε πράγματα από το εξωτερικό, πάντα βρίσκεις καλά τραγούδια. Εργάζομαι, η καινούρια μου δουλειά θα είναι τραγούδια του κόσμου. Έχω μαζέψει πολύ ωραία από διάφορες χώρες, τα οποία τα μεταφράζουμε και θα τα περάσουμε και στο ελληνικό ρεπερτόριο.

Επόμενο κεφάλαιο. Η φωνητική προσέγγιση ετερογενών ως προς το είδος τραγουδιών. Ασχοληθήκατε με όλο το φάσμα του ελληνικού τραγουδιού.

Μ. Φ.: Μα πώς αλλιώς θα δικαιολογούσαμε το θέμα μας που είναι ένας αιώνας ελληνικό τραγούδι.

Η ερώτηση, λοιπόν, είναι αν υπάρχουν προβλήματα στην φωνητική προσέγγιση αυτών των τραγουδιών.

Μ. Φ.: Μα για αυτό επέλεξα αυτά που είχα την εντύπωση ότι μπορώ να τα προσεγγίσω πάντα με την δική μου εκφραστική δύναμη. Για παράδειγμα ποτέ δεν θα έλεγα τραγούδια που θέλουν μια λαϊκή, ψιλή φωνή. Τραγούδια που πάνε στην φωνή μου και ταυτόχρονα είναι γνωστά πολύ στον κόσμο. Δύσκολη επιλογή. Δεν μπορεί να πει κανείς ότι πετυχαίνει απόλυτα τον στόχο του. Είναι τόσα πολλά και υπέροχα τραγούδια που δυο και τρεις δίσκοι δεν φτάνουν για να τα συμπεριλάβεις σε ένα δείγμα αντιπροσωπευτικό. Είχα την τύχη όμως να ακούσω σπουδαίους ερμηνευτές και συνθέτες. Δεν είναι μόνο ο Μάνος και ο Μίκης που δόξασαν την Ελλάδα στο εξωτερικό. Έχουμε και άλλους σπουδαίους, για παράδειγμα ο Αττίκ.

Το πρόσεξα αυτό. Βάλατε για παράδειγμα το παραδοσιακό «Μεσοπέλαγα αρμενίζω» στην εκδοχή του «Αχ μελαχρινό μου!» με τον Λευτέρη Μενεμενλή που είναι σήμερα ξεχασμένος. Το επόμενο ερώτημα είναι: μια σπουδαία τραγουδίστρια σαν και σας προσαρμόζει την φωνή της στα τραγούδια ή αντίστροφα;

Μ. Φ.: Και τα δυο. Προσπαθείς να βρεις την χρυσή τομή. Γιατί σίγουρα, δεν μπορείς να τα αλλάξεις τελείως αλλά και δεν είναι δυνατόν να παραβλέψεις την δική σου έκφραση. Προσπαθώ πάντα να κρατώ τα χαρακτηριστικά μου. Βέβαια αν χρειάζεται πιο λυρική φωνή, για παράδειγμα, θα το κάνω έτσι. Ούτε υποστήριξα ότι είμαι λαϊκή τραγουδίστρια επειδή είπα την «Συννεφιασμένη Κυριακή», αλλά όλοι μας έχουμε τραγουδήσει στις παρέες μας, για παράδειγμα την «Αχάριστη», έτσι δεν είναι;

Αυτό το «λαϊκός» είναι μια σύμβαση που υπογράφουμε για να συνεννοούμαστε, γιατί δηλαδή το Μαουτχάουζεν, για παράδειγμα δεν έχει λαϊκά τραγούδια;

Μ. Φ.: Έτσι νομίζω και εγώ...

Να σας κάνω μια πιο... θεατρική ερώτηση; Ο τραγουδιστής και η τραγουδίστρια παίζουν ρόλους. Πώς είναι δυνατόν μια τραγουδίστρια να ερμηνεύει στην ίδια παράσταση τόσο διαφορετικούς ρόλους, τόσο διαφορετικών εποχών;
Μ. Φ.: Ε! μην υπερβάλλουμε κιόλας... Κοιτάξτε, το τραγούδι έχει μικρότερη ζωή σε χρόνο, ο θεατρικός ρόλος είναι μια άλλη ιστορία.

Μήπως όμως στο σύντομο του τραγουδιού είναι πιο απαιτητική η τρίλεπτη... θεατρική παράσταση;

Μ. Φ.: Ναι, σίγουρα, αλλά τι να σας πω, μπορεί να χρησιμοποίησα τραγούδια από άλλες εποχές, αλλά δεν ήταν τελείως έξω από το μουσικό είδος το οποίο υπηρετώ. Δεν θα μπορούσα για παράδειγμα να πω heavy metal, μπαλάντα όμως μπορώ να πω. Μπλουζ μπορώ γιατί η φωνή μου έχει μια τέτοια τάση.

«Ο γέρο- νέγρο Τζιμ» στα Νέγρικα είναι μπλουζ.

Μ. Φ.: Ναι. Ούτε πάλι μπορώ να πω κλασικό τραγούδι. Για αυτό σας είπα, επέλεξα τραγούδια που μου ταιριάζουν και αυτό ίσως φάνηκε από την επιτυχία μέχρι τώρα του δίσκου. Έκανα και εγώ μια προσπάθεια, βέβαια, άλλα τα είπα πιο λυρικά από ό,τι στο παρελθόν. Παλιά επειδή ο Μίκης ήθελε να δίνει περισσότερη δύναμη...

Ήταν πιο επικός...

Μ. Φ.: Έδινε ένα τέτοιο ύφος και προσαρμοζόμουνα και εγώ. Τώρα με μια τέτοια ορχήστρα μου δίνει και μένα ευκαιρία διαφορετικής προσέγγισης.

Όλα αυτά τα τραγούδια πώς ηχούν σήμερα σε ένα κόσμο αδιάφορο και βολεμένο; Ρωτώ από την θέση του ερμηνευτή που είναι στο πάλκο και όχι από αυτήν του απαιτητικού ακροατή.
Μ. Φ.: Δεν ξέρω αν με πείτε υπερβολικά αισιόδοξη. Μετά όμως από απουσία 15 χρόνων αυτής της μουσικής από τα ραδιόφωνα και τις δισκογραφικές εταιρείες, ο κόσμος διψάει για αυτά τα τραγούδια, για αυτό τα υποδέχτηκε με τόση θέρμη. Και όχι μόνο αυτά, κάθε τι καλό, παράδειγμα ο δίσκος του Σαββόπουλου, τα τραγούδια του Μίκη με τον Πάριο, τον Μπάση και άλλους ερμηνευτές, έχουν μεγάλη απήχηση.

Αυτό σημαίνει ότι γυρνάμε πίσω ή ότι ο κόσμος αρχίζει να ψάχνεται;

Μ. Φ.: Πηγαίνουμε στο μέλλον δια μέσου του παρελθόντος. Για να μην γίνει παρεξήγηση: Ένα καλό τραγούδι δεν μπορείς να πεις ότι ανήκει μόνο στο παρελθόν, ή στο παρόν, είναι για πάντα, αυτό λέμε διαχρονικότητα.

Δεν διαφωνώ μαζί σας, αλλά γιατί δεν συγκινούσε πριν 5 χρόνια;

Μ. Φ.: Μα δεν το άκουγε ο κόσμος. Μόνο το κρατικό ραδιόφωνο το μετέδιδε και αυτό πολλές φορές λειτουργεί με την... λογική: Ποια είναι η μόδα; Ας συμπορευτώ και εγώ. Η εποχή δεν το ήθελε. Την εποχή όμως την κάνουν κάποια συμφέροντα, κάποιοι άνθρωποι διαμορφώνουν τα γούστα. Σε όλα αυτά υπάρχουν παρέες, στέκια και συμφέροντα που διαμορφώνουν το κατεστημένο κάθε εποχής.

Τι έγιναν οι θρυλικές συναυλίες μετά την Μεταπολίτευση, να ελπίσουμε ότι θα ξανάρθουν;

Μ. Φ.: Δεν είναι οι μεγάλες συναυλίες ζητούμενο. Πιστεύω ότι έχει ανάγκη από τέχνη ο κόσμος, από αλήθεια, ένα καλό θέατρο, ένα καλό σίριαλ στην τηλεόραση, το καλό βιβλίο, το όμορφο τραγούδι. Βέβαια και σήμερα υπάρχουν καλά τραγούδια. Παράγονται όμως γενικά τόσα πολλά σκάρτα και επαναλαμβανόμενα που ο κόσμος δεν προλαβαίνει να ασχοληθεί με τα καλά. Όπότε ακούγοντας κάτι αληθινό, κάποιοι το έχουν ακούσει παλιά, κάποιοι νεώτεροι το πρωτογνωρίζουν, αισθάνονται ότι τώρα αυτή είναι η αναφορά τους μέχρι να βγει κάτι καινούριο.

Πολιτικό ή ερωτικό τραγούδι. Τότε και σήμερα. Τι άλλαξε και όλα αυτά τα όμορφα μελωδίσματα που έδεναν αρμονικά τον έρωτα με την κοινωνία χάθηκαν;

Μ. Φ.: Τι άλλαξε! Πάρα πολλά, η κοινωνία, η ζωή, οι ανάγκες μας... Επιμένω όμως, το καλό τραγούδι είτε είναι επικό, είτε λυρικό, πάντα θα υπάρχει. Θα στολίζει τις αξίες του Ελληνισμού, την κουλτούρα μας.

Είναι η προίκα της ανθρωπότητας. Κάθε γενιά φέρνει την προίκα της στην ζωή.

Μ. Φ.: Πραγματικά, οι Έλληνες, μια τόσο μικρή χώρα, με τόσο πλούσια ιστορία και τόσα πολλά που έχουν δώσει στην τέχνη! Λέτε τότε και τώρα. Τι να συγκρίνει κανείς; Θυμόσαστε πόσοι καλλιτέχνες αναγκάστηκαν παλιότερα να φύγουν στο εξωτερικό γιατί δεν μπορούσαν εδώ, γιατί κυνηγήθηκαν ιδεολογικά, είτε γιατί η κοινωνία δεν τους άντεξε;

Τώρα όμως κυρία Φαραντούρη πέσαμε στο άλλο άκρο, στη αφασία της νομιμότητας. Μήπως θέλουμε... κυνήγι τελικά για να κάνουμε σπουδαίο έργο;


Μ. Φ.: Όχι και έτσι! Θα ήταν μεγάλο λάθος αυτό!

Μήπως το σύστημα εξουσίας δεν έχει υποβαθμίσει, δεν φιλτράρει τις ανάγκες του κόσμου;

Μ. Φ.: Είναι πάρα πολλά. Ελέγχει τον κόσμο και του δίνει την πολιτιστική τροφή που αυτό επιθυμεί μέσα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Στο όνομα, όμως, της ελευθερίας, λένε ότι γίνονται όλα.
Δεν νοσταλγήσατε τον Μίκη, τον Μάνο, την ατμόσφαιρα της εποχής;

Μ. Φ.: Δεν μου αρέσει η λέξη νοσταλγία, είναι σα να θέλεις να τα ξαναφέρεις, να φέρεις πίσω το τραγούδι, την ευαισθησία, την τέχνη. Οι εποχές αυτές δεν μπορεί να ξανάρθουν, εξέφραζαν άλλες ανάγκες. Σπουδαία πράγματα μπορείς να κάνεις και σήμερα, σε ένα μικρό χώρο, με την παρέα σου.

Τι κάνουν λοιπόν οι καλλιτέχνες στην εποχή της αποπολιτικοποίησης;

Μ. Φ.: Ξέρετε, είναι λίγο μουδιασμένοι. Κυριαρχούσαν άλλα ρεύματα τα τελευταία χρόνια που ονομάστηκαν, ψευδώς για μένα, ποιοτικά και δεν υπηρετούσαν καθόλου την ποιότητα. Και δεν μιλώ για την αντίπερα όχθη, για το λεγόμενο διασκεδαστικό τραγούδι που έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις.
Εγώ το λέω καθαρά, σκυλάδικο, επιτρέψτε μου την φράση.

Μ. Φ.: Εντάξει, αυτό δεν αλλάζει, μπορεί να περιορίζεται ή να επεκτείνεται, αλλά εμείς δεν έχουμε καμιά σχέση με αυτό. Μιλάμε για τον χώρο του τραγουδιού που ευφραίνει την καρδία, αγωγή ψυχής. Σε αυτόν υπάρχουν σπουδαίοι νέοι καλλιτέχνες που θα πρέπει να ακούγονται περισσότερο. Γιατί και εκεί πέφτει έλεγχος. Λένε οι εταιρείες μέχρι αυτού του σημείου θα προβάλλεται ο τάδε συνθέτης ή τραγουδιστής. Μας έβγαλε κάποιο σουξέ; Ε! Μόνο αυτό το σουξέ θα παίζεται. Είμαι αισιόδοξη ότι τα επόμενα χρόνια θα βγει- βγαίνει ήδη- το καινούριο λαϊκό ελληνικό τραγούδι που σηματοδοτεί την εποχή του. Αυτό δεν μπορεί να το κάνουν οι παλιοί συνθέτες, ούτε να το ερμηνεύσουν οι παλιοί τραγουδιστές. Θα βγεις από τους νέους. Εμείς σεγκοντάρουμε, που λένε...

Μου κάνατε ωραία πάσα. Πως αντιδρά η φτασμένη τραγουδίστρια; Ακολουθεί την μόδα, αναπαύεται στις δάφνες της- και καλά κάνει γιατί κουράστηκε, δούλεψε να φτάσει ως εδώ- ή προσπαθεί να ανοίγει νέους δρόμους;

Μ. Φ.: Μάλλον το τελευταίο, θα έλεγα. Έτσι θα έπρεπε να κάνει. Εδώ υπάρχει ένα οξύμωρο. Λένε ότι δεν είναι ίδια τα πράγματα, τότες υπήρχε φτώχεια, δεν είχαμε δημοκρατία. Μα και τώρα υπάρχει μεγάλη ανεργία. Δεν υπάρχουν μεγάλα προβλήματα; Βλέπεις δεν τα αγγίζει κανείς. Όλο για τον έρωτα μιλάνε.

Αλήθεια πως βλέπετε αυτήν την μονοδιάστατη προσήλωση στον κλαψιάρικο έρωτα; Ρωτώ μια τραγουδίστρια που είχε την τύχη να πει υπέροχα ερωτικά τραγούδια του Θεοδωράκη, του Χατζιδάκι και άλλων μεγάλων συνθετών...

Μ. Φ.: ...οι οποίοι είχαν την ευαισθησία και το ταλέντο να εκφράσουν και άλλα προβλήματα και παγκόσμια ζητήματα. Δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Παντού τους στενεύουνε σήμερα τους καλλιτέχνες. Τους ελέγχουν και τους βάζουν να περπατάνε στο μονοπάτι που θέλουν. Όση επιτυχία και να έχεις- σου λένε- μην ξεφύγεις από εκεί που σου ορίζουμε. Αλλάζουν και τα πράγματα. Τώρα οι νέοι συνθέτες εκφράζουν την μοναξιά στην σύγχρονη πόλη, στις διαπροσωπικές σχέσεις... Εκφράστηκαν πολλές φορές με καλό τρόπο αλλά δεν αρκεί αυτό.

Εντάξει και ο Μίκης για παράδειγμα με τον Καμπανέλλη εκφράσανε την απόγνωση και την μοναξιά σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης...

Μ. Φ.: Ίσως οι νέοι ψάχνουν να βρουν νέους τρόπους να εκφραστούνε.

Μήπως τελικά ψάχνουν να βρούνε άλλοθι;

Μ. Φ.: Όχι, μην είστε τόσο σκληρός... Ίσως πάλι να έχετε δίκιο... Ναι κάποιοι ψάχνουν για άλλοθι.

Άρα δεν είναι σήμερα πιο δύσκολο να ανοίξουμε νέους δρόμους...

Μ. Φ.: ...και υπάρχει πολυπλοκότητα, είναι πάρα πολλά τα πράγματα που περιβάλλουν έναν ευαίσθητο άνθρωπο που θέλει να εκφραστεί. Τότε για παράδειγμα δεν υπήρχαν πολλές εταιρείες. Ούτε τόσα ανταγωνιστικά συμφέροντα. Εμείς για παράδειγμα, τελευταία γνωρίσαμε τον παραγωγό. Τότε ήταν ο συνθέτης και η επαφή του με τον κόσμο. Έφτιαχνε ένα έργο, το περνούσε στον κόσμο, έβλεπε τις αντιδράσεις του και μετά ο εταιρειάρχης το δισκογραφούσε...

Με συγχωρείτε που σας διακόπτω, αλλά το φαινόμενο του παραγωγού και της αποπομπής του συνθέτη συμβαίνει από την δεκαετία του 1960. Ίσως εσείς, ο Μπιθικώτσης και άλλοι τραγουδιστές είχατε την ευτυχία να συνεργαστείτε με συνθέτες μεγάλης εμβέλειας όπως ο Μίκης και ο Μάνος, οπότε δύσκολα οι εταιρείες θα τους υποκαθιστούσαν με τους παραγωγούς...

Μ. Φ.: Θα μπορούσε να συμβεί το ίδιο όλα αυτά τα χρόνια που τους είχαν στην γωνία και τους είπανε δεν σας έχουμε ανάγκη. Ξέρετε και κάτι άλλο; Στο όνομα των νέων συνθετών οι εταιρείες αγνόησαν τους παλιούς, δήθεν για να μπει νέο αίμα. Αλλά και οι καινούριοι συνθέτες μόνοι τους βγήκαν οι άνθρωποι, με το ταλέντο και την ευαισθησία τους. Είδατε τι προτείνουν σήμερα οι εταιρείες στον κόσμο να αγοράσει.

Πώς βλέπει η Μαρία Φαραντούρη τα νέα παιδιά, με τα όμορφά τους άσματα, τους συμβιβασμούς τους, το άνισο έργο, τις εξάρσεις και τις απογοητεύσεις τους;

Μ. Φ.: Χωρίς να θέλω να δικαιολογήσω καταστάσεις, δεν φταίνε τα νέα παιδιά για το κατάντημα του εμπορικού τραγουδιού, αν και πιστεύω ότι θα μπορούσαν πιο πολύ να διεκδικούν το καλό τραγούδι. Έχω μια περίεργη σχέση μαζί τους. Πάντα πίστευα ότι θα βρουν, όσοι θέλουν και ανησυχούν, την αλήθεια στην τέχνη. Και εμείς εδώ είμαστε.

***
* Η συνέντευξη της Μαρίας Φαραντούρη έγινε στην εκπομπή «Μουσικό Σεργιάνι» της ΕΡΑ-5, την Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2002.

15 Νοεμβρίου 2010

Την Τρίτη 16/11 η παρουσίαση του "Απόπλου" στον Ιανό


Το περιοδικό και οι εκδόσεις ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ σας προσκαλούν
την Τρίτη 16 Νοεμβρίου στις 20.00 στον Ιανό (Σταδίου 24)

στην παρουσίαση του νέου άλμπουμ
Απόπλους

του συνθέτη Μιχάλη Τερζή σε στίχους του Δημήτρη Λέντζου
Θα τραγουδήσουν:
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Κώστας Μακεδόνας, Γεράσιμος Ανδρεάτος, Παντελής Θεοχαρίδης, Γιώργος Μπαγιώκης, Σοφία Παπάζογλου
Φιλική συμμετοχή: Σοφία Μιχαηλίδου
Θα μιλήσει ο συνθέτης Αλέξης Βάκης
και ο σκηνοθέτης-δημοσιογράφος Αντώνης Μποσκοΐτης

12 Νοεμβρίου 2010

Ηλίας Βολιότης - Καπετανάκης: "Μούσα Πολύτροπος"


Ηλίας Βολιότης – Καπετανάκης

Μούσα Πολύτροπος
Μελωδική και κοινωνική διαδρομή από το δημοτικό στο «ρεμπέτικο»

Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Ηλίας Βολιότης-Καπετανάκης στο νέο βιβλίο του "ΜΟΥΣΑ ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΣ. Μελωδική και κοινωνική διαδρομή από το δημοτικό στο 'ρεμπέτικο'", μας καλεί σε ένα άκρως ενδιαφέρον μελωδικό ταξίδι με πρωτοδημοσίευτες αποκαλύψεις ανατρέποντας τις μέχρι τώρα ανιστόρητες θέσεις ερευνητών και ποικίλων «ρεμπετολόγων» που μεταφέρουν μηχανιστικά γαλλικά ή άλλα ευρωπαϊκά μελετητικά μοντέλα και μέσα σε αυτά θέλουν να πνίξουν τα μελωδικά καλούδια των ελληνικών πληθυσμών, οι οποίοι συρρέουν στα εγχώρια ανάπηρα αστικά κέντρα και στα ξένα σκλαβοπάζαρα. Ωστόσο το πιο σημαντικό είναι ότι ο συγγραφέας δεν περιορίζεται στην με επιθετική γλώσσα διατύπωση προσωπικών απόψεων. Παραθέτει πληθώρα στοιχείων πάνω στια οποία αυτές εδράζονται. Ενδεικτική σταχυολόγηση εικόνων από την λαϊκή μουσική μας ιστορία:
* Οι απαρχές του τραγουδιού από τους αρχαιοελληνικούς τρόπους στα αραβοπερσικά μακάμια, στους βυζαντινούς ήχους και στα μυστήρια «ρεμπέτικα» καραντουζένια. Οι μουσικές διεργασίες στην εκκλησιαστική και κοσμική μουσική του Βυζαντίου. Οι Ρωμιοί συνθέτες της Πόλης και οι ασίκηδες της Ανατολής.

* Οι αναζητήσεις στο νεοσύστατο ελληνικό κρατίδιο. Οι πρώτες βεγγέρες. Κλέφτικα και άλλα δημοτικά άσματα εναντίον βαυαρικών εμβατηρίων. Τα πρώτα λαϊκά μουσικά αστικά πειράματα και η ανίατη ξενομανία της άρχουσας τάξης. Η μουσική στο Κωμειδύλλιο και στην Αθηναϊκή Επιθεώρηση. Οι έντιμες πλην ατελέσφορες προσπάθειες των συνθετών της Επτανησιακής και της Αθηναϊκής Καντάδας. Τα τραγούδια του Καραγκιόζη.
* Η περιφρονημένη από την εξουσία δημοτική παράδοση που όσο την πολεμά η άρχουσα τάξη τόσο καρπίζει πρωτότυπο έργο και διαρκώς μετουσιώνεται στο λαϊκό τραγούδι των αστικών κέντρων. Για πρώτη φορά αναλύεται σε βάθος ο μηχανισμός μετάβασης από το δημοτικό στο «ρεμπέτικο» τραγούδι. Το δίστιχο, το ταξίμι και ο αμανές, δηλαδή ο διαρκής, πληθωρικός, ποικιλώνυμος και ποικιλότροπος στιχουργικός, οργανικός και φωνητικός αυτοσχεδιασμός, η μαμή της μουσικής σε ολόκληρη την μεσογειακή λεκάνη, «ξεγεννά» και το ελληνικό λαϊκό αστικό τραγούδι.
* Οι φυλακές, ο στρατώνας, οι συντεχνίες και η συμβολή τους στην λαϊκή μούσα. Τι τραγουδάνε οι εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες μετανάστες, που παίρνουν το δρόμο για τα αμερικάνικα σκλαβοπάζαρα;

* Ο «βραχνάς» της ανατολικής μουσικής στην Αθήνα με βάση τα θεάματα των εφημερίδων μετά το 1855 και οι επιμειξίες της με τα ελλαδίτικα την ίδια εποχή τραγούδια. Η ανάδυση του Πειραιά σαν το κέντρο της λαϊκής πολιτιστικής ζωής.
* Σμύρνη-Κωνσταντινούπολη-Θεσσαλονίκη κοιτίδες προηγμένης αστικής και μουσικής ζωής. Εστουδιαντίνες, μισμαγιές, σεφαραδίτικα τραγούδια και άλλα πειράματα που συγκλίνουν μετά την Καταστροφή για την νέα μουσική επανάσταση.

* «Σμυρναίικα» και «Πειραιώτικα» «ρεμπέτικα». Η «Τετράς η Ξακουστή, του Πειραιώς». Η λογοκρισία. Ο μύθος του χασικλίδικου ρεμπέτικου. Το κοσμικό …περιθώριο του λεγόμενου ελαφρού τραγουδιού.

* Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και το τραγούδι. Το ολέθριο παραμύθι της «Τραγουδίστριας της Νίκης» και τα αληθινά τραγούδια με τα οποία πολεμά και αντιστέκεται ο λαός. Το «ρεμπέτικο» η μοναδική απαντοχή στο άθλιο μετεμφυλιακό κλίμα υπερβαίνει την φασιστική λογοκρισία.

* Ο… διάλογος των προκατειλημμένων κωφών για το «ρεμπέτικο» από το 1947 μέχρι σήμερα.
Το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο είναι του Γιώργου Σταθόπουλου. Ο Σώτος Αλεξίου φιλοτέχνησε σχέδια χαρακτηριστικά της ατμόσφαιρας της εποχής και ο Νίκος Μπλαζάκης φιγούρες Καραγκιόζη.

10 Νοεμβρίου 2010

Συνέντευξη με τον Δημήτρη Μπάση - τεύχος 4 (2002)

Δημήτρης Μπάσης

Επανεκτέλεση & δημιουργία

του Ηλία Βολιότη- Καπετανάκη
(Περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ, τεύχος 4, 2002)

Όταν ο Μίκης Θεοδωράκης συνάντησε τον Δημήτρη Μπάση βγήκαν δυο δίσκοι με επανεκτελέσεις τραγουδιών του μεγάλου συνθέτη που δείχνουν μια ακόμα πλευρά της διαχρονικότητας του σπουδαίου έργου. Μπορεί να εμπνέει και να ψυχαγωγεί και την νέα γενιά των τραγουδιστών και μέσω αυτών να γίνεται πιο προσιτό στους συνομηλίκους τους. Η αρχή της συνεργασίας γίνεται με «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού» και συνεχίζεται με τα ερωτικά του Μίκη υπό τον τίτλο «Η αγάπη είναι φωτιά». Μετά το δημοτικό και το ρεμπέτικο μια «νέα» παράδοση παίρνει σιγά-σιγά την θέση της στην τεράστια ελληνική μελωδική προίκα, με τα έργα ή τα σκόρπια τραγούδια των κατοπινών λαϊκών συνθετών κατά τον ίδιο... πατροπαράδοτο τρόπο: Επανεκτελούνται ή γίνονται στημόνι για τα επόμενα κεντήματα της ελληνικής λαϊκής μουσικής. Παιδί μεταναστών ο Δημήτρης Μπάσης γεννιέται στη Γερμανία, αλλά στα οκτώ του χρόνια πραγματοποιεί το όνειρο του επαναπατρισμού. Ο ίδιος θεωρεί σημαντική την επίδραση της μετανάστευσης στην πορεία του. «Από μικρό παιδί τα αυτιά μου γέμισαν ελληνική μουσική, συνδετικός κρίκος με την πατρίδα. Αυτή η μουσική μας ταξίδευε στην Ελλάδα και τόνιζε το όνειρό μας ότι κάποια στιγμή πρέπει να γυρίσουμε στις ρίζες μας»- λέει. Μαζί με τον παιδικό πόθο να γίνει τραγουδιστής. Φυσικά δεν τολμούσε να τον εκφράσει, αφού όλοι οι γονείς μας, πολύ περισσότερο στην επαρχία, θέλουν να γίνει το καμάρι τους, γιατρός, δικηγόρος, πολιτικός μηχανικός, άντε πυρηνικός επιστήμονας και όχι... ανυπόληπτος καλλιτέχνης. Όταν όμως επιθυμείς κάτι πολύ... Αλλά καλύτερα να μας τα πει ο ίδιος...
-----

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΣΗΣ: Είναι φυσικό να υπάρχουν προκαταλήψεις σε κάθε μικρή κοινωνία. Μπορεί να έχει λάμψη αλλά οι γονείς θεωρούν ότι ο καλλιτεχνικός χώρος δεν είναι καθαρός, ότι κρύβει παγίδες. Η πρώτη μου επαφή με την μουσική ήταν η εκκλησία. Όταν γυρίσαμε στην Ελλάδα σαν οικογένεια εκκλησιαζόμασταν τακτικά. Εκεί ανακάλυψα τη μαγεία της βυζαντινής μουσικής. Πολύ γρήγορα αυτή η αγάπη με οδήγησε σε ηλικία 9 ετών στο ψαλτήρι και να ψάλλω δίπλα στον ψάλτη του χωριού. Για καλή μου τύχη ήταν γνώστης της βυζαντινής μουσικής, με σπουδές. Άρχισα, λοιπόν τα μαθήματα στο σπίτι με τον Θεόδωρο Αβρουζίδη. Δεν με έφταναν και σπούδασα και στο Μακεδονικό Ωδείο Γιαννιτσών.
Και το βάφτισμα του πυρός;
Δ. Μ.: Πρώτη εμφάνιση στην πόλη μου, στο Κιλκίς από όπου και κατάγομαι. Με την υποστήριξη των φίλων μου κάποια στιγμή ανέβηκα στο πάλκο, κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή. Τον επόμενο χρόνο κατεβαίνω στην Θεσσαλονίκη και δουλεύω σε μια καινούρια τότε μουσική σκηνή. Αυτά γίνονται σε ηλικία 20-21 ετών. Το μαγαζί λεγόταν "Πουέρτο" και είναι σταθμός στην καριέρα μου γιατί διαδόθηκε στην Θεσσαλονίκη το νέο ότι ένας πιτσιρικάς τραγουδά στο μαγαζί πολύ καλά. Με αφορμή αυτήν την φήμη πολλοί περνούσαν να γνωρίσουν τον... πιτσιρικά. Μεταξύ αυτών και ο Σταμάτης Κραουνάκης, από τότε κυνηγός ταλέντων. Τον χειμώνα του 1992 με ακούει και μου προτείνει να κατεβώ στην Αθήνα και να ενταχθώ στην ομάδα τους που τότε αποτελείτο από την Άλκηστη Πρωτοψάλτη, την Λίνα Νικολακοπούλου και τον νεοφερμένο Κώστα Μακεδόνα. Ήρθα Αθήνα και άρχισε να ξεδιπλώνεται το κουβάρι.

Και το δισκογραφικό βάφτισμα;
Δ. Μ.: Το παίρνω τον Απρίλιο του 1997 με τον πρώτο προσωπικό δίσκο με τραγούδια του Κώστα Φαλκόνη και του Χρήστου Παπαδόπουλου. Αυτός ο δίσκος έχει και 3 τραγούδια του Χρήστου Νικολόπουλου αλλά πολύ γρήγορα επισκιάστηκε γιατί 6 μήνες αργότερα κυκλοφόρησε το σάουντρακ "Ψίθυροι καρδιάς" το οποίο σημείωσε τεράστια εμπορική επιτυχία και ουσιαστικά ο κόσμος ξέρει σαν ξεκίνημά μου αυτό το σάουντρακ με την υπογραφή του Χρήστου Νικολόπουλου.

Τηλεοπτική αφετηρία…
Δ. Μ.: Για μένα ήταν δισκογραφική καριέρα γιατί η τηλεόραση ήταν αφορμή να ακουστεί το τραγούδι και να αγαπηθεί γρήγορα και εύκολα...

Να περάσουμε στο κύριο θέμα: Επανεκτελέσεις τραγουδιών και το ρίσκο που κρύβουν για τον καλλιτέχνη.
Δ. Μ.: Πρέπει στις δεύτερες εκτελέσεις να προσεγγίζουμε με σεβασμό τα τραγούδια. Να μην προσβάλεις το μεγαλείο που έχει κάθε τραγούδι. Λέω ναι στην δεύτερη εκτέλεση όταν γίνεται με τον τρόπο που αναφέραμε. Είχα μια πρόσφατη εμπειρία με το «Σπασμένο καράβι», ένα single που κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο και έγινε πολύ γρήγορα χρυσό.

Αλήθεια πώς σου φαίνεται με την απόσταση κάποιου χρόνου; Επειδή είμαι ευθύς και δεν κολακεύω, εμένα δεν μου άρεσε καθόλου αυτή η εκτέλεση...
Δ. Μ.: Θα σου πω το εξής: θέλησα να δώσω ένα άλλο χρώμα σε αυτό το τραγούδι. Σίγουρα όταν κάνεις κάτι δεν μπορεί να αρέσει σε όλον τον κόσμο.

...και δεν φταις εσύ, φταίει η εξεζητημένη ηλεκτρονική ενορχήστρωση.
Δ. Μ.: Κοίταξε να δεις, εγώ πιστεύω ότι το κομμάτι αποδόθηκε με έναν άλλο τρόπο, έγινε εμπορική επιτυχία και θα κρατήσω το εξής: παιδιά 15-16 χρόνων που έρχονται στο καμαρίνι μου λένε «συγχαρητήρια για το καινούριο σας τραγούδι». Και τους εξηγώ φυσικά ότι είναι του Γιάννη Σπανού σε ποίηση Γιάννη Σκαρίμπα με πρώτο εκτελεστή τον Καράλη. Αμέσως οι νέοι ανακαλύπτουν τα μεγάλα τραγούδια παλιότερων δημιουργών. Κάνει καλό η επανεκτέλεση.

Δεν διαφωνώ με αυτά που λες, αλλά επιμένω στο «Σπασμένο καράβι» φταίει η ηλεκτρονική εκφορά της μελωδίας...
Δ. Μ.: Σέβομαι την άποψή σου και μου αρέσει να ακούω να μιλάνε στα ίσα. Αλλά η πρώτη εκτέλεση έχει μια και μοναδική γοητεία.

Αποστασιοποιήσου από την δική σου ερμηνεία στο τραγούδι που την θεωρώ έντιμη. Γιατί να βάλουμε τόσα ηλεκτρονικά μπιχλιμπίδια στο τραγούδι που αλλοιώνουν την ατμόσφαιρά του;
Δ. Μ.: Διότι η μουσική εξελίσσεται. Δεν έγινε κάτι ακραίο. Απλώς δόθηκε ένας ηλεκτρισμός στο τραγούδι που πιθανόν εκείνη την εποχή να μην υπήρχαν τα μέσα για να δοθεί.

Να μιλήσουμε τώρα για την δουλειά σου με τον Μίκη.
Δ. Μ.: Ένας δίσκος με την υπογραφή και την σφραγίδα του μεγάλου Μίκη Θεοδωράκη...

...ο οποίος μετά από 15 χρόνια ξαναμπαίνει στο στούντιο, αυτό είναι το σημαντικότερο.
Δ. Μ.: Ίσως είναι το πιο σημαντικό πράγμα που έχω καταφέρει στην καριέρα μου. Ένας δίσκος με τον Μίκη Θεοδωράκη που ο ίδιος διευθύνει και ενορχηστρώνει. Ό,τι και να πούμε εμείς για αυτές τις εκτελέσεις τον πρώτο λόγο έχει ο Μίκης Θεοδωράκης. Τα συναισθήματα είναι ανάμικτα. Είμαι πανευτυχής που έχω στις αποσκευές μου αυτόν τον δίσκο. Υπάρχει όμως η αγωνία και το άγχος, διότι πραγματικά αυτά τα τραγούδια έχουν ερμηνευθεί από πολύ μεγάλες φωνές με κορυφαίο τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, που για μένα είναι η μεγαλύτερη φωνή μαζί με τον Στέλιο Καζαντζίδη. Μοιραία γίνεται σύγκριση. Υπάρχει ωστόσο και το άλλοθι του μεγάλου συνθέτη που επιλέγει έναν καλλιτέχνη της νέας γενιάς και με όχημα αυτόν θέλει να διαδώσει την μουσική του στις νεώτερες γενιές.

Υπάρχει και το «άλλοθι» που είπε ο Μίκης στην συνέντευξη παρουσίασης του δίσκου: Αν ένα τραγούδι μείνει ειπωμένο πριν 20-30-40 χρόνια και δεν ξαναεκτελεστεί κινδυνεύει να ξεχαστεί.
Δ. Μ.: Εγώ θα προσθέσω και το άλλο, μακάρι μετά από 30 χρόνια κάποιοι νέοι τραγουδιστές να επανεκτελέσουν δικά μου τραγούδια. Έτσι διαδίδονται τα καλά τραγούδια. Επειδή υπάρχει μια στειρότητα στην εποχή μας καταφεύγουμε στα παλιά μεγάλα τραγούδια. Εφόσον αναφέρεσαι στην συνέντευξη τύπου θα θυμάσαι και το άλλο που είπε ο Μίκης ότι «έχω σταματήσει να γράφω τραγούδια και επειδή ένιωσα την ανάγκη να μπω στο στούντιο με την φωνή του Μπάση καταφύγαμε σε παλιότερο υλικό».

Περνάνε τα χρόνια... Το θετικό είναι πως ο Μίκης Θεοδωράκης στα 76 -πόσο είναι τώρα;- είναι θαλερός και μπορεί να διευθύνει ορχήστρες, να παίζει το έργο του. Να επανέλθουμε: Εσύ πώς κινείσαι ανάμεσα στην Σκύλα του δέους και την Χάρυβδη του ρίσκου για τον καλλιτέχνη;
Δ. Μ.: Θεωρώ ότι η συνεργασία με τον Μίκη Θεοδωράκη και στο στούντιο αλλά και σε εμφανίσεις, γιατί είχα την τύχη να ερμηνεύσω στο Ηρώδειο το καλοκαίρι ένα από τα πιο σημαντικά έργα του συνθέτη «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού» - θεωρώ λοιπόν ότι είναι ευλογία ένας συνθέτης σαν τον Μίκη Θεοδωράκη να κάνει δίσκο με έναν τραγουδιστή της νέας γενιάς. Εμείς δεν γνωρίσαμε τους μεγάλους συνθέτες τον Μίκη, τον Λοΐζο, τον Χατζιδάκι, όλους αυτούς. Ευτύχησα όμως να συνεργασθώ με τον Μίκη Θεοδωράκη και...

...επομένως αλλάζει αντικείμενο το δέος, είναι όχι στο τραγούδι αλλά απέναντι στον μεγάλο συνθέτη...
Δ. Μ.: Ελαφραίνει λίγο το άγχος μου το ότι είμαι επιλογή του. Ναι μεν έχω άγχος γιατί μοιραία συγκρίνεσαι με τις παλιές εκτελέσεις αλλά από την άλλη είναι επιθυμία του ίδιου του Μίκη να γίνει ο δίσκος και δεν μπορώ να θεωρήσω ότι είναι το θράσος ενός νέου τραγουδιστή που αγγίζει αυτά τα τραγούδια.

Πώς τιθασεύεις το δέος απέναντι στον μεγάλο συνθέτη;
Δ. Μ.: Όσο μεγάλος είναι στο έργο του ο Μίκης Θεοδωράκης τόσο απλός στην ζωή. Επειδή ο ίδιος ξέρει ότι θα τον αντιμετωπίσεις με δέος προσπαθεί από την πρώτη στιγμή να σου αποβάλει το άγχος. Με βοήθησε πολύ. Πάντα με σεβασμό να ασχοληθώ με την δημιουργική πλευρά του δίσκου. Κατάφερε με τη διδασκαλία του να απελευθερώσω τον εαυτό μου και να μου πάρει τα καλύτερα στοιχεία που έπρεπε για το κάθε τραγούδι.

Όταν δεν υπάρχει αυτή η «ευλογία», όταν ο τραγουδιστής δεν έχει την τύχη να συνεργασθεί με έναν μεγάλο συνθέτη;
Δ. Μ.: Από κάπου πρέπει να πάρει το μήνυμα. Εγώ με το «Σπασμένο καράβι», επειδή το παρουσίαζα στο μαγαζί σφυγμομέτρησα τις αντιδράσεις του κόσμου. Στην περίπτωση που δεν έχεις την ευλογία του μεγάλου συνθέτη πρέπει με ακόμα μεγαλύτερο σεβασμό να αντιμετωπίζεις κάθε τραγούδι που επανεκτελείς. Να μην το ...χειρουργήσεις γιατί η εκτέλεση θα είναι προσβολή και για σένα αλλά και για τον κόσμο.

Εκεί είναι και το ρίσκο για τον καλλιτέχνη.
Δ. Μ.: Τίποτα δεν γίνεται χωρίς ρίσκο. Για τις επανεκτελέσεις το επαναλαμβάνω με σεβασμό και ευλάβεια.

Το ευλάβεια να μην το εκλάβουμε ως... αραχνιασμένο μουσείο.
Δ. Μ.: Όχι φυσικά! Το ζήτημα είναι να μην κουτσουρεύουμε τα παλιά μεγάλα τραγούδια.

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να πλασαριστεί ένας νέος στη δισκογραφία και στο πάλκο;
Δ. Μ.: Εξαρτάται, είναι και πολύ εύκολο και πολύ δύσκολο. Αναλόγως αν ο τραγουδιστής που θα πει το καλημέρα στην δισκογραφία και στο κοινό του είναι ή όχι κατασκεύασμα της δισκογραφικής εταιρείας.

Είναι ζήτημα συγκυριών;
Δ. Μ.: Είναι θέμα συγκυριών... Είναι θέμα ταλέντου... Αν θέλει να ακολουθήσει τον δύσκολο δρόμο, να υπηρετήσει το καλό τραγούδι, όχι να γίνει κατασκεύασμα με ημερομηνία λήξης. Εκεί δεν είναι εύκολα τα πράγματα.

Πώς βλέπεις με την μέχρι τώρα καριέρα σου τα κατασκευάσματα των εταιρειών;
Δ. Μ.: Όλοι οι καλλιτέχνες δεν είναι κατασκευάσματα. Υπάρχουν τραγουδιστές που με οδηγό το ταλέντο, επειδή η εποχή ζητά νέο πρόσωπο, με λίγη βοήθεια της τύχης εδραιώθηκαν στον χώρο. Είναι και οι άλλοι. Λέει η εταιρεία: θα φτιάξουμε έναν τραγουδιστή με αυτές τις εμπορικές προδιαγραφές της μόδας, θα του βγάλουμε 1-2 δίσκους και άμα δούμε ότι δεν τραβάει, ετοιμάζουμε τον επόμενο με άλλες προδιαγραφές. Τα τραγούδια βγαίνουν με τρομακτική ταχύτητα, ο τραγουδιστής λέει ένα δίσκο τον χρόνο με κάποιο σουξέ που μετά τρεις μήνες κανείς δεν το θυμάται.

Δεν μπήκες ποτέ στον πειρασμό, να σκεφθείς: έλα μωρέ να πούμε 2 σουξεδάκια φτηνιάρικα να τα οικονομήσουμε και μετά βλέπουμε;
Δ. Μ.: Όχι! Είναι θέμα χαρακτήρα, είναι καθαρά θέμα παιδείας, είναι πολλά... δεν θα μπορούσα να το κάνω. Δεν θα υπηρετούσα σωστά αυτό το πράγμα. Επειδή δεν μπορώ να το υπηρετήσω σωστά δεν είναι δυνατόν να αποτελέσω κατασκεύασμα κάποιας δισκογραφικής εταιρείας. Για παράδειγμα φτιάχνουν ένα δίσκο και πριν δουν τα τραγούδια σκέφτονται το εξώφυλλο. Στην άλλη όχθη μπορεί να περάσεις και 3 χρόνια ψάχνοντας για τραγούδια.

Είναι πιο επώδυνο οπωσδήποτε.
Δ. Μ.: Ναι, αλλά τουλάχιστον αφήνεις κάτι πίσω σου.

Οι τραγουδιστές δεν γράφετε τραγούδια. Ένα κατασκεύασμα εταιρείας φροντίζει αυτή πριν απ΄ αυτόν για αυτόν. Για σας ποιος... σκέφτεται; Δεν είναι μεγάλο άγχος;
Δ. Μ.: Σίγουρα είναι μεγάλο άγχος. Δεν υπάρχουν οι παλιοί μεγάλοι δημιουργοί που έβγαζαν τραγούδια. Επίσης μεγάλος ο πληθωρισμός. Βγαίνουν περίπου 2.000 δίσκοι τον χρόνο πολλαπλασίασέ το με το 12 ή το 14 και έχεις έναν αστρονομικό αριθμό τραγουδιών. Πώς θα βρεθούν; Ας μη γελιόμαστε, δεν είναι τόσο ρομαντικά τα πράγματα.

Πώς λοιπόν ο Δημήτρης Μπάσης σε μια μη ρομαντική εποχή προσπαθεί να εκφράσει τον ρομαντισμό του μέσα από το τραγούδι;
Δ. Μ.: Υπάρχει κατά βάθος φως στο τούνελ. Δεν μπορώ να το δω έτσι ψυχρά και εμπορικά. Υπάρχει ο ρομαντισμός να κάνουμε κάτι και εμείς που πρώτα θα το αγαπήσουμε οι ίδιοι και μετά ο κόσμος, κάτι να μείνει στην ζωή. Το προσπαθούμε. Πάντα με τραγούδια που αγγίζουν την ψυχή μας, που έχουν πρώτα να πουν κάτι σε μένα, γιατί, πιστεύω, ότι έτσι θα μιλήσουν και στον κόσμο.

Πώς βλέπεις το τραγούδι σήμερα; Όλα μας φταίνε;
Δ. Μ.: Ακούω από μερικούς φίλους και συναδέλφους μια κινδυνολογία για το τραγούδι που έφτασε στο χείλος του γκρεμού. Καθόλου δεν συμφωνώ. Δεν ζούμε σε χρυσή εποχή με τα μεγάλα τραγούδια. Είμαι αισιόδοξος μέσα σε αυτόν τον χαμό. Υπάρχουν καλά τραγούδια που αργούν να έλθουν στην επιφάνεια. Βγαίνουν νέοι αξιόλογοι συνθέτες, στιχουργοί, τραγουδιστές. Πολύ σύντομα, πιστεύω, θα περάσουμε σε καλές μέρες για το τραγούδι. Εκείνο που λέω πολλές φορές στον κόσμο είναι: Υπάρχουν και πολύ καλά τραγούδια. Ανακαλύψτε τα!

Έστω και σε εποχή κρίσης και υποβάθμισης των αξιών;
Δ. Μ.: Μπορεί να υπάρχει η κρίση αλλά όταν η εποχή γεννήσει μεγάλα ταλέντα είναι δυνατόν να καπελωθούν από την κρίση;

Αλλά πάλι και η κρίση θέλει έκφραση και απαντοχή.
Δ. Μ.: Πάντα το τραγούδι έπαιζε και παίζει αυτόν τον ρόλο. Εκεί είναι η μαγεία και η ομορφιά του λαϊκού μας τραγουδιού.

06 Νοεμβρίου 2010

Ο Περικλής Κοροβέσης για το ΜΕΤΡΟΝΟΜΟ


O Mετρονόμος

του Περικλή Κοροβέση

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, δύο φοιτητές, φίλοι και συγκάτοικοι στη Θεσσαλονίκη, συζητούσαν για την έκδοση ενός περιοδικού για την ελληνική μουσική. Ήταν ο Θανάσης Συλιβός και ο Νίκος Μακροδήμος. Η ιδέα ήταν συναρπαστική, αλλά η γνώση τους για περιοδικά περιορισμένη. Στην παρέα προστέθηκε και ο Δημοσθένης Οικονομίδης και η Ευαγγελία Ακρίβου που ήταν γραφίστες. Και έτσι τον Ιανουάριο του 2001, εμφανίζεται το περιοδικό «Μετρονόμος» με 28 σελίδες. Καθαρή η σύλληψη του περιοδικού από την αρχή, καλός ο σχεδιασμός των σελίδων και από το πρώτο τεύχος του περιοδικού εξασφαλίζονται οι υπογραφές του Ηλία Βολιότη-Καπετανάκη και του Ηλία Κατσούλη. Στην πορεία το περιοδικό απέκτησε φίλους και η αρχική παρέα μεγάλωσε. Σήμερα ο «Μετρονόμος» γίνεται ένα συλλεκτικό περιοδικό και γιόρτασε τα πέντε του χρόνια.

Το περιοδικό αυτό το παρακολουθούσα σχεδόν από την αρχή, λίγα ονόματα ήξερα από τους συντάκτες του και απορούσα ποια να ήταν αυτή η ομάδα που είχε τόση αγάπη και γνώση για την ελληνική μουσική. Δεν ανήκαν στους γνωστούς ρεμπετολόγους της καριέρας και των ανταγωνισμών και η γραφή τους ήταν ψύχραιμη και χαμηλών τόνων. Μέχρι που γνώρισα τον Θανάση Συλιβό στη Γιορτή της «Εποχής» να πουλάει τον «Μετρονόμο» σ’ ένα πάγκο. Το περιοδικό δεν έδειχνε ποτέ πλούσιο. Αλλά όπως και να το κάνουμε δεν φανταζόμουνα πως ο εκδότης και διευθυντής του περιοδικού, θα ήταν και ο πουλητής του.

Ήταν η επαλήθευση της σαββοπουλικής ρήσης «Ιστορία κάνουν οι παρέες». Το περιοδικό μπορεί να εμφανίζεται σα μουσικό έντυπο που ερευνά και μελετά την ελληνική μουσική αλλά είναι κάτι παραπάνω. Είναι ταυτόχρονα και πολιτικό και ιστορικό. Και κατά κάποιο τρόπο, ένας καταγραφέας του προφορικού λόγου. Σε κάθε τεύχος του περιοδικού, υπάρχουν μεγάλες συνεντεύξεις από παλιούς ρεμπέτες ή ρεμπέτισσες (όσοι ζούσαν ακόμα) ή από τα παιδιά τους. Ο λόγος τους είναι λαϊκός και τα βιώματά τους πλούσια και συγκλονιστικά. Σχεδόν ολόκληρος ο εικοστός αιώνας, από μνήμες των προηγούμενων γενιών περνάει στον προφορικό λόγο και γίνεται η μικροϊστορία που καταγράφει μεγάλα γεγονότα όπως Μικρασιατική Καταστροφή, πόλεμο, πείνα, κατοχή, εμφύλιος. Υπεύθυνος για τις πιο πολλές καταγραφές – συνεντεύξεις είναι ο Ηλίας Βολιότης – Καπετανάκης που πρόσφατα εξέδωσε το βιβλίο «Μάγκες αλήστου εποχής» (Εκδόσεις Μετρονόμος) που περιέχει 24 ρεμπέτικα πορτρέτα (στο βιβλίο αυτό θα επανέλθουμε.)

Το περιοδικό έχει πλούσιο φωτογραφικό υλικό που προέρχεται συνήθως από το οικογενειακό άλμπουμ της οικογένειας του ρεμπέτη ή της ρεμπέτισσας. Και θα ήταν πλουσιότερο αν δεν είχε περάσει ο Ηλίας Πετρόπουλος που το περισυνέλεξε και δεν το επέστρεψε ποτέ. Τον είχαν κατηγορήσει γι’ αυτό και του έδωσαν τη ρετσινιά του κλέφτη. Ο ίδιος ο Πετρόπουλος μου είχε πει πως τις διέσωσε. Όλες οι φωτογραφίες έχουν δημοσιευτεί και οι φωτογραφίες έχουν κατατεθεί στη Γεννάδιο Βιβλιοθήκη και είναι προσιτές σε κάθε ερευνητή. Την εποχή που αυτός μάζευε αυτό το υλικό, δεν ενδιαφερόταν κανένας. Αυτό υποστήριζε ο Πετρόπουλος, ο ίδιος δεν μπορεί να μιλήσει πια, μεταφέρω τα λόγια του.

Σε κάθε χώρα της Ευρώπης υπάρχει και ένα Κέντρο Έρευνας και Διάσωσης του Λαϊκού Πολιτισμού και συντονίζεται σ’ ευρωπαϊκό επίπεδο. Υπάρχουν γι’ αυτό και χρήματα από την ΕΕ. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει κανένα. Και όσες φορές πάρθηκε μια ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για τη δημιουργία ενός τέτοιου κέντρου, έπεσε στο κενό. Είτε δεν βρέθηκε ο κατάλληλος άνθρωπος, είτε ήταν τέτοιοι οι ανταγωνισμοί μεταξύ των συλλεκτών-ερευνητών που δεν μπόρεσε να γίνει τίποτα. Και φτάνουμε στο εξής παράδοξο. Να γίνονται ντοκτορά για τα ρεμπέτικα με υποτροφίες από ξένα πανεπιστήμια (η Μπάσμα, Μαροκινο-Γαλλίδα τέλειωσε ένα ντοκτορά για τα Σμυρναίικα), ενώ σε μας η έρευνα είναι στον πατριωτισμό του καθενός που αγαπάει την παραδοσιακή μας μουσική και την κάνει συχνά με θυσίες. Να σκεφτούμε μονάχα τους συλλέκτες δίσκων 78 στροφών.